loader image

Πίνακας περιεχομένων

Εισαγωγή-Έννοια θεσμού συνδιαλλαγής….………………….…2

1.  Ιστορική προέλευση……………………………………………….3

2. Ο θεσμός της συνδιαλλαγής στις αλλοδαπές έννομες τάξεις

…………………………………………………………………………….6

 α. Βόρεια Αμερική ……..…………………………………………………6

   i. Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής……………….………………………..6

   ii. Καναδάς……………………………………………………..………..9 

   iii. Αποτίμηση της προσφοράς των προγραμμάτων VORP……………..10

  β. Μεγάλη Βρετανία…………………………………………………….10

  γ. Γαλλία.…………………………………………………………….….11

  δ. Αυστρία…..…………………………………………………………..14

  ε. Γερμανία…………………..………………………………………….16

  στ. Ιταλία…………………….………………………………………….18

  ζ. Άλλες χώρες-Διεθνείς και Ευρωπαϊκοί οργανισμοί…………………….19

3. Η συνδιαλλαγή στην ελληνική έννομη τάξη……………………21

  α. Η πρώτη απόπειρα εισαγωγής του θεσμού της συνδιαλλαγής στον         ελληνικό Κ.Π.Δ……………………………………………………………22

  β. Η εισαγωγή της συνδιαλλαγής στην ελληνική έννομη τάξη…………25

   i. Η ποινική συνδιαλλαγή επί ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος………25

   ii. Η συνδιαλλαγή στο ελληνικό ποινικό δίκαιο ανηλίκων…………….27

   iii. Η συνδιαλλαγή στο νόμο για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας……………………………………………………………………….28

Συμπέρασμα……………………………………………………………30 Βιβλιογραφία…………………………………………………………..33 

  Εισαγωγή – Έννοια θεσμού συνδιαλλαγής

   Είναι γεγονός ότι από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα κι έπειτα έχει σημειωθεί μεταστροφή όσον αφορά τη θεώρηση του εγκλήματος ως ενός φαινομένου που επηρεάζει κυρίως την κρατική εξουσία, η αυθεντία της οποίας φαίνεται να θίγεται, και το δράστη του τελευταίου. Έτσι χωρίς να εγκαταλείπεται η παραπάνω θεώρηση, κεντρικό ρόλο στην έννοια του εγκλήματος αρχίζει να διαδραματίζει το, μέχρι τότε παραγκωνισμένο στην αντίληψη του ποινικού δικαίου, θύμα. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στην αντίληψη σύμφωνα με την οποία το έγκλημα παρουσιάζεται ως σύγκρουση (crime as conflict), μεταξύ των υποκειμένων του κοινωνικού βίου. Το έγκλημα, σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, αποτελεί μια προσβολή της φυσικής και συναισθηματικής ακεραιότητας μιας ανθρώπινης ύπαρξης και όχι μια παραβίαση της κοινωνικής ευταξίας και ειρήνης. Μια συμπεριφορά προσδιορίζεται ως εγκληματική, όχι από τον ποινικό νόμο, αλλά από μια προηγούμενη του νόμου και κοινωνικά θεμελιωμένη ηθική αρχή. Η θυματολογική προσέγγιση του εγκλήματος δεν έρχεται σε αντίθεση με τους σκοπούς του σύγχρονου ποινικού δικαίου, δηλαδή την πρόληψη, την ενδυνάμωση των κοινωνικών κανόνων και την κοινωνική επανένταξη του δράστη. Αντίθετα με την εμφάνιση του θύματος στο προσκήνιο του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης επιτυγχάνεται μια εξισορρόπηση των επίσημων μηχανισμών του κοινωνικού ελέγχου. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στο θύμα να έρθει σε επαφή με το δράστη , να αναζητήσει απαντήσεις, να συμφιλιωθεί με τον τελευταίο ή να επιδιώξει την ικανοποίησή του μέσω ανεπίσημων μορφών κοινωνικού ελέγχου.

   Έτσι παρατηρείται αρχικά στις Η.Π.Α  και τον Καναδά τις δεκαετίες 1960-1970 και μετέπειτα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη δεκαετία του 1980 η εμφάνιση και η υιοθέτηση διαδικασιών συμφιλίωσης-αποκατάστασης  μεταξύ θύματος και δράστη, είτε ως επίσημης είτε ως άτυπης μορφής κοινωνικού ελέγχου. Οι διαδικασίες  αυτές που παρουσιάζονται με διάφορες ονομασίες, συνδιαλλαγή, ποινική συνδιαλλαγή, διαμεσολάβηση, ποινική διαμεσολάβηση, αποκατάσταση, εξωδικαστική διευθέτηση διαφορών, δεν μπορούν να ταυτιστούν, ωστόσο μπορούν να υπαχθούν υπό τον ευρύτερο όρο της αποκαταστατικής δικαιοσύνης και αποτελούν κατά παρέκκλιση διαδικασίες με τις οποίες επιδιώκεται : 1) η άμεση υλική και ηθική αποκατάσταση του θύματος, η εξιλέωση του δράστη, 2) η ελάφρυνση του φόρτου των ποινικών δικαστηρίων και 3) η αποσυμφόρηση των καταστημάτων κράτησης από ένα μεγάλο αριθμό κρατουμένων. 

    Με τον όρο κατά παρέκκλιση διαδικασία εννοείται η επίλυση της διαφοράς που γεννιέται ανάμεσα στο θύμα και το δράστη λόγω της τέλεσης του αδικήματος, χωρίς να ακολουθηθεί η συνήθης διαδικασία που προβλέπεται από τα σχετικά ποινικά δικονομικά νομοθετήματα κάθε έννομης τάξης, η οποία συνιστάται στην καταμήνυση των αξιόποινων πράξεων, την άσκηση ποινικής δίωξης και την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου που καταλήγει στην αθώωση ή την καταδίκη του φερόμενου δράστη. Επιδιώκεται δηλαδή η διευθέτηση της διαφοράς σε εξωδικαστικό επίπεδο. Ειδικότερα στη συνδιαλλαγή ο δράστης και το θύμα συναντώνται εκούσια ή υποχρεωτικά ενώπιον ενός διαμεσολαβητή, ο οποίος μπορεί να είναι είτε δικαστικός είτε κοινωνικός λειτουργός, με σκοπό την άρση των αρνητικών συνεπειών που επήλθαν στα πρόσωπα και την κοινωνία από την τέλεση του αδικήματος. Στην πλειοψηφία, πάντως, των έννομων τάξεων η συνδιαλλαγή δεν έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα, με εξαίρεση εκείνες, όπου ο θεσμός είναι τμήμα του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι υποθέσεις που οδηγούνται προς συζήτηση ενώπιον του μεσολαβητή, είναι σχετικά μικρής σημασίας, όσον αφορά την ποινική τους απαξία. Δηλαδή στη διαδικασία αυτή υπάγονται αδικήματα όπως οι μικροκλοπές, οικογενειακές διαμάχες και συναφείς υποθέσεις, ηθικές παραβάσεις, μικροτραυματισμοί (από πρόκληση ελαφράς σωματικής βλάβης), φθορές ασήμαντης αξίας και αλλά αδικήματα ανάλογης βαρύτητας. Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των εξωδικαστικών μορφών διευθέτησης των διαφορών είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο δράστης. Στον τελευταίο δίνεται η δυνατότητα να έρθει σε επαφή με το θύμα, να κατανοήσει τη βλάβη που προξένησε, να την αποκαταστήσει και να επανακοινωνικοποιηθεί, χωρίς να προηγηθεί η τυπική στιγματιστική διαδικασία της επ’ ακροατηρίου κρίσης του τελεσθέντος αδικήματος.

    Πολλές συζητήσεις έχουν προκληθεί σχετικά με τη συνδιαλλαγή τόσο στη διεθνή όσο και στην εγχώρια επιστημονική κοινότητα όχι τόσο για την αποτελεσματικότητά της ως συμφιλιωτικής-αποκαταστατικής διαδικασίας, όσο για την ένταξή της ή μη στο σύστημα του ποινικού δικαίου, για τη νομική της φύση και για τη συμβατότητά της με την αρχή της νομιμότητας όπου αυτή ισχύει.                   

    Τα ζητήματα αυτά θα εξεταστούν στο πλαίσιο της παρουσίασης της αποδοχής του θεσμού της συνδιαλλαγής στα κράτη της Βόρειας Αμερικής, της Ευρωπαϊκής  Ένωσης και της υποδοχής του στην ελληνική έννομη τάξη, αφού προηγηθεί μία ιστορική αναδρομή για την αναζήτηση των πρώτων μορφών κατά παρέκκλιση διαδικασιών και την παρουσίαση της εξέλιξής τους στο χρόνο.

  1. Ιστορική προέλευση

    Οι πρώτες μορφές αποκαταστατικής δκαιοσύνης κάνουν την εμφάνισή τους σε κοινωνίες όπου το έγκλημα εκλαμβάνεται κυρίως ως προσβολή του ατόμου- θύματος κι όχι του κράτους. Έτσι, οι νομικοί κώδικες της Μέσης Ανατολής, όπως ο «Κώδικας του Hammurabi» (1700 π.Χ.) και ο «Κώδικας της Lipit-Ishtar» (1875 π.Χ.) περιέγραψαν την έννοια της αποκατάστασης για τις περιπτώσεις των προσβολών κατά της ιδιοκτησίας. Άλλοι κώδικες, όπως ο Sumerian Code του Uhr-Nammu (2050 π.Χ.) και ο «Κώδικας του Eshnunna» (1700 π.Χ.), αξίωναν αποζημίωση ακόμα και στην περίπτωση των προσβολών βίας . 

    Ωστόσο, στην πλειονότητα των αρχικών κοινωνιών μέτρο για την απόδοση δικαιοσύνης, για τα τελεσθέντα από τα μέλη τους αδικήματα, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Στους πρώτους αυτούς σχηματισμούς επικρατεί η ηρωική αντίληψη με βάση την οποία το θύμα ή οι συγγενείς του, μπορούν και πρέπει να επιλύσουν τις διαφορές τους με το δράστη εκδικούμενοι τον τελευταίο χωρίς κανένα περιορισμό. Αντίθετα τιμωρούνται με δημόσια ποινή αδικήματα δημόσια, δηλαδή πράξεις οι οποίες στρέφονται κατά της ασφάλειας της ομάδας ή πράξεις που προσβάλλουν τη λατρευόμενη θεότητα. Σε μεταγενέστερο χρόνο  η διαπίστωση, ότι η αντεκδίκηση οδηγεί σε χαλάρωση του αισθήματος συνοχής της ομάδας και αποθράσυνση των ισχυρών, έχει σαν αποτέλεσμα την υιοθέτηση της αρχής της ταυτοπάθειας ή του αντιπεπονθότος (lex talionis) για τη διευθέτηση των ιδιωτικών αδικημάτων. Υιοθετείται δηλαδή, από τις πρώτες κοινωνίες, η ανταπόδοση στο δράστη κακού ανάλογου με εκείνο που προξένησε . Η, σταδιακά, ηπιότερη αυτή αντιμετώπιση των ιδιωτικών αδικημάτων σε συνδυασμό με τη διαρκή ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τον πλουτισμό των ενασχολούμενων μ’ αυτές τις δραστηριότητες, καθιστούν ελκυστικότερη τη συμβιβαστική επίλυση των διαφορών που συνοδεύεται από χρηματική ικανοποίηση του παθόντος σε σχέση με την εκδίκηση. 

    Η πορεία αυτή δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Έτσι η αντεκδίκηση και η αρχή της ταυτοπάθειας δίνουν τη θέση τους σε συμφιλιωτικές διαδικασίες, σε διαδικασίες συνδιαλλαγής. Η απονομή δικαιοσύνης  στα ιδιωτικά αδικήματα παραμένει υπόθεση των συγγενών-οικογενειών των θυμάτων. Ο δράστης ανθρωποκτονίας παρουσιάζεται ως ικέτης ενώπιον του αρχηγού της οικογένειας του θύματος και είτε γονατίζοντας στα πόδια του είτε ζητώντας έλεος αποδέχεται ουσιαστικά την ενοχή του. Ο αρχηγός της οικογένειας είναι, τότε, υποχρεωμένος να παραμερίσει το μίσος του και να συνδιαλλαγεί με το δράστη για το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης που θα αποτελέσει την ποινή του τελευταίου για το διαπραχθέν αδίκημα. Αν, ωστόσο, αθετηθεί η συμφωνία η οικογένεια του θύματος ανακτά το δικαίωμα στην εξάλειψη της ζωής του δράστη. Κατά τον όγδοο αι. π.Χ. ο συμβιβασμός αλλά και το ύψος της αποζημίωσης για τα τελεσθέντα ιδιωτικά αδικήματα εκτός από την ανθρωποκτονία καθορίζονται από τα κρατούντα έθιμα. Αντίθετα, η αποκατάσταση επί ανθρωποκτονίας παραμένει υπόθεση της οικογένειας του θύματος και του δράστη. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, σχετικά με το συμβιβασμό επί φόνου, δε γίνεται νύξη ούτε στην Ιλιάδα, ούτε στην Οδύσσεια, για ουσιαστική μεσολάβηση κάποιου τρίτου. Μάλιστα σε όλα τα αδικήματα, εκτός από τα προσβάλλοντα την ελευθερία των προσώπων, είναι υποχρεωμένος ο παθών να δεχθεί την προσφερόμενη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τη μεταξύ των μερών διαπραγμάτευση. Η αντίληψη αυτή δεν αλλάζει κατά την κλασική αρχαιότητα.  Αντίθετα, μάλιστα, ενισχύεται από φιλοσοφικές θεωρήσεις όπως αυτή του Πλάτωνα, κατά τον οποίο η ανταπόδοση του κακού σε κάποιον άσχετα από το γεγονός, ότι ο τελευταίος έχει βλάψει το θύμα, καθιστά το τελευταίο λιγότερο δίκαιο. Κατά το μεγάλο διανοητή η αποζημίωση είναι ο μόνος τρόπος για να μετριασθεί το κακό. Επιπλέον κατά τον Αριστοτέλη η συμφιλίωση των αντιδικούντων βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την τελεολογία της δικαιοσύνης.  

    Ωστόσο, κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα η ιδιωτική ποινή, ως μορφή απονομής της δικαιοσύνης, εγκαταλείπεται, καθώς δε γίνεται πλέον δεκτή η αλληλενέργεια δράστη-θύματος. Η σχέση που διαμορφώνεται κατά το διάστημα αυτό είναι τριπρόσωπη, περιλαμβάνει το δράστη, το θύμα και το κράτος, σταδιακά όμως το θύμα αποκλείεται και η σχέση που επικρατεί είναι αυτή μεταξύ δράστη και κεντρικής διοίκησης. Εξαίρεση, κατάλοιπο των προϋφιστάμενων, των τελευταίων εξελίξεων, πεποιθήσεων, αποτελούν οι λεγόμενες διευθετήσεις (Compositiones) που απαντώνται  στους Σάλιους Φράγκους (γερμανικό φύλο εγκατεστημένο στην Αλσατία), οι οποίες όμως αποτελούν αντικείμενο νομοθετικής πρόβλεψης. Σύμφωνα με τις τελευταίες, επιβάλλεται στο δράστη εγκλήματος η καταβολή ορισμένου κάθε φορά ποσού, ως αποζημίωση του θύματος ή της οικογένειάς του. Οι εξελίξεις αυτές υπαγορεύονται από την αντίληψη  ότι το έννομο αγαθό που προσβάλλεται από το έγκλημα είναι η βασιλική ειρήνη-κρατική εξουσία, αντίληψη η οποία διαμορφώθηκε στα πλαίσια του ανταγωνισμού ανάμεσα στην πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία για την αύξηση της επιρροής τους στα ζητήματα της κοσμικής εξουσίας. Η επικράτηση, δηλαδή, της άποψης ότι το έγκλημα προσβάλλει το δημόσιο συμφέρον, την ειρήνευση κι ασφάλεια των κοινωνών ως σύνολο, μέρος του οποίου είναι και το θύμα οδήγησε στον αποκλεισμό του τελευταίου από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, καθώς η καταστολή του εγκλήματος δεν ανήκει, σύμφωνα μ’ αυτή σε κανένα πολίτη ιδιαίτερα. Η αντίληψη αυτή φαίνεται να μεταστρέφεται μόνο κάτω από την επίδραση των αρχών του διαφωτισμού και στη συνέχεια από τις διδαχές της Ιταλικής θετικής σχολής, που για ανθρωπιστικούς λόγους, τονίζουν την ανάγκη στροφής του ποινικού δικαίου προς το θύμα, με την εισαγωγή της δυνατότητας παράστασης πολιτικής αγωγής του τελευταίου κατά τη διάρκεια της δίκης. 

    Ωστόσο, τα μειονεκτήματα που διαπιστώνονται, κατά το πέρασμα των χρόνων, από την άσκηση του δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής, λόγω των περιορισμένων δικαιωμάτων του θύματος κατά την εξέλιξη της ποινικής διαδικασίας και της περιορισμένης, πολλές φορές, ικανοποίησής του, εντείνουν το αίτημα για αποκλιμάκωση της ποινικής καταστολής και προώθηση του μέτρου της συμφιλιωτικής-εξωδικαστικής διευθέτησης ενός μεγάλου αριθμού διαφορών.

  1. Ο θεσμός της συνδιαλλαγής στις αλλοδαπές έννομες τάξεις.

α. Βόρεια Αμερική

 i. Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

    Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, μετά τα μέσα του 20ου αιώνα παρατηρείται μια μεταστροφή των ποινικών νομοθεσιών όσον αφορά την αντιμετώπιση του θύματος στην ποινική δίκη. Η αλλαγή αυτή παρουσιάζεται αρχικά στη Βόρεια Αμερική με την εφαρμογή προγραμμάτων συμφιλίωσης ή προγραμμάτων μεσολάβησης περί τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Όλα τα προγράμματα του είδους αυτού αποτελούν παραλλαγή του βασικού αμερικανικού προγράμματος με τίτλο «Πρόγραμμα Συμφιλίωσης Θύματος-Δράστη» (Victim-Offender Reconciliation Program) (VORP).  Η σύλληψη της αρχικής μορφής των προγραμμάτων αυτών συντελείται στα τέλη της δεκαετίας του 1960, χωρίς ωστόσο τα πρώτα μορφώματα να έχουν τους ίδιους σκοπούς με τα μεταγενέστερα. Πάντως το πρόγραμμα VORP κάνει την εμφάνισή του σε ένα χρονικό σημείο που οι νομικές και κοινωνικές συνθήκες είναι πρόσφορες για την αποδοχή και επικράτησή του, καθώς έχουν προηγηθεί δύο σημαντικές κινήσεις στους χώρους της θυματολογίας και της ποινικής καταστολής. Η πρώτη απ’ αυτές είναι η κίνηση για τη μεγαλύτερη προστασία των θυμάτων, που πήρε εκρηκτικές διαστάσεις στην Αμερική και η δεύτερη αφορά την έννοια της μεσολάβησης για την επίλυση των συγκρούσεων μεταξύ των κοινωνών, που ευνόησε την εμφάνιση του κοινωνικού λειτουργού, ως παράγοντα της ποινικής διαδικασίας. 

    Η έννοια των VORP προέρχεται από το Kitchemer, πόλη της επαρχίας Ontario του Καναδά, όπου θεμελιώνεται το 1974 και εισέρχεται στην έννομη τάξη των ΗΠΑ το 1978. Η διαδικασία που προβλέπεται, περιλαμβάνει συνάντηση του δράστη με το θύμα, προκειμένου να ακολουθήσει συζήτηση σχετικά με το πρόβλημα της θυματοποίησης, έκφραση συναισθημάτων κι απόψεων και εξεύρεση των ενεργειών του δράστη, που μπορούν να οδηγήσουν σε επανόρθωση της ζημίας του θύματος. Στις ΗΠΑ υπολογίζεται, ότι περίπου 3.000 δράστες υποβάλλονται κατ’ έτος στη διαδικασία των VORP, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι ανήλικοι. Υπάρχουν, ωστόσο, ειδικά προγράμματα και για ενήλικες. Τα αποτελέσματα των προγραμμάτων αυτών είναι θεαματικά. Από έρευνες που έχουν διεξαχθεί στις ΗΠΑ διαπιστώνεται, ότι το 60% των θυμάτων, περίπου, συμφωνούν με τη την ενεργό συμμετοχή στα προγράμματα VORP. Από τις ίδιες έρευνες προκύπτει, ότι τόσο τα θύματα όσο και οι δράστες εμφανίζονται ιδιαίτερα ευχαριστημένοι από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από τη μεταξύ τους συνάντηση. Τα προγράμματα VORP λειτουργούν και ως εναλλακτικές ποινές στον εγκλεισμό. Έτσι στο πλαίσιο εφαρμογής και λειτουργίας των VORP ο δράστης και το θύμα συναντώνται πρόσωπο με πρόσωπο, σ’ ένα πρώτο στάδιο, ενώπιον ενός εκπαιδευμένου μεσολαβητή. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, που στην πραγματικότητα δεν είναι μόνο μία, αλλά μια σειρά συναντήσεων, δίνεται η ευκαιρία στο θύμα να λάβει απάντηση στο καίριο, για όλα τα θύματα εγκληματικών πράξεων, ερώτημα, της αιτίας που οδήγησε το δράστη στη στοχοποίησή του. Από την άλλη πλευρά ο δράστης έχει τη δυνατότητα, να αντιληφθεί τα συναισθήματα που προξένησε στο θύμα με την έκνομη συμπεριφορά του και πώς αυτή επέδρασε στην ψυχολογία του. Επιπλέον του δίνεται η ευκαιρία να αιτιολογήσει την παραβατική του συμπεριφορά, να δώσει απαντήσεις στις απορίες του θύματος, να εκφράσει τη θλίψη και τη μεταμέλειά του για την υλική και ηθική  ζημία που προκάλεσε στο θύμα. Ένας πολύ  σημαντικός παράγοντας για την επιτυχία της συμφιλιωτικής διαδικασίας μεταξύ δράστη-θύματος είναι η εμπειρία και οι ικανότητες του μεσολαβητή. Η πρώτη και μια από τις σημαντικότερες ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβεί ο τελευταίος είναι η διαπίστωση, του εάν τα εμπλεκόμενα μέρη είναι πρόθυμα να συναντηθούν και να εμπλακούν σε μια διαδικασία συνδιαλλαγής. Η συμμετοχή, βέβαια, των κεντρικών προσώπων αυτής της διαδικασίας  είναι εκούσια. Έτσι, αν ο δράστης αρνηθεί να συμμετάσχει στη συμφιλιωτική διαδικασία, παραπέμπεται στην επίσημη δικαιοσύνη. Η εξέλιξη είναι η ίδια στην περίπτωση που το θύμα, είτε δεν είναι διατεθειμένο να λάβει μέρος στην εξωδικαστική διευθέτηση, είτε αποχωρήσει μεταγενέστερα απ’ αυτή. Όπως προκύπτει , το πρόγραμμα VORP  βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης με την ποινική δικαιοσύνη. Πρόκειται, δηλαδή, για μία διαδικασία που δεν αντικαθιστά αλλά επικουρεί την επίσημη  δικαιοσύνη. Σ’ ένα δεύτερο στάδιο και αφού το θύμα έχει μιλήσει σε προγενέστερο χρόνο για την υλική και ηθική αξία της προκληθείσας ζημίας από το σε βάρος του τελεσθέν αδίκημα, το ενδιαφέρον των μερών επικεντρώνεται στην ευθύνη του δράστη και στον τρόπο της αποκατάστασης της ζημίας του θύματος. Πέρα από τη χρηματική ικανοποίηση του θύματος, είναι δυνατή η αποκατάσταση της ζημίας που του προκλήθηκε είτε με την εκτέλεση κάποιας υπηρεσίας για λογαριασμό του, είτε η εκτέλεση υπηρεσίας σε τοπικό πρόγραμμα, που έχει σχεδιαστεί από το τελευταίο. Σ’ ένα τρίτο και τελευταίο στάδιο ακολουθεί η σύναψη-επισφράγιση της συμφωνίας. Το κείμενο της συμφωνίας συντάσσεται, παρουσία των μερών, από το μεσολαβητή και υποβάλλεται προς έγκριση και επιβολή της αποκαταστατικής ποινής στο δικαστήριο. Η εκτέλεση της συμφωνίας παρακολουθείται στο εξής από το προσωπικό των προγραμμάτων VORP. Σε περίπτωση που απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα για την πλήρωση της συμφωνίας, οι κοινωνικοί λειτουργοί του προγράμματος  διενεργούν μία ή και περισσότερες επαναληπτικές συναντήσεις μεταξύ των μερών. Με την επιτυχή πλήρωση των όρων της συμφωνίας, οι κοινωνικοί λειτουργοί του προγράμματος συντάσσουν μια τελική έκθεση, που υποβάλλουν στο δικαστήριο, για ενημέρωση κι αρχειοθέτηση. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω κύριος σκοπός των προγραμμάτων VORP είναι η συμφιλίωση του δράστη με το θύμα και την κοινότητα, τους κοινωνικούς δεσμούς της οποίας διαρρηγνύει με την τέλεση του αδικήματος και η άρση μ’ αυτό τον τρόπο της  προκληθείσας, στην έννομη τάξη, προσβολής. Παρόλαυτά διατυπώνεται η ανάγκη από πολλούς για τη συγκεκριμενοποίηση των σκοπών αυτών, ώστε να αποκτήσουν πιο πρακτικό αντίκρισμα. Έτσι υποστηρίζεται , ότι οι σκοποί αυτοί είναι οι εξής : α) ο εξανθρωπισμός της ποινικής διαδικασίας, μέσω της προσέγγισης των μερών που εμπλέκονται στο τελεσθέν έγκλημα, β) η επίταση της προσωπικής ευθύνης του δράστη για τις πράξεις του, γ) η συμμετοχή των θυμάτων κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, δ) η αποζημίωση των θυμάτων, ε) η κατανόηση της κοινότητας για το έγκλημα, στ) η παροχή μιας εναλλακτικής κυρωτικής δυνατότητας από τον εγκλεισμό.

    Ωστόσο τα προγράμματα VORP λειτουργούν σε ανεπίσημη βάση, χωρίς να περιλαμβάνονται στο θεσμικό πλαίσιο των μέτρων για τη συμφιλίωση των συγκρουόμενων μερών ενός αδικήματος και της αποκατάστασης του θύματος της εγκληματικής αυτής πράξης. Η αμερικανική νομοθεσία σε ομοσπονδιακό επίπεδο προβλέπει την ποινή της αποκατάστασης στο νόμο «Victim Bills of Rights», για τους δράστες που προκαλούν, με το έγκλημα τους, ζημία στο θύμα. Η αποκατάσταση του θύματος επιβάλλεται ως όρος αναστολής εκτέλεσης της ποινής και τοποθέτησης του δράστη σε δοκιμασία, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωτική η επιβολή της, καθώς εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Επιπλέον κύριος σκοπός της επιβολής της ποινής αυτής είναι η θεραπεία του δράστη, όχι η συμφιλίωση των μερών και η αποκατάσταση της ζημίας του θύματος. Η ανασφάλεια που δημιουργεί η ρύθμιση αυτή σε ομοσπονδιακό επίπεδο αλλά και η ύπαρξη αντίστοιχων ρυθμίσεων στο επίπεδο των έννομων τάξεων των επιμέρους πολιτειών, έχει σαν αποτέλεσμα την αποθάρρυνση των θυμάτων από την προσφυγή στην επίσημη δικαιοσύνη και την προτίμηση εξωδικαστικών  διαδικασιών, για τη διευθέτηση των διαφορών, που προέκυψαν από τη σε βάρος τους τέλεση του αδικήματος από το δράστη.

    ii. Καναδάς

    Τα προγράμματα VORP, όπως ήδη αναφέρθηκε, κάνουν την εμφάνισή τους αρχικά στον Καναδά. Όσον αφορά το σκέλος των προγραμμάτων που σχετίζεται με την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ενηλίκων, δεν παρατηρείται καμία διαφοροποίηση με τα αντίστοιχα προγράμματα που τυγχάνουν εφαρμογής στις Η.Π.Α., διαφοροποιήσεις όμως παρατηρούνται σχετικά με τα προγράμματα που προβλέπονται για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων.

    Στα πλαίσια λειτουργίας των ανωτέρω προγραμμάτων, οι ανήλικοι συναντώνται με τα θύματα των αδικημάτων που έχουν τελέσει, με πρωτοβουλία του μεσολαβητή, ο οποίος  διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της διαδικασίας και στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των μερών. Η συμμετοχή των πρωταγωνιστών της σύγκρουσης  στη συμφιλιωτική διαδικασία είναι εκούσια και σε περίπτωση απροθυμίας ενός εκ των δύο να λάβουν μέρος  σ’ αυτή, το τελεσθέν αδίκημα εκδικάζεται από τα δικαστήρια ανηλίκων. Τα προγράμματα VORP, στο σύνολό τους, προβλέπονται και εφαρμόζονται για αρχάριους ανήλικους δράστες, μάλιστα στα περισσότερα απ’ αυτά δε γίνονται δεκτοί ανήλικοι, που εμφανίζουν έντονη αντικοινωνική συμπεριφορά ή έχουν τελέσει αδικήματα βίας. Έτσι στην περίπτωση της περιοχής  Alberta για να δικαιούται ένας ανήλικος εναλλακτική μεταχείριση και ειδικότερα, συμμετοχή σε προγράμματα VORP, θα πρέπει : 1) Να είναι ηλικίας 12-18 ετών, κατά το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος, 2) να μην έχει ποινικό μητρώο, 3) να μην έχει υποβληθεί στο παρελθόν σε εναλλακτική μεταχείριση και 4) να μην κατηγορείται για έγκλημα βίας. Τα προγράμματα VORP για ανήλικους δράστες λειτουργούν στη φιλοσοφία της συμφιλίωσης μεταξύ των μερών, όπως ακριβώς και τα αντίστοιχα προγράμματα για τους ενήλικες. Η μοναδική διαφορά με τα τελευταία έγκειται, στο ότι στα προγράμματα για τους ανήλικους έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν και οι γονείς των νεαρών παραβατών. Σκοπός αυτής της διαφοροποίησης, είναι η παρακολούθηση από μέρους των γονέων της βελτίωσης των παιδιών τους, καθώς έχει διαπιστωθεί ότι η παραβατική συμπεριφορά των τελευταίων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε ενδοοικογενειακούς παράγοντες. Η ολοκλήρωση των προγραμμάτων πραγματώνεται με τη συμφιλίωση των μερών και την κατάρτιση συμφωνίας για την αποκατάσταση της υλικής και ηθικής ζημίας των θυμάτων. Η συνηθέστερη μορφή υλικής αποκατάστασης  είναι η χρηματική, η οποία καταβάλλεται τις περισσότερες φορές από τους γονείς των ανήλικων δραστών, ενώ οι συνηθέστερες μορφές ηθικής αποκατάστασης είναι η προσωπική εργασία για την κοινότητα, η απολογία και η συγγνώμη. Η εκτέλεση της συμφωνίας παρακολουθείται από το προσωπικό των προγραμμάτων και παράλληλα διενεργούνται επαναληπτικές συναντήσεις, μεταξύ των μερών, μέχρι την πλήρωση των συμφωνηθέντων όρων. Σε περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων λόγω υπαιτιότητας του ανήλικου δράστη, ο ανήλικος παραπέμπεται να δικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο ανηλίκων ή σε περίπτωση που οι όροι της συμφωνίας έχουν επιβληθεί στα πλαίσια αναστολής εκτέλεσης της ποινής, τότε ενεργοποιείται η επιβληθείσα ποινή.

    iii. Αποτίμηση της προσφοράς των προγραμμάτων VORP

    Μια αξιολόγηση της προσφοράς των προγραμμάτων εξωδικαστικής διευθέτησης διαφορών που προκύπτουν από την τέλεση ποινικά κολάσιμων πράξεων επιχειρείται από έρευνες σε πολιτείες, όπου τυγχάνουν εφαρμογής τα τελευταία. Έτσι, από έρευνες που έχουν διεξαχθεί στην Ιντιάνα, στο Οχάιο, στη Νέα Υόρκη, προκύπτει ότι : 1) 3.000 δράστες υπηρετούν, κατά μέσο όρο, κάθε χρόνο στα προγράμματα αυτά, 2) στη διαδικασία εμπλέκονται κυρίως δράστες εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας, όσον αφορά  τις Η.Π.Α. και κλέφτες καταστημάτων, όσον αφορά τον Καναδά. Υπάρχουν, ωστόσο, προγράμματα που λειτουργούν με δράστες εγκλημάτων «κατά του προσώπου» όπως αυτά στη Νέα Υόρκη και ειδικότερα με δράστες που έχουν τελέσει βιασμούς, ανθρωποκτονίες από αμέλεια ακόμη και απόπειρες ανθρωποκτονίας, 3) το ποσοστό ικανοποίησης των δραστών από τις υπηρεσίες που προσφέρονται αγγίζει το 97% και ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το στοιχείο, ότι το ποσοστό υποτροπής φτάνει μόλις το 4%, 4) το ποσοστό συμμετοχής ανήλικων δραστών κυμαίνεται στο 30% ενώ το ποσοστό υποτροπής τους στο 3-4%. Αντίστοιχης αποδοχής τυγχάνουν τα προγράμματα αυτά και από τα θύματα των παραβατικών συμπεριφορών. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό συμμετοχής των θυμάτων στις συμφιλιωτικές αυτές διαδικασίες φτάνει στο 91% των περιπτώσεων και επιπλέον, συναντώνται με τους δράστες, των σε βάρος τους τελεσθέντων αδικημάτων, σε ποσοστό 90-95%. Η ικανοποίηση των θυμάτων πηγάζει από το γεγονός ότι τους δίνεται η ευκαιρία να κατανοήσουν καλύτερα το έγκλημα και την κατάσταση των δραστών. Από την άλλη μεριά, οι δράστες ικανοποιούνται από το γεγονός, ότι τους δίνεται η ευκαιρία να εκθέσουν τους λόγους για τους οποίους οδηγήθηκαν στην τέλεση του εγκλήματος. Ένα πολύ υψηλό ποσοστό των εμπλεκόμενων μερών που πλησιάζει το 80%, δηλώνει ότι η εναλλακτική διαδικασία των προγραμμάτων VORP είναι η δικαιοσύνη που επιθυμούν. Τα θύματα κατά 95% και οι δράστες κατά 87% πιστεύουν ότι τα VORP μπορούν να εξεταστούν ως μια εναλλακτική ποινή στο δράστη, αντί να του επιβάλλεται η ποινή της φυλάκισης. Τέλος από έρευνες που διεξήχθησαν στην πολιτεία του Τέξας, προκύπτει ότι τα προγράμματα VORP έχουν αρκετά μικρότερο κόστος, από το καθιερωμένο σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και τη συντήρηση των σωφρονιστικών καταστημάτων.

    β. Μεγάλη Βρετανία 

    Ως ένας από τους κύριους εκφραστές του αγγλοσαξονικού νομικού πολιτισμού, οι κοινότητες της Μεγάλης Βρετανίας δε θα μπορούσαν να μη συμμετέχουν ενεργά στην πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος. Με βάση την αντίληψη ότι το έγκλημα είναι γεγονός που αφορά άμεσα την κοινότητα, δε θα μπορούσε να ισχύσει κάτι διαφορετικό σχετικά με τα εμπλεκόμενα σε αυτό μέρη. Έτσι, καθιερώθηκε η κοινοτική διαμεσολάβηση με στόχο τη συμφιλίωση μεταξύ θύματος-δράστη και ως εκ τούτου της αποκατάστασης της ίδιας της κοινότητας. Η συμφιλιωτική διαδικασία που ακολουθείται στις αγγλοσαξονικές χώρες αποτελεί μια εκτροπή  από την επίσημη δικαιοσύνη του κράτους. Τίθενται, μ’ αυτό τον τρόπο, ως προτεραιότητα, η κοινοτική μεσολάβηση, η συμφιλίωση των μερών και η αποκατάσταση της κοινοτικής ειρήνης που διασαλεύτηκε λόγω της τέλεσης του αδικήματος. Αντίθετα στο περιθώριο απωθούνται, εξαιτίας των παραπάνω διαδικασιών, η ποινική δίκη, η αποζημίωση του θύματος από το δράστη και η ποινική τιμωρία του τελευταίου. 

    Εκτός όμως από τις ανωτέρω συμφιλιωτικές διαδικασίες που ακολουθούνται από τις διάφορες κοινότητες στη Μ. Βρετανία, στο αγγλικό δίκαιο προβλέπονται συμβιβαστικές διαδικασίες, οι οποίες, ωστόσο, έχουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα σχετικά με όσες έχουν εκτεθεί παραπάνω. Έτσι, τα μέρη που συμμετέχουν σ’ αυτή τη διαδικασία είναι ο δράστης και ο εισαγγελέας. Αποκλειστικός στόχος του τελευταίου είναι να αποσπάσει την ομολογία του δράστη για την τέλεση ενός αδικήματος, άσχετα αν αυτό πολλές φορές είναι διαφορετικό από το τελεσθέν. Σε αντάλλαγμα, ο δράστης τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης από τον εισαγγελέα και το δικαστήριο, είτε με την καταδίκη του για την τέλεση της ηπιότερης από τις περισσότερες πράξεις που έχει τελέσει (charge bargain), είτε με την αποσιώπηση από τον εισαγγελέα επιβαρυντικών για την ενοχή του δράστη περιστατικών (fact bargains), είτε με την επιβολή μικρότερης ποινής, από αυτή που επιβάλλεται σε αδικήματα που έχουν τελεστεί υπό ανάλογες περιστάσεις. Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το θύμα παραγκωνίζεται πλήρως στα πλαίσια των διαδικασιών αυτών και αποκλειστικός στόχος των δικαστικών αρχών καθίσταται η εξασφάλιση της ομολογίας του δράστη, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η τιμώρηση του έστω και για πράξη διαφορετική από την τελεσθείσα.

    γ. Γαλλία

    Στη Γαλλία ο θεσμός της συνδιαλλαγής κάνει την εμφάνισή του άτυπα στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με τη μορφή εισαγγελικής πρακτικής. Οι εισαγγελικοί λειτουργοί λαμβάνοντας υπόψη τους την ανάγκη επιτάχυνσης και απλούστευσης της ποινικής διαδικασίας, κυρίως όσον αφορά αδικήματα μικρής ποινικής απαξίας, παράλληλα με την αρχειοθέτηση της δικογραφίας επιβάλλουν στο δράστη ορισμένα μέτρα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ποινική διαμεσολάβηση. Η ευχέρεια αυτή παρέχεται στους εισαγγελικούς λειτουργούς από την αρχή της σκοπιμότητας που ισχύει στο γαλλικό ποινικό δικονομικό δίκαιο όσον αφορά την άσκηση της ποινικής δίωξης. Η επιτυχία της παραπάνω μεθόδου οδηγεί τη γαλλική κυβέρνηση στην υιοθέτηση της διαμεσολάβησης, πριν την κίνηση της ποινικής δίωξης, με την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 41 του γαλ.Κ.Π.Δ., που εισάγεται με το γαλ.Ν 93-2/4 Ιουνίου 1993. Ο Γάλλος νομοθέτης προχωρεί ακόμα παραπέρα με τη εισαγωγή του θεσμού της ποινικής διευθέτησης, μιας μορφής ποινικής συνδιαλλαγής, στο άρθρο 35 του γαλ.Σχ.Ν 1335 της 1ης Ιουνίου του 1994, το οποίο ωστόσο κρίνεται αντισυνταγματικό με αποτέλεσμα να καταστεί ανίσχυρο. Τέλος τίθεται σε ισχύ στις 23 Ιουνίου του 1999 νέο γαλ.Σχ.Ν περί εναλλακτικών διαδικασιών και ενίσχυσης της ποινικής δικονομίας , που μετασχηματίζει το θεσμό της ποινικής διευθέτησης, σε θεσμό του ποινικού συμβιβασμού. Ο ποινικός συμβιβασμός συνιστά ειδικότερη μορφή της ποινικής συνδιαλλαγής, με βάση την οποία ο εισαγγελέας έχει τη διακριτική ευχέρεια να προτείνει στο δράστη πλημμελήματος ή πταίσματος που αποδέχεται την ενοχή του, την εκτέλεση μέτρων αποκαταστατικού και κυρωτικού χαρακτήρα. Τα αδικήματα στα οποία μπορεί να ακολουθηθεί η διαδικασία του ποινικού συμβιβασμού, πλημμελήματα που τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι τριών ετών και ορισμένα πταίσματα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, προβλέπονται περιοριστικά στα άρθρα 41-2, 41-3 στο γαλ.ΚΠΔ. Πρόκειται για πράξεις που κατά κανόνα δεν παρουσιάζουν αποδεικτικές δυσκολίες και σε κάθε περίπτωση ο δράστης θα πρέπει να είναι ενήλικος για να υπαχθεί σ’ αυτό το μέτρο. Τα πλημμελήματα στα οποία είναι δυνατή η εφαρμογή της ειδικής αυτής μορφής συνδιαλλαγής είναι: απλές και διακεκριμένες βιαιοπραγίες που προκάλεσαν πλήρη ανικανότητα εργασίας μεγαλύτερη από οκτώ ημέρες  (violences simples et qualifiées ayant entraîné une incapacité de travail de plus de huit jours, άρθρα 222-11 και 222-13 γαλΠ.Κ. αντιστοίχως), κακόβουλες τηλεφωνικές κλήσεις (appels téléphoniques malveillants, άρθρο 222-16 γαλΠ.Κ.), απειλή  (menace, άρθρα 222-17, 222-18 § 1 εδάφιο α΄ γαλΠ.Κ.), εγκατάλειψη οικογενείας (abandon de famille, άρθρα 227-3, 227-4  γαλΠ.Κ.), προσβολές της γονικής μέριμνας (atteintes à l’autorité parentale, άρθρα 227-5 έως 227-7 και 227-9 έως 227-11 γαλΠ.Κ.), απλή κλοπή (vol simple, άρθρο 311-3 γαλΠ.Κ.), κλοπές ή υπεξαιρέσεις χρήσεως ορισμένων αντικειμένων (filouteries, άρθρο 313-5 γαλΠ.Κ.), υπεξαίρεση ενεχύρου ή κατασχεθέντος (détournement de gage ou d’objet saisi, άρθρα 314-5 και 314-6 γαλΠ.Κ.), απλές καταστροφές και φθορές (destructions et dégradations simples, άρθρα 322-1 και 322-2 γαλΠ.Κ.), απειλές καταστροφών, φθορών και ψευδών συναγερμών (menaces de destruction,  de dégradation et de fausses alertes, άρθρα 322-12 έως 322-14 γαλΠ.Κ.), προσβολή προσώπου επιφορτισμένου με την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας (outrages à une personne chargée d’une mission de service public, άρθρο 433-5 γαλΠ.Κ.), αντίσταση κατά της αρχής (rébellion, άρθρα 433-6 και 433-7 γαλΠ.Κ.), σοβαρές ωμότητες σε βάρος ζώων (sévices graves envers les animaux, άρθρο 521-1 γαλΠ.Κ.), παράνομη κτήση, παραχώρηση, κατοχή ή  μεταφορά όπλου (acquisition, cessation, detention ou transport illicites d’arme, άρθρα 28 και 32 γαλΝ.Δ. της 18ης Απριλίου 1939 περί υλικού πολέμου, όπλων και πυρομαχικών), οδήγηση σε κατάσταση μέθης και άρνηση υποβολής στον σχετικό αστυνομικό έλεγχο (conduite sous l’empire d’un état alcoolique, refus de se soumettre aux vérifications policières, άρθρο L 1 γαλΚ.O.Κ.), χρήση ναρκωτικών ουσιών (usage de stupéfiants, άρθρο L 628 γαλ. Κώδικα Δημόσιας Υγείας). Το γεγονός ότι στον ανωτέρω κατάλογο των, περιοριστικά αναφερόμενων, αδικημάτων δεν περιλαμβάνονται τα βασικά πλημμελήματα κατά της περιουσίας όπως η απάτη (escroquerie, άρθρο 313-1 γαλΠ.Κ.) και τα εξ αμελείας τελούμενα πλημμελήματα οφείλεται στην πρόθεση του γάλλου νομοθέτη, να αντιμετωπίσει με τον ποινικό συμβιβασμό τη λεγόμενη εγκληματικότητα των πόλεων. Τα πταίσματα στα οποία προβλέπεται η εφαρμογή του θεσμού του ποινικού συμβιβασμού είναι οι τελούμενες σε βαθμό πταίσματος βιαιοπραγίες και φθορές (violences et dégradations contraventionnelles, άρθρα R 624-1, R 625-1 και R 635-1 γαλΠ.Κ.).

    Η διενέργεια της διαδικασίας για την επίτευξη ποινικού συμβιβασμού προηγείται της κίνησης της ποινικής δίωξης και προϋποθέτει την αποδοχή από το δράστη της τέλεσης της εγκληματικής πράξης η οποία του αποδίδεται. Η διεξαγωγή της, ωστόσο, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αρμόδιου εισαγγελέα, ο οποίος έχει τη δυνατότητα, είτε να ασκήσει ποινική δίωξη, είτε να θέσει τη δικογραφία στο αρχείο. Ο ποινικός συμβιβασμός επιτυγχάνεται σε δύο στάδια, στο πρώτο από τα οποία ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, στον οποίο ανήκει η πρωτοβουλία για την κίνηση της διαδικασίας, προτείνει υποχρεωτικά την αποκατάσταση της ζημίας του θύματος και δυνητικά ένα ή και περισσότερα από τα εξής μέτρα: α) Καταβολή προστίμου συμβιβασμού (amende de composition), καταβλητέου το αργότερο σε ένα έτος,  β) παραχώρηση στο Κράτος (dessaisissement au profit de l’Etat) του πράγματος που χρησιμοποιήθηκε ή που προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί για την τέλεση της αξιόποινης πράξεως ή που είναι το προϊόν της, γ) κατάθεση της άδειας οδηγήσεως ή της άδειας κυνηγίου (remise du permis de conduire ou du permis de chasser) στην γραμματεία τού μονομελούς πρωτοδικείου για διάστημα όχι μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών επί πλημμελήματος και δύο επί πταίσματος, δ) παροχή άμισθης κοινωφελούς εργασίας (travail au profit de la collectivité) με μέγιστη διάρκεια εξήντα ώρες επί πλημμελήματος και τριάντα επί πταίσματος και για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των έξι μηνών επί πλημμελήματος και των τριών επί πταίσματος. Σε ένα δεύτερο στάδιο η επιτευχθείσα συμφωνία επικυρώνεται από τον αρμόδιο τακτικό δικαστή (πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου επί πλημμελημάτων και ειρηνοδίκη επί πταισμάτων) ενώπιον του οποίου άγεται η υπόθεση έπειτα από πρόταση του αρμόδιου εισαγγελέα.

    Η έκβαση του ποινικού συμβιβασμού εξαρτάται από το κατά πόσο ο δράστης θα ανταποκριθεί στην εκτέλεση των μέτρων που του έχουν επιβληθεί από το δικαστή. Στην περίπτωση της εκπλήρωσης των επιβληθέντων μέτρων, η ποινική αξίωση της πολιτείας εξαλείφεται και δεν είναι πλέον δυνατή η ποινική δίωξη της πράξης. Αντίθετα, στις υπόλοιπες εναλλακτικές διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 41-1 του γαλ.ΚΠΔ, η εκπλήρωση των μέτρων που θα επιβληθούν στο φερόμενο δράστη, οδηγεί στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης υπό όρους, από τον εισαγγελέα. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές παρέχεται η δυνατότητα στον τελευταίο, να κινήσει την ποινική δίωξη μέχρι τη συμπλήρωση της παραγραφής της υπόθεσης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, ο φερόμενος ως δράστης της παραβατικής συμπεριφοράς, ανταποκρίθηκε στην εκτέλεση των συμφωνηθέντων μέτρων.

    Εκτός όμως από τη μη εκπλήρωση των επιβληθέντων μέτρων από μέρους του υπαιτίου της παράνομης συμπεριφοράς, η διαδικασία του ποινικού συμβιβασμού μπορεί να αποτύχει εξαιτίας της μη επίτευξης συμφωνίας ανάμεσα στο δράστη και τον εισαγγελέα σχετικά με τα προτεινόμενα , από τον τελευταίο, μέτρα ή λόγω της μη επικύρωσης της συμφωνίας από τον αρμόδιο τακτικό δικαστή διότι θεωρεί, ότι αυτά είναι, είτε πολύ αυστηρά, είτε πολύ επιεική. Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν καθίσταται εφικτή η επίτευξη ποινικού συμβιβασμού, ο εισαγγελέας διατηρεί τη δυνατότητα που του δίνεται από την εφαρμογή της αρχής της σκοπιμότητας, που ισχύει στο γαλλικό ποινικό δικονομικό δίκαιο, είτε να κινήσει την ποινική δίωξη, είτε να θέσει τη δικογραφία στο αρχείο.

    δ. Αυστρία

    Στην Αυστρία προβλέπεται η εφαρμογή του συγγενούς προς τη συνδιαλλαγή θεσμού της αποκατάστασης στο άρθρο 42 του αυστρ.ΠΚ. Σύμφωνα με το τελευταίο δεν επιβάλλεται ποινή στο δράστη αυτεπαγγέλτως διωκόμενης πράξης που τιμωρείται μόνο με ποινή σε χρήμα ή με στερητική της ελευθερίας ποινή μέχρι τριών ετών ή με αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή και με ποινή σε χρήμα υπό τις εξής προϋποθέσεις : α) η ενοχή τού δράστη είναι μικρή, β) η πράξη του δεν προκάλεσε ζημία ή προκάλεσε ασήμαντη ζημία ή ο δράστης έχει καταβάλει ουσιώδη προσπάθεια για να εξαλείψει ή να μειώσει τις αρνητικές συνέπειες της παραβατικής συμπεριφοράς του και γ) δεν κρίνεται απαραίτητη η επιβολή ποινής προκειμένου ο δράστης να αποτραπεί από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων ή προκειμένου να αποτραπούν άλλοι από την τέλεση αξιόποινων πράξεων. 

    Ακόμα, στο πλαίσιο των διατάξεων που ρυθμίζουν το δίκαιο των ανηλίκων εισάγεται ρητά για πρώτη φορά το 1988 η εξωδικαστική διευθέτηση της σύγκρουσης που προκαλείται από  την τέλεση μιας εγκληματικής ενέργειας, ως ένα μέτρο παράκαμψης της ποινικής διαδικασίας ή αποχής από την τυπική ή επίσημη διαδικασία στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης σε ανηλίκους. Σκοπός του αυστριακού νόμου JGG 1988 είναι η προστασία των ανηλίκων από τις στιγματιστικές εμπειρίες της ποινικής διαδικασίας, γι’ αυτό δίνεται προτεραιότητα σε διαδικασίες μη-παρέμβασης και σε μέτρα παράκαμψης της ποινικής διαδικασίας. Αρμόδιος για να διατάξει την εξωδικαστική διευθέτηση της διαφοράς είναι καταρχήν ο εισαγγελέας, εφόσον διαπιστώσει ότι ο φερόμενος δράστης είναι πρόθυμος να αναγνωρίσει ότι τέλεσε την πράξη και να επανορθώσει τη ζημία που προκάλεσε ανάλογα με τις δυνάμεις του. Στην περίπτωση όμως που ο εισαγγελέας δεν αποφασίσει την εξωδικαστική διευθέτηση της διαφοράς το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει τη δυνατότητα αυτή, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης του ανηλίκου ή του θύματος μέχρι την έναρξη της διαδικασίας στο ακροατήριο. Εφόσον αποφασιστεί η διενέργεια της κατά παρέκκλιση διαδικασίας, υπεύθυνοι για τη ρύθμιση της σύγκρουσης είναι οι κοινωνικοί λειτουργοί που περιβάλλονται από ένα καθεστώς αυτονομίας σε σχέση με τους δικαστικούς λειτουργούς. Στα πλαίσια της διαδικασίας ρύθμισης της σύγκρουσης διασαφηνίζονται στο δράστη οι κανόνες δικαίου, γίνεται επεξεργασία της πράξης και ανάληψη της ευθύνης για την πράξη και τις συνέπειές της, εκμάθηση στρατηγικών αποφυγής των συγκρούσεων, ενεργητική παροχή επανόρθωσης της ζημίας και ενδεχομένως προσωπική επαφή και συμφιλίωση με το θύμα. Στη διαδικασία αυτή δεν είναι απαραίτητη η συνάντηση μεταξύ δράστη, θύματος ούτε και η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ τους. Τα μέρη της σύγκρουσης λειτουργούν σχετικά αυτόνομα με την υποστήριξη του κοινωνικού λειτουργού. Αν το θύμα δεν επιθυμεί να συμπράξει, είναι δυνατή η διευθέτηση με τη διενέργεια συμβολικών πράξεων ή με την καταβολή ενός ποσού, ως αποζημίωση, στο δικαστήριο. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη αποσκοπεί στον αποκλεισμό της πιθανότητας να ασκηθεί στο θύμα απαράδεκτη πίεση. Υπάρχει ακόμα η δυνατότητα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να επιδιωχθεί η επίτευξη διευθέτησης, μεταξύ δράστη και θύματος, πριν ακόμα σταλεί η δικογραφία στον εισαγγελέα, μετά από υπόδειξη των αστυνομικών αρχών. 

    Η εξωδικαστική επίλυση της διαφοράς δεν απαιτεί την πλήρη αστική ικανοποίηση του θύματος, αρκεί η πρόθεση του φερόμενου ανήλικου δράστη να επανορθώσει την προκληθείσα ζημία ανάλογα με τις δυνάμεις του.  Επιπλέον για την υπαγωγή του ανηλίκου στην κατά παρέκκλιση διαδικασία δεν είναι απαραίτητη η τυπική ομολογία του, αρκεί η προθυμία του να αναγνωρίσει την πράξη. Ακόμα απαραίτητη προϋπόθεση είναι η επιθυμία του ανηλίκου να υπαχθεί στην παραπάνω διαδικασία, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του και διαμορφώνεται μετά από τη νουθεσία του για αυτή τη δυνατότητα που του παρέχεται.

    Σημαντικό ρόλο στην εξωδικαστική διευθέτηση διαδραματίζουν οι κοινωνικοί λειτουργοί. Η τελική απόφαση για την υπαγωγή της υπόθεσης στην παραπάνω διαδικασία ανήκει στον εισαγγελέα ή στο δικαστήριο,  η τελευταία όμως λαμβάνεται κατόπιν συνεννόησης των δικαστικών λειτουργών με κοινωνικούς λειτουργούς με τους οποίους βρίσκονται σε διαρκή συνεννόηση. Ακόμα αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη διεξαγωγή της διευθέτησης είναι οι κοινωνικοί λειτουργοί, καθώς η εμφάνιση των εμπλεκόμενων, στο τελεσθέν αδίκημα, μερών ενώπιον του εισαγγελέα δεν προβλέπεται στο νόμο. Με τη λήξη της διευθέτησης συντάσσουν γραπτή έκθεση στην οποία περιλαμβάνεται η αξιολόγησή τους για την εξέλιξη της διαδικασίας και την υποβάλλουν στον εισαγγελέα ή στο δικαστήριο. Η κρίση για το αν η διευθέτηση της σύγκρουσης που επιτεύχθηκε αρκεί, ανήκει αποκλειστικά στον εισαγγελέα ή στο δικαστήριο. Είναι όμως σύνηθες σε περίπτωση θετικής εκτίμησης του κοινωνικού λειτουργού οι δικαστικές αρχές να δέχονται τη θετική αξιολόγηση. Στην περίπτωση που η κρίση τους για την επάρκεια της διευθέτησης είναι θετική αποφασίζεται η αποχή από την ποινική δίωξη ή η παύση της διαδικασίας. Ωστόσο προϋποθέσεις για να απέχει ο εισαγγελέας από τη δίωξη είναι η πράξη του ανήλικου να τιμωρείται με ποινή κατά της ελευθερίας όχι μεγαλύτερη από πέντε έτη (δηλαδή πρόκειται για πράξη που στο ποινικό δίκαιο απειλείται με ποινή όχι μεγαλύτερη των δέκα ετών) ή με μια τέτοια ποινή και χρηματική ποινή και η παραβατική συμπεριφορά δεν έχει ως συνέπεια το θάνατο ανθρώπου. Ακόμα δεν πρέπει να αποδίδεται στον ανήλικο βαριά ενοχή για την τέλεση της πράξης. Το δικαστήριο, αντίθετα, δεσμεύεται να μη διατάξει την αποχή από την κίνηση της ποινικής δίωξης μόνο σε περίπτωση βαριάς ενοχής του φερόμενου ως δράστη.

    ε. Γερμανία 

    Στο επίπεδο απονομής ποινικής δικαιοσύνης σε ενήλικες εισάγεται όπως και στην Αυστρία ο θεσμός της αποκατάστασης με το άρθρο 46a του γερμ.ΠΚ. Σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο το δικαστήριο μπορεί να μειώσει ή να μην επιβάλλει καθόλου ποινή στο δράστη αδικήματος που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή που δεν ξεπερνά το ένα έτος ή ποινή σε χρήμα ύψους 360 ημερήσιων μονάδων, εφόσον συντρέχουν οι παρακάτω περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις: α) καταβάλλει προσπάθεια να συνδιαλλαγεί με τον παθόντα (Täter-Opfer-Ausgleich) ή να επανορθώσει (wiedergutmacht) πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό τις συνέπειες που προκλήθηκαν από την πράξη του ή καταβάλλει σοβαρή προσπάθεια προς επανόρθωση ή 2) προτίθεται να αποζημιώσει πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό το θύμα στις περιπτώσεις που η επανόρθωση της βλάβης αξιοί από αυτόν σημαντικές προσωπικές εργασίες (Leistungen) ή προσωπικούς περιορισμούς (Verzicht). Ακόμα στην παράγραφο 380 StPO προβλέπεται η εφαρμογή διαδικασίας συνδιαλλαγής (Suehneversuch) σε ορισμένα από τα εγκλήματα που μπορούν να διωχθούν με ιδιωτική κατηγορία (Privatklage) και ειδικότερα στη διατάραξη οικιακής ειρήνης, στην εξύβριση, στην παραβίαση του απορρήτου των επιστολών , τη σωματική βλάβη, την απειλή και τη φθορά ξένης ιδιοκτησίας. Η αποτυχία της διαδικασίας συνδιαλλαγής, που εκτυλίσσεται ενώπιον μη δικαστικής αρχής (Vergleichsbehoerde), αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της έγερσης της δικαστικής κατηγορίας. Τέλος στην παράγραφο 153a του ΓερμΚ.Π.Δ. αναγνωρίζεται η «αρχή της συναίνεσης», (συμφωνία, συνεννόηση), ως λόγος για την αναστολή της διαδικασίας σε μικρής και μέσης βαρύτητας εγκλήματα και ήδη από το 2009 με τη ρύθμιση της παραγράφου 257c, η αρχή της συναίνεσης καθίσταται δυνατό να διαμορφώσει τη δικαστική ετυμηγορία χωρίς να υπάρχει δυνατότητα δικαστικού ελέγχου από το ακυρωτικό δικαστήριο.

    Η συνδιαλλαγή δράστη-θύματος στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου ανηλίκων,  κατοχυρώνεται ως θεσμός στη Γερμανία με τον Πρώτο Τροποποιητικό Νόμο του Νόμου για τα Δικαστήρια Ανηλίκων, που τίθεται σε ισχύ την 1-12-1990. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η συνδιαλλαγή διατάσσεται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας α) ως οδηγία (μέτρο αγωγής ως κύρωση) μετά τη δίκη στο δικαστήριο ανηλίκων, β) ως παιδαγωγικό μέτρο για την αποχή του εισαγγελέα ανηλίκων από την ποινική δίωξη, γ) ως οδηγία για την παύση της διαδικασίας από το δικαστή ανηλίκων, δ) ως όρος σε περίπτωση της αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό δοκιμασία και ε) ως όρος στο πλαίσιο της μερικής έκτισης της ποινής και αναστολής του υπολοίπου της ποινής, (απόλυση υπό όρο). Συγκεκριμένα στο στάδιο της προδικασίας, σύμφωνα με την παράγραφο 45 εδάφιο 3 JGG, ο εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να παρακινήσει το δικαστή ανηλίκων, είτε να νουθετήσει το νεαρό παραβάτη είτε να επιβάλλει κάποιο από τα μέτρα διαπαιδαγώγησης της παρ. 10 JGG (συγκεκριμένα τα υπ’ αριθμό 4 , 7 και 9), τα οποία αποκαλούνται Οδηγίες, είτε κάποια από τις λεγόμενες Υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παρ. 15 JGG υπό τον όρο, ότι ο ανήλικος φερόμενος δράστης ομολογεί την ενοχή του. Στην περίπτωση που ο ανήλικος παραβάτης συμμορφώνεται προς την «Οδηγία» ή την «Υποχρέωση» που του επιβάλλεται από το δικαστή, υπό την προϋπόθεση ότι ο τελευταίος δέχεται την πρόταση του εισαγγελέα, ο εισαγγελέας απέχει από  την άσκηση της ποινικής δίωξης. Οι οδηγίες που προβλέπονται στην παράγραφο 45 εδάφιο 3 JGG, ως υπ’ αριθμό 4, 7, 9 οδηγίες, είναι η παροχή προσωπικής εργασίας από τον ανήλικο (Arbeitsveisung), η διαμεσολάβηση μεταξύ  δράστη και θύματος (Tater-Opfer-Ausgleich) καθώς και η συμμετοχή σε μαθήματα οδήγησης (Verkehrsunterricht). Τα παραπάνω μέτρα είναι δυνατόν να επιβληθούν από το δικαστή και στο στάδιο της κύριας διαδικασίας, στο στάδιο δηλαδή που έχει ήδη ασκηθεί η ποινική δίωξη σύμφωνα με την παράγραφο 47 εδάφιο 1 JGG. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστής ανηλίκων έχει τη δυνατότητα να παύσει τη διαδικασία (Einstellung des Verfahrens).  Είναι εμφανές, ότι στην  περίπτωση εφαρμογής της κατά παρέκκλιση διαδικασίας στο πλαίσιο της προδικασίας, υποχωρεί η αρχή της νομιμότητας, που ισχύει στη Γερμανία, για να ισχύσει, εξαιρετικά, η αρχή της σκοπιμότητας, όσον αφορά την άσκηση της ποινικής δίωξης. Σκοπός της υποχώρησης αυτής είναι η αποφυγή του στιγματισμού των ανήλικων παραβατών και η χορήγηση σ’ αυτούς μιας «δεύτερης ευκαιρίας».

    στ. Ιταλία

    Στην Ιταλία η κατά παρέκκλιση διευθέτηση της διαφοράς εισάγεται στις 24-10-1989, οπότε πραγματοποιείται η αντικατάσταση του μέχρι τότε ισχύοντος, επί εβδομήντα έτη, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Codice Rocco) με τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που είχε ψηφιστεί από το ιταλικό κοινοβούλιο στις 22-9-1988.

    Με το νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας υιοθετείται από τον Ιταλό νομοθέτη μια σειρά διαδικασιών, που σκοπό έχουν να οδηγήσουν στη μείωση των δικαζόμενων, κατά την τακτική διαδικασία, υποθέσεων. Εισάγονται έτσι ειδικές διαδικασίες που οδηγούν στην ταχύτερη και αποτελεσματικότερη απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Οι διαδικασίες αυτές εμφανίζουν έντονες ομοιότητες με αντίστοιχες που εφαρμόζονται σε χώρες, όπου επικρατεί το αγγλοσαξονικό πρότυπο και ιδιαίτερα με αυτές της Μεγάλης Βρετανίας (Summary trial, Plea bargaining). Οι προβλεπόμενες ειδικές διαδικασίες διακρίνονται σε δύο κατηγορίες, πρόκειται για τις ειδικές διαδικασίες με plea bargaining (giudizio abbreviato, applicazione della pena su richiesta delle parti), στις οποίες αποφεύγεται εντελώς η κύρια διαδικασία και για τις συνοπτικές διαδικασίες (giudizio direttisimo, giudizio immediato, procedimento per decreto) στις οποίες παρακάμπτεται η προκαταρκτική έρευνα ή η προκαταρκτική ακρόαση ή και τα δύο. Οι ειδικές διαδικασίες με plea bargaining είναι εκείνες που γειτνιάζουν με το θεσμό της συνδιαλλαγής χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται και διακρίνονται σε giudizio abbreviato που αποδίδεται με τον όρο «συντμηθείσα διαδικασία», που αντιστοιχεί στη summary trial του αγγλοσαξονικού δικαίου και στην επιβολή της ποινής κατ’ αίτηση (applicazione della pena su richiesta). Στη giudizio abbreviato καλείται ο αρμόδιος δικαστής να εκδώσει απόφαση, στο στάδιο της ενδιάμεσης διαδικασίας, μετά από αίτηση του κατηγορουμένου  και σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα. Η απόφαση στηρίζεται στο αποδεικτικό υλικό που έχει συλλεγεί κατά τη διάρκεια της προδικασίας και βρίσκεται στη διάθεση του δικαστή ούτως ή άλλως για τη θεμελίωση ή μη της κατηγορίας και της παραπομπής του κατηγορουμένου. Η «συντμηθείσα διαδικασία» λαμβάνει χώρα σε όλα τα αδικήματα, στα πταίσματα, πλημμελήματα και κακουργήματα ακόμα και σε αυτά που υπάγονται στην αρμοδιότητα του μικτού ορκωτού δικαστηρίου. Για την εφαρμογή της διαδικασίας προβλέπονται ευνοϊκές προϋποθέσεις για τον κατηγορούμενο, ως αντιστάθμισμα για την περικοπή της κύριας διαδικασίας. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να τιμωρηθεί με ποινή μειωμένη κατά το 1/3 της προβλεπόμενης στο νόμο ποινής, να μην καταχωρηθεί η ποινή στο ποινικό μητρώο του και να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα. Στην επιβολή της ποινής κατ’ αίτηση, ο κατηγορούμενος έχει τη δυνατότητα να συμφωνήσει με τον εισαγγελέα για το ύψος της ποινής, που πρόκειται να επιβληθεί, αφού πρώτα ομολογήσει την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται. Στη συνέχεια αιτούνται την άμεση επιβολή της ποινής στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο μέχρι την έναρξη της κύριας διαδικασίας. Στον κατηγορούμενο παρέχονται τα αντισταθμιστικά οφέλη, όπως η μείωση της επιβαλλόμενης ποινής κατά το 1/3 της προβλεπόμενης, που παρέχονται και στη «συντμηθείσα διαδικασία». Ωστόσο ο αρμόδιος, να επιβάλλει την ποινή, δικαστής δε δεσμεύεται από τη συμφωνία των μερών εφόσον αμφισβητεί την ενοχή του κατηγορουμένου, την αποδεικτική αξία του αποδεικτικού υλικού ή θεωρεί τη συμφωνηθείσα ποινή δυσανάλογη προς το αδίκημα που φαίνεται να έχει τελεσθεί. Στις περιπτώσεις αυτές ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να μην αποδεχθεί την επιτευχθείσα συμφωνία  και να αρνηθεί να επιβάλλει την προσυμφωνημένη ποινή.

    ζ. Άλλες Χώρες- Διεθνείς και Ευρωπαϊκοί Οργανισμοί 

    Ο θεσμός της συνδιαλλαγής θύματος-δράστη με τη μορφή της παρέμβασης φορέων της κοινότητας (λ.χ. συμβουλίων της γειτονιάς ή των δήμων ή άλλων εθελοντών), εφαρμόζεται και σε άλλες χώρες όπως η Νορβηγία και η Πολωνία. Ακόμα, κατά παρέκκλιση διαδικασίες βρίσκουν πρακτική εφαρμογή στην Ιαπωνία και την Κίνα.

    Σε επίπεδο διεθνών οργανισμών, σύσταση για καθιέρωση τυπικών και άτυπων διαδικασιών μεσολάβησης-διαιτησίας, για την επίτευξη συμφιλίωσης μεταξύ θύματος και δράστη και αποκατάστασης της βλάβης του θύματος περιλαμβάνεται  στη «Διακήρυξη Βασικών Αρχών Δικαιοσύνης για τα Θύματα Εγκλημάτων και Κατάχρησης Εξουσίας», η οποία υιοθετήθηκε στα πορίσματα του 7ου Συνεδρίου του Ο.Η.Ε. για την Πρόληψη του Εγκλήματος και τη Μεταχείριση του Εγκληματία (Μιλάνο, 26 Αυγούστου-6 Σεπτεμβρίου 1985)(παράγραφοι 5,6). Οι συζητήσεις με θέματα σχετικά με την αποκαταστατική δικαιοσύνη οδήγησαν το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο του Ο.Η.Ε. στην απόφαση 1999/26, με θέμα «Ανάπτυξη και εφαρμογή των μέτρων διαμεσολάβησης και αποκαταστατικής δικαιοσύνης στην ποινική δικαιοσύνη». Στη συνέχεια, στην παράγραφο 28 της «Διακήρυξη της Βιέννης» που διαμορφώθηκε στα πλαίσια του 10ου συνεδρίου του Ο.Η.Ε. (Βιέννη 10-17 Απριλίου 2000), ενθαρρύνεται η ανάπτυξη των πολιτικών αποκαταστατικής δικαιοσύνης, με την προϋπόθεση ότι σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των θυμάτων, των φερόμενων δραστών, των κοινοτήτων και όλων των άλλων εμπλεκόμενων μερών. Ακόμα στην απόφαση 2002/12 για τις «Βασικές αρχές για τη χρήση των προγραμμάτων αποκαταστατικής δικαιοσύνης σε ποινικά θέματα» του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου των Ηνωμένων Εθνών τονίζεται η ανάγκη τήρησης  κατευθυντήριων αρχών και κανόνων κατά την εφαρμογή της διαμεσολάβησης  και αναγνωρίζεται η δυνατότητα πρόβλεψης της διαμεσολάβησης ακόμα και στην κύρια διαδικασία. 

     Στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η υιοθέτηση εξωδικαστικών μορφών διευθέτησης των διαφορών, που προκύπτουν από την τέλεση ποινικών αδικημάτων, προκρίνεται με τη μορφή συστάσεων προς τα κράτη μέλη. Έτσι στη σύσταση Νο. R (85) 11 που έχει ως θέμα τη θέση του θύματος στο πλαίσιο του ποινικού δικαίου και της ποινικής διαδικασίας συνιστάται στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών να εξετάσουν τα πλεονεκτήματα των σχημάτων μεσολάβησης και συμβιβασμού στα πλαίσια της εκτίμησης, ότι η ικανοποίηση των αναγκών και η προστασία των συμφερόντων του θύματος, συνιστούν θεμελιώδη λειτουργία της ποινικής δικαιοσύνης. Ακόμα στη σύσταση Νο. R (86) 12, με θέμα τη λήψη μέτρων για την πρόληψη και τη μείωση του υπερβολικού φόρτου των δικαστηρίων, συνιστάται στις κυβερνήσεις να ενθαρρύνουν, όπου αρμόζει, ένα φιλικό διακανονισμό των διενέξεων, είτε έξω από το δικαστικό σύστημα ή πριν ή κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Ο στόχος αυτός είναι υλοποιήσιμος με την πρόβλεψη και τα κατάλληλα κίνητρα για διαδικασίες προς τακτοποίηση της διένεξης πριν από ή αλλιώς έξω από τη δικαστική διαδικασία. Ακόμα με την ανάθεση στο δικαστή, ως ένα από τα κύρια καθήκοντά του, της επιδίωξης της επίτευξης ενός φιλικού διακανονισμού της διένεξης, σε όλα τα αρμόζοντα θέματα, κατά την έναρξη ή σε οποιοδήποτε κατάλληλο στάδιο της νόμιμης διαδικασίας. Τέλος με την καθιέρωση ηθικού καθήκοντος των δικηγόρων να επιχειρούν συμβιβασμό με το άλλο μέρος, πριν καταφύγουν σε νόμιμες διαδικασίες και σε οποιοδήποτε κατάλληλο στάδιο μιας τέτοιας διαδικασίας. Στη σύσταση Νο. R (87) 18, με θέμα την απλούστευση της ποινικής δικαιοσύνης, συνιστάται η υιοθέτηση της εξωδικαστικής τακτοποίησης των ελαφρών και ασήμαντων εγκλημάτων, από αρχές αρμόδιες σε ποινικές υποθέσεις και από άλλες αρχές που θα παρεμβαίνουν, ως δυνατό υποκατάστατο της δίωξης. Ακολουθούν και άλλες συστάσεις, που απώτερο στόχο έχουν την υιοθέτηση από τα κράτη-μέλη κατά παρέκκλιση διαδικασιών όπως οι R (68) 25 («Oργάνωση μιας απλουστευμένης διαδικασίας επί επουσιωδών τροχαίων παραβάσεων»), R (76) 10 («Oρισμένα εναλλακτικά ποινικά μέτρα στη φυλάκιση»), R (83) 7 («Συμμετοχή τού κοινού στην εγκληματική πολιτική»), R (87) 20 («Κοινωνικές αντιδράσεις στην εγκληματικότητα των ανηλίκων) προκειμένου να προληφθεί η είσοδος ανηλίκων στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και οι δυσάρεστες γι’ αυτούς συνέπειες που την ακολουθούν, στον ίδιο στόχο απέβλεπε η σύσταση R (98) 1(«Οικογενειακή διαμεσολάβηση») για την τακτοποίηση οικογενειακών συγκρούσεων, R (92) 16 («Ευρωπαϊκοί Κανόνες Κοινοτικών Κυρώσεων και μέτρων»), R (92) 17 («Η σταθερότητα κατά τον προσδιορισμό των ποινών»), όπου προτείνονται ως μέτρα η επιδίωξη πολιτικής από-εγκληματοποίησης , η χρήση μέτρων παράκαμψης της τακτικής δικαιοσύνης όπως είναι η συνδιαλλαγή και η εξασφάλιση της αποζημίωσης του θύματος, R (95) 12 («Η διαχείριση της ποινικής δικαιοσύνης») υπενθυμίζει προς τις κυβερνήσεις των χωρών μελών, ότι πολιτικές κατά του εγκλήματος, όπως η αποεγκληματοποίηση, η αποποινικοποίηση ή η απόκλιση, η διαμεσολάβηση και η απλοποίηση της ποινικής διαδικασίας μπορούν να συμβάλλουν στη διευθέτηση δυσκολιών, όπως η πολυπλοκότητα των υποθέσεων, αδικαιολόγητες καθυστερήσεις, περιορισμοί στους προϋπολογισμούς και αυξημένες προσδοκίες απ’ το κοινό και από το προσωπικό, R (99) 19 («Διαμεσολάβηση σε ποινικά θέματα»), R (99) 22 («Υπερκορεσμός των φυλακών και πληθωρισμός του πληθυσμού των φυλακών»), μεταξύ των μέτρων που προτείνονται για την αντιμετώπιση του υπερκορεσμού των φυλακών είναι οι εξωδικαστικές διευθετήσεις τόσο κατά το προδικαστικό στάδιο όσο και κατά το στάδιο της δίκης.

    Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης η προαναφερθείσα κινητικότητα κατέληξε στην απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου στις 15 Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, όπου προβλέπεται η προώθηση του θεσμού της ποινικής μεσολάβησης στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 10) και ορίστηκε προθεσμία για την εφαρμογή του η 22α Μαρτίου 2006. 

  1. Η συνδιαλλαγή στην ελληνική έννομη τάξη

     Όπως προκύπτει από τη μελέτη των αλλοδαπών έννομων τάξεων, οι κατά παρέκκλιση διαδικασίες κερδίζουν διαρκώς έδαφος, όσον αφορά την αποδοχή και την πρακτική τους εφαρμογή. Αν και οι άτυπες μορφές μεσολάβησης μεταξύ των μερών, δηλαδή η μεσολάβηση φορέων σε επίπεδο συμβουλίων της γειτονιάς ή των δήμων ή και εθελοντών, είναι ευρέως διαδεδομένες, ωστόσο, φαίνεται να υπερισχύει, στον ευρωπαϊκό χώρο ιδιαίτερα, η μεσολάβηση δικαστικού τύπου, που τελεί υπό τον εισαγγελικό έλεγχο και βρίσκεται προς την κατεύθυνση της μη άσκησης ποινικής δίωξης, εκ μέρους του, σε  υποθέσεις μικρής σημασίας για τη δημόσια τάξη ή σε υποθέσεις όπου ο φερόμενος δράστης είναι ανήλικος. Έτσι, παρά τις διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται στις διάφορες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, οι οποίες οφείλονται κυρίως στην αποδοχή, είτε της αρχής της νομιμότητας, είτε της αρχής της σκοπιμότητας όσον αφορά την άσκηση της ποινικής δίωξης, η συνδιαλλαγή δράστη-θύματος έχει υιοθετηθεί στις περισσότερες από αυτές. 

    Στην ελληνική έννομη τάξη δεν υπάρχει μια γενική διάταξη στην οποία να προβλέπεται η ρύθμιση της συνδιαλλαγής και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ωστόσο, προβλέπονται παρεμφερείς διατάξεις με τις οποίες δίνεται η δυνατότητα στο δράστη να αποκαταστήσει τη ζημία του θύματος και να τύχει ευνοϊκής μεταχείρισης από το σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Συγκεκριμένα στο άρθρο 84 παρ. 2 του Ποινικού Κώδικα προβλέπεται ότι η μετάνοια του δράστη και η προσπάθειά του να εξαλείψει ή να ελαττώσει τις συνέπειες της πράξης του αποτελεί ελαφρυντική περίσταση και λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Ακόμα στο άρθρο 100 παρ. 1 και 3 ΠΚ η προθυμία του δράστη να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κριτήρια της αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό όρο. Στο άρθρο 106 παρ. 1 ΠΚ η χορήγηση της υφ’ όρον απόλυσης παρουσιάζεται να εξαρτάται και από την εξόφληση των υποχρεώσεων, του καταδίκου προς τον παθόντα, που βεβαιώνονται δικαστικά. Τέλος, η πιο αποτελεσματική λειτουργία της αποκατάστασης της ζημίας του παθόντος, συνιστάται στην έμπρακτη μετάνοια ως προσωπικό λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου. Η πρόβλεψή της γίνεται σε συγκεκριμένες διατάξεις του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα (άρθρα 379, 384, 393, 395, 402, 404 παρ. 6, 405 παρ. 2, 137 παρ. 1, 183 παρ. 2, 153 παρ. 4, 172 παρ 2, 187 παρ. 3, 212, 219, 227 παρ. 2, 267, 287, 289 και 298 ΠΚ) και πρόκειται για την, πλήρη ή μερική, αποκατάσταση της ζημίας που προξένησε με την τέλεση του αδικήματος. Βασική προϋπόθεση για την ύπαρξή της αποτελεί, η αποκατάσταση της βλάβης του θύματος να είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησης του φερόμενου δράστη. 

    α. Η πρώτη απόπειρα εισαγωγής του θεσμού της συνδιαλλαγής στον ελληνικό Κ.Π.Δ.

    Η πρώτη προσπάθεια εισαγωγής του θεσμού στο σύστημα απονομής της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης, έγινε με το Σχέδιο Νόμου που καταρτίσθηκε από τη λεγόμενη ομάδα του Καθηγητή Μανωλεδάκη το έτος 1995. Στο σχέδιο αυτό και συγκεκριμένα στο άρθρο 71 ορίζονται τα εξής όσον αφορά τη συγκεκριμένη διαδικασία: «Άρθρο 71. Συνδιαλλαγή Δράστη-Παθόντος. 1 Αν ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών κρίνει ότι η έγκληση είναι βάσιμη και εφόσον η καταγγελλόμενη πράξη διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος κατ’ έγκληση είτε και αυτεπαγγέλτως, αλλά σ’ αυτή την περίπτωση μόνον αν η πράξη στρέφεται κατά της ιδιοκτησίας ή της περιουσίας  ή αν πρόκειται για έγκλημα από αμέλεια κατά της σωματικής ακεραιότητας ή και σε βαθμό κακουργήματος αν προβλέπεται στο νόμο ότι η έμπρακτη μετάνοια εξαλείφει το αξιόποινο του, καλεί τον εγκαλούντα ή τον παθόντα και τον κατηγορούμενο αυτεπαγγέλτως ή με αίτησή τους να εμφανισθούν ενώπιον του ορισμένη ημέρα και ώρα για συνδιαλλαγή. Ο εισαγγελέας, έπειτα από κοινή δήλωση των διαδίκων ότι επήλθε πλήρης ικανοποίηση του παθόντος, απέχει οριστικά από την άσκηση της ποινικής δίωξης. Σχετικά συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται και από τους διαδίκους. Εάν αποτύχει η διαδικασία της συνδιαλλαγής, δε συντάσσεται έκθεση ούτε τηρείται πρακτικό. 2. Αν ο κατηγορούμενος δεν εμφανισθεί ή δεν επιτευχθεί συμβιβασμός εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του προηγούμενου άρθρου». Στην εισηγητική έκθεση του σχεδίου αναφέρεται ότι σκοπός των προτεινόμενων τροποποιήσεων είναι «η στάθμιση των αντίρροπων αιτημάτων», από τη μια δηλαδή το αίτημα της απόδοσης δικαιοσύνης και από την άλλη το αίτημα προστασίας αθώων πολιτών, που διασύρονται άδικα στο στάδιο της προδικασίας». Ακόμα, υποστηρίζεται ότι η εισαγωγή του θεσμού της συνδιαλλαγής στηρίζεται στη λογική, ότι στα αναφερόμενα στο άρθρο αδικήματα προέχει η ικανοποίηση του παθόντος και η αποκατάσταση ειρηνικών σχέσεων μεταξύ του δράστη και του θύματος και έπεται η ποινική αξίωση της πολιτείας. Σύμφωνα με την ίδια λογική εφόσον οι απαιτήσεις του θύματος ικανοποιηθούν η εμμονή στην κατάγνωση ποινής σε βάρος του φερόμενου δράστη αποτελεί δυσανάλογο κακό γι’ αυτόν σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί η ποινή και εμφανίζεται για το λόγο αυτό ως καταχρηστική άσκηση της ποινικής καταστολής.   

    Η συγκεκριμένη πρόταση, που τελικά δεν υιοθετήθηκε, προβλέπει την προσπάθεια επίλυσης της διαφοράς ενώπιον του εισαγγελέα, ο οποίος απέχει από την άσκηση της ποινικής δίωξης σε περίπτωση που τα μέρη φτάσουν σε συμφωνία. Ο νομικός κόσμος της χώρας υποδέχεται την εν λόγω πρόταση με ποικίλες αντιδράσεις. Αρχικά γίνεται δεκτή από το σύνολο της επιστήμης και των μετεχόντων στο μηχανισμό απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, ως μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια για την αντιμετώπιση των καθημερινών προβλημάτων της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης. Αναγνωρίζεται ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα βοηθήσει τόσο στην επίλυση των υποθέσεων με την ικανοποίηση των θυμάτων όσο και στην αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από πληθώρα άλλων παράγωγων ποινικών και αστικών δικών εξαρτημένων από την κύρια δίκη. Είναι πανθομολογούμενη η δυνατότητα που παρέχεται με την αποδοχή του συγκεκριμένου θεσμού, ώστε να σημειωθεί επιτάχυνση στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, συνεπώς και βελτίωση στην ποιότητα της απονομής της . Ωστόσο, η προτεινόμενη ρύθμιση προκαλεί και αντιδράσεις. Υποστηρίζεται ότι η συνδιαλλαγή στα κατ’ έγκληση διωκόμενα πλημμελήματα είναι περιττή, καθώς η ανάκληση της έγκλησης έχει το ίδιο αποτέλεσμα με την τελευταία διαδικασία. Ο θεσμός της συνδιαλλαγής σύμφωνα με την ίδια άποψη έχει σημασία, υπ’ αυτές τις συνθήκες, μόνο στην περίπτωση που θα επέλθει ουσιαστική συμφιλίωση μεταξύ δράστη-θύματος. Ακόμα, έντονος προβληματισμός δημιουργείται με την εφαρμογή της διαδικασίας σε ορισμένα είδη κακουργημάτων. Σημειώνεται ότι πρόκειται για αδικήματα με ιδιαίτερη κοινωνικοηθική απαξία, η δίωξη των οποίων δεν μπορεί να εξαρτηθεί από την αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται στο θύμα από το σε βάρος του τελεσθέν αδίκημα. Η δίωξη των ανωτέρω αδικημάτων ενδιαφέρει κυρίως το δημόσιο συμφέρον. Επιπλέον σε επίπεδο ουσιαστικού ποινικού δικαίου αμφιβολίες εκφράζονται για τη φύση της συνδιαλλαγής, ως προσωπικού λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου ή λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου που λειτουργεί in rem. Αντίλογος, ακόμα, υπάρχει για την προτεινόμενη ρύθμιση και για την προβλεπόμενη εμπλοκή του εισαγγελέα για την επίτευξη της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Κυριότερο επιχείρημα των επικριτών της ρύθμισης αυτής, είναι ο φόρτος εργασίας με τον οποίο επιβαρύνονται οι ήδη επιφορτισμένοι με αρκετά καθήκοντα εισαγγελείς, γεγονός που θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ουσιαστική επιτυχία των σκοπών που επιδιώκονται με την προτεινόμενη ρύθμιση. Επιπροσθέτως υποστηρίζεται, ότι ο ρόλος του εισαγγελέα ως διώκτη του εγκλήματος αλλά και η πιθανότητα, σε μικρά πρωτοδικεία, να μετέχει στη σύνθεση του δικαστηρίου που θα κρίνει την υπόθεση ο συμφιλιωτής-εισαγγελέας, πιθανότατα δε θα επιτρέψει στα μέρη να προχωρήσουν σε ειλικρινή και ουσιαστική συζήτηση ενώπιον του. Τέλος σημειώνεται, ότι, από την άποψη του ποινικού δικονομικού δικαίου, η συνδιαλλαγή πρέπει να αντιμετωπισθεί ως θετική διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης στα αδικήματα που προβλέπονται στο άρθρο 71 του προτεινόμενου σχεδίου νόμου. Δηλαδή σε περίπτωση μη διενέργειάς της θα πρέπει να κηρύσσεται το απαράδεκτο της δίωξης.

    Παρά τις αντιδράσεις που συνάντησε η συγκεκριμένη πρόταση, που όπως προαναφέρθηκε δεν εισήχθη τελικά στον ελληνικό Κ.Π.Δ., αποτελεί αναγνώριση της ανάγκης αποδοχής θεσμών, φαινομενικά, μη συμβατών με το ελληνικό σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, όπου κυριαρχεί, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η αρχή της νομιμότητας στην άσκηση της ποινικής δίωξης από μέρους του εισαγγελέα, για την  αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων της. Το σχέδιο αυτό ανοίγει το δρόμο για την εισαγωγή στην ελληνική έννομη τάξη, έστω και όχι με τη μορφή μιας γενικής ρύθμισης, αλλά με ειδικούς νόμους, κατά παρέκκλιση διαδικασιών για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων αδικημάτων και των συνεπειών τους.

    β. Η εισαγωγή της συνδιαλλαγής στην ελληνική έννομη τάξη

    i. Η ποινική συνδιαλλαγή επί ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος

    Οι συζητήσεις που προκλήθηκαν από την παραπάνω πρόταση οδήγησαν στην εισαγωγή μιας μορφής του θεσμού της συνδιαλλαγής στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 14 παρ. 1.2, 1.3 και 1.4 του Ν.2721/1999, με το οποίο προστέθηκε στα άρθρα 289, 379 και 393 του Ποινικού Κώδικα δεύτερη παράγραφος σύμφωνα με την οποία απαλλάσσεται από κάθε ποινή ο υπαίτιος των τελούμενων εξ αμελείας εγκλημάτων κοινού κινδύνου, όπως επίσης των πλημμεληματικών πράξεων της υπεξαίρεσης, της απάτης και της απάτης με υπολογιστή και τέλος των πράξεων της απάτης σχετικά με τις ασφάλειες και της απιστίας, όταν, μέχρι της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την ελεύθερη θέλησή του, είτε έχει επιχειρήσει να μειώσει την έκταση τού κινδύνου που προκάλεσε,  είτε έχει ικανοποιήσει εντελώς τους ζημιωθέντες από την πράξη του με την καταβολή τού κεφαλαίου, των τόκων υπερημερίας και των δικαστικών εξόδων που έχουν εκκαθαριστεί και τούτο το δηλώσει ο παθών ή οι κληρονόμοι του.

    Παρόμοιες διατάξεις υπάρχουν και σε παλαιότερα νομοθετήματα όπως το άρθρο 79 παρ. 3 του Ν. 5960/1933 «περί επιταγής», που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996 σύμφωνα με το οποίο αξιόποινο της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής, το άρθρο 25 παρ. 5 Ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 Ν. 2523/1997, το οποίο αναφέρεται στο αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο και προβλέπει, ότι με την παροχή διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής τού χρέους, κατά τις κείμενες διατάξεις, αναστέλλεται η ποινική δίωξη, για όσο χρόνο διαρκεί η ρύθμιση και ο οφειλέτης είναι συνεπής με τους όρους της ρύθμισης και τελικά εξαλείφεται το αξιόποινο σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης, το άρθρο 103 παρ. 1 του Ν. 1165/1918 (Περί Τελωνειακού Κώδικος), σύμφωνα με το οποίο : «Οσάκις οι εις το αντικείμενον της λαθρεμπορίας αντιστοιχούντες δασμοί, φόροι και λοιπά δικαιώματα τού Δημοσίου δεν υπερβαίνουν εν τω συνόλω δέκα εκατομμύρια (10.000.000) δραχμές δεν ασκείται ποινική δίωξις ή η αρξαμένη, εφ’ όσον δεν εξεδόθη οριστική απόφασις, καταργείται, εάν οι υπόχρεοι ήθελον, παραιτούμενοι των κατά το άρθρον 99 τού παρόντος καθοριζομένων ενδίκων μέσων, καταβάλει το καταλογιζόμενον αυτοίς πολλαπλούν τέλος κατά τας διατάξεις τού άρθρου 97 του παρόντος» και τέλος το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 86/1967, σύμφωνα με το οποίο αν οι υπαίτιοι της τέλεσης του αδικήματος της καθυστέρησης απόδοσης εισφορών σε οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης καταβάλλουν τα οφειλόμενα «αι σχετικαί υποθέσεις αποσύρονται εκ τής δικασίμου και τίθενται εις το αρχείον διά πράξεως τού εισαγγελέως». Η κυριότερη διαφορά, ωστόσο, που υπάρχει ανάμεσα στις παραπάνω περιπτώσεις με την εισαγόμενη με το άρθρο 14 του Ν.2721/1999 είναι, εκτός από την εισαγωγή του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής στον Ποινικό Κώδικα, ότι η τελευταία είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει τον προάγγελο κι άλλων ανάλογων ρυθμίσεων.

    Ο σκοπός των εισαγόμενων με το Νόμο 2721/1999 ρυθμίσεων, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του σχεδίου νόμου είναι η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενή τους κοινωνική ισορροπία, η άμβλυνση της ανησυχίας της κοινωνίας που προκάλεσε η παραβατική συμπεριφορά του δράστη, η τόνωση του αισθήματος ασφάλειας απέναντι στο δίκαιο, ο εμπλουτισμός της ιδέας της επιείκειας και της συμφιλίωσης, δεδομένου ότι η κοινωνία και ο παθών σε μικρής ή ακόμα και μέσης βαρύτητας αδικήματα δε ζητά την επιβολή ποινής. Όλοι οι παραπάνω στόχοι επιτυγχάνονται , σύμφωνα πάντα με την εισηγητική έκθεση με την αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος. Επιπλέον, στόχος των παραπάνω ρυθμίσεων είναι η βελτίωση της θέσης του παθόντος στην ποινική δική, καθώς δε θα ταλαιπωρείται σε μακροχρόνιους δικαστικούς αγώνες για να ικανοποιήσει της απαιτήσεις του, όπως επίσης και η μερική αποσυμφόρηση των δικαστηρίων από μεγάλο όγκο υποθέσεων μικρής και μέσης εγκληματικότητας.

    Όσον αφορά τη νομική φύση της εισαγόμενης ρύθμισης, στη θεωρία υποστηρίζεται ότι δεν πρόκειται για μια μορφή έμπρακτης μετάνοιας κι αυτό διότι στην τελευταία απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκούσια-ελεύθερη αποκατάσταση της βλάβης του θύματος από μέρους του δράστη. Ο όρος «ελεύθερη θέληση» που περιέχεται στις εν λόγω ρυθμίσεις αποδίδεται στην απροσεξία του νομοθέτη και ερμηνεύεται, ως η ικανοποίηση του παθόντος με ενέργειες του ίδιου του δράστη ή με ενέργειες τρίτων, για τις οποίες ο δράστης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. Σύμφωνα με την ίδια άποψη η ποινική συνδιαλλαγή που εισάγεται με την αναφερθείσα ρύθμιση στην ελληνική έννομη τάξη, έχει το χαρακτήρα του αντικειμενικού λόγου εξάλειψης του αξιοποίνου. Αυτό σημαίνει ότι παρέχεται η δυνατότητα η να ικανοποιηθεί ο ζημιωθείς από τρίτα πρόσωπα, που ανήκουν στο περιβάλλον του δράστη. Επιπλέον η ικανοποίηση του θύματος από ένα απ’ τους συναυτουργούς ή συνεργούς της τελεσθείσας αξιόποινης πράξης, οδηγεί στην εξάλειψη του αξιοποίνου για όλα τα πρόσωπα που συνέβαλαν στην τέλεση του αδικήματος. Η ποινική συνδιαλλαγή μπορεί να λάβει χώρα όχι μόνο στη διαδικασία στο ακροατήριο αλλά και σε οποιοδήποτε στάδιο της προδικασίας ή της ενδιάμεσης διαδικασίας. 

    Η κριτική που ασκείται στις συγκεκριμένες ρυθμίσεις αφορά, όχι μόνο, την ανωτέρω αβλεψία που αποδίδεται στον ποινικό νομοθέτη, σχετικά με τη χρήση του όρου «ελεύθερη θέληση» στο κείμενο των  εισαγόμενων διατάξεων, αλλά και η επιλεκτικότητά του όσον αφορά τα αδικήματα στα οποία παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής του θεσμού της ποινικής συνδιαλλαγής. Έτσι απορία προκαλεί η μη εφαρμογή της ποινικής συνδιαλλαγής σε αδικήματα όπως ο εμπρησμός από αμέλεια ή η φθορά ξένης ιδιοκτησίας (αφού έμπρακτη μετάνοια προβλέπεται και για την πράξη αυτή κατά το άρθρο 384 Π.Κ.) ή στις πράξεις της τοκογλυφίας και της αισχροκέρδειας (ενόψει των διατάξεων των άρθρων 404 § 5 και 405 § 2 Π.Κ. αντιστοίχως). Ακόμα διατυπώνεται προβληματισμός για τη μη εφαρμογή της ποινικής συνδιαλλαγής στη διάταξη που προβλέπει την πλημμεληματική κλοπή, σε αντιδιαστολή με την εφαρμογή της στο αδίκημα της πλημμεληματικής απάτης που μπορεί να συγκριθεί σε απαξία με την πρώτη. 

    ii. Η συνδιαλλαγή στο ελληνικό ποινικό δίκαιο ανηλίκων

    Η πρόβλεψη που προηγήθηκε στην κριτική του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, ότι η ρύθμιση που εισάγεται θα αποτελέσει απλώς την αρχή ανάλογων ρυθμίσεων επαληθεύεται με την ψήφιση του Ν. 3189/2003 που εισάγει τη συνδιαλλαγή στο ποινικό δίκαιο ανηλίκων. Σ’ ένα χώρο δηλαδή του ποινικού δικαίου, όπου η παρέκκλιση από τη συνήθη ποινική διαδικασία ενδείκνυται, όπως προκύπτει κι από τα διεθνή και ευρωπαϊκά συμβατικά κείμενα, λόγω της ηλικίας και του ευαίσθητου ψυχισμού των παραβατών. Έτσι, με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 3189/2003 αντικαθίσταται το άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα και εισάγεται, στην παράγραφο 1 περίπτωση ε΄, η συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος ως αναμορφωτικό μέτρο. Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει, ότι αρμόδιο για να επιβάλλει την εφαρμογή του μέτρου είναι το δικαστήριο με την απόφασή του. Η συνδιαλλαγή, η διενέργεια της οποίας ανατίθεται στην Υπηρεσία Επιμελητών Ανηλίκων, όπως προβλέπεται στην εισηγητική έκθεση του Ν. 3189/2003, σκοπό έχει την προσέγγιση θύματος-δράστη, την έκφραση συγγνώμης, την κατανόηση των προβλημάτων των μερών, την άρση των παρεξηγήσεων και την αποκατάσταση της βλάβης, υλικής και ηθικής, που προκλήθηκε στο θύμα. Η σχέση ανάμεσα στη συνδιαλλαγή και την αποκατάσταση είναι ότι στην πρώτη εμπεριέχεται η δεύτερη, αφού, δηλαδή, προηγηθεί η προσέγγιση του θύματος με τον ανήλικο παραβάτη ακολουθεί η αποζημίωση του θύματος για τη ζημία που υπέστη. Η αποκατάσταση του θύματος γίνεται από τον ίδιο τον παραβάτη, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του. 

    Κριτική ασκείται στην προαναφερθείσα ρύθμιση, καθώς απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή της συνδιαλλαγής είναι να φτάσει η υπόθεση στο ακροατήριο και να ληφθεί αντίστοιχη απόφαση από το δικαστήριο περί λήψης του συγκεκριμένου αναμορφωτικού μέτρου, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την πρόβλεψή της, στο άρθρο 122 παρ. 1 περιπτ. ε΄ ΠΚ, ως εξώδικης διευθέτησης των συνεπειών της πράξης. Για την αποκαταστατική δικαιοσύνη έχει πολύ μεγάλη σημασία η διενέργεια της διαμεσολάβησης σε συνδυασμό με το θεσμό της παρέκκλισης από την τυπική  διαδικασία. Μ’ αυτό τον τρόπο, δίνεται η δυνατότητα στους ανήλικους παραβάτες να διευθετήσουν τις συνέπειες των πράξεών τους χωρίς καθυστέρηση και χωρίς να εμπλακούν στο συμβατικό σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης με την αρνητική και στιγματιστική επίδραση που μπορεί να έχει το τελευταίο στον ψυχισμό του ανηλίκου. Επιπλέον, αντικείμενο κριτικής σχετικά με τη συγκεκριμένη διάταξη αποτελεί η μη ρύθμιση διαδικαστικού πλαισίου για τη διενέργεια της συνδιαλλαγής. Έτσι σημαντικά ζητήματα όπως η προϋποθέσεις επιβολής της συνδιαλλαγής, η προθεσμία και ο τρόπος παροχής της συναίνεσης, η δυνατότητα ανάκλησης της συναίνεσης, η τήρηση του τεκμηρίου της αθωότητας, η δυνατότητα παράστασης των γονέων των ανήλικων δραστών και η τήρηση απόλυτης εχεμύθειας αποσιωπούνται, με αποτέλεσμα η διάταξη να μένει πρακτικά ανεφάρμοστη.

    iii. Η συνδιαλλαγή στο νόμο για την καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας

    Τελευταία χρονικά και πιο οργανωμένη μορφή εισαγωγής του θεσμού της συνδιαλλαγής στην ελληνική έννομη τάξη αποτελεί η θέσπιση της ποινικής διαμεσολάβησης, με τη θέση σε ισχύ του νόμου 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», η οποία προβλέπεται στα άρθρα του 11-14. Η ποινική διαμεσολάβηση αποτελεί έκφανση της συμφιλιωτικής δικαιοσύνης και λειτουργεί ως μια εναλλακτική προς τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης, διαδικασία. Η ένταξή της στην ελληνική έννομη τάξη ανταποκρίνεται στην ανάγκη συμμόρφωσης προς την απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Μαρτίου 2001, σύμφωνα με το άρθρο 10 της οποίας επιβάλλεται στα κράτη-μέλη η προώθηση της διαμεσολάβησης σε ποινικές υποθέσεις το αργότερο μέχρι τις 22-3-2006.

Η ποινική διαμεσολάβηση είναι δυνατό να διεξαχθεί, μεταξύ των μερών, σε πλημμελήματα που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του νόμου για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Ο αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης εισαγγελέας είναι υπεύθυνος να διερευνήσει κατά πόσο τα μέρη είναι πρόθυμα να υπαχθούν στη διαδικασία αυτή, εφόσον ο φερόμενος δράστης δηλώσει ανεπιφύλακτα, ότι είναι πρόθυμος σωρευτικά α) να υποσχεθεί ότι δε θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας (λόγος τιμής) και ότι, σε περίπτωση συνοίκησης, δέχεται να μείνει εκτός οικογενειακής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, αν το προτείνει το θύμα, β) να παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό-θεραπευτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, σε όποιο τόπο και για όσο χρόνο κρίνεται τούτο απαραίτητο από τους αρμόδιους θεραπευτές, γ) να άρει ή να αποκαταστήσει άμεσα τις συνέπειες που προκλήθηκαν απ’ την πράξη, εφόσον είναι αυτό δυνατό, και να καταβάλει εύλογη χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα. Αν ο φερόμενος δράστης δεν προβεί στη δήλωση αυτή, ο αρμόδιος εισαγγελέας οφείλει να τον καλέσει προς τούτο και αν απαντήσει αρνητικά ή δεν απαντήσει καθόλου εντός τριήμερης προθεσμίας η υπόθεση ακολουθεί την προβλεπόμενη, από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ποινική διαδικασία. Αντίθετα αν η απάντηση του κατηγορουμένου είναι καταφατική, ο εισαγγελέας ενημερώνει τον παθόντα για τη δήλωση του φερόμενου δράστη και του παρέχεται τριήμερη, το πολύ, προθεσμία για να δεχτεί ή να απορρίψει την πρόταση για συμφιλιωτική επίλυση της διαφοράς. Αν η απάντηση του παθόντος είναι αρνητική ή δεν επέλθει τελικά συμφωνία μεταξύ των μερών η ποινική διαδικασία κινείται κατά τις διατάξεις του ΚΠΔ. Αντίθετα αν η απάντηση είναι θετική και επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μερών, ο εισαγγελέας θέτει με διάταξή του τη δικογραφία σε ειδικό αρχείο της εισαγγελίας. Η διάταξη του εισαγγελέα που εκδίδεται μετά την ολοκλήρωση της διαμεσολάβησης καταχωρείται σε ειδική μερίδα του ποινικού μητρώου και τηρείται για χρόνο, ίσο προς το χρόνο παραγραφής που, από το νόμο, αντιστοιχεί στο αδίκημα που αφορά. Στην περίπτωση που ο φερόμενος δράστης συμμορφωθεί με τους όρους της επιτευχθείσας συμφωνίας για διάστημα τριών ετών, η διαδικασία ολοκληρώνεται και εξαλείφεται η ποινική αξίωση της πολιτείας για το αδίκημα που αφορά. Αντίθετα η υπαίτια μη τήρηση των προβλεπόμενων, από τη συμφωνία, όρων έχει σαν αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας και την ανάσυρση της δικογραφίας απ’ το αρχείο. Σ’ αυτή την περίπτωση η ποινική διαδικασία συνεχίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΠΔ και είναι αδύνατη η διενέργεια νέας προσπάθειας διαμεσολάβησης μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών. 

    Οι διατάξεις των άρθρων 11-14 του Ν. 3500/2006 που αναφέρονται στην ποινική διαμεσολάβηση έγιναν αντικείμενο θετικής υποδοχής από το νομικό κόσμο της χώρας λόγω της ανάγκης ύπαρξης μιας εξώδικης διαδικασίας για την επίλυση των οικογενειακών διαφορών. Τονίζεται, ωστόσο, σε χρόνο προγενέστερο της ψήφισης του νόμου η ανάγκη εφαρμογής της διαδικασίας αυτής μόνο σε κατ’ έγκληση διωκόμενα αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας, άποψη που δεν υιοθετήθηκε  από το νομοθέτη. Ακόμα κριτική ασκείται σε πιο εξειδικευμένο επίπεδο, λόγω της αοριστίας των διατάξεων που ρυθμίζουν την παύση της διαδικασίας της διαμεσολάβησης. Συγκεκριμένα, τα αδικήματα που υπάγονται στις διατάξεις για την ενδοοικογενειακή βία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 17 Ν. 3500/2006, κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου (αρ.17 ν.3500/2006, 417 επ. ΚΠΔ). Σε περίπτωση που ο φερόμενος δράστης οδηγηθεί ενώπιον του δικαστηρίου και ζητηθεί τριήμερη αναβολή, για τη διερεύνηση του ενδεχομένου επίτευξης συμφιλίωσης μεταξύ των μερών (όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 παρ. 1 Ν.3500/2006 σε συνδυασμό με 423 παρ. 1 ΚΠΔ), γεννάται αμφιβολία για το ποιό όργανο έχει αρμοδιότητα να διατάξει τη λήξη της διαμεσολάβησης στην περίπτωση της ευδοκίμησης της. Έτσι από τη μια διατυπώνεται η άποψη, ότι αρμόδιο είναι το δικαστήριο να εκδίδει απόφαση με την οποία αναστέλλεται η διαδικασία στο ακροατήριο για διάστημα τριών ετών και στη συνέχεια, εφόσον υπάρχει συμμόρφωση προς τους όρους της διαμεσολάβησης, επανεισάγεται η υπόθεση και εκδίδεται αθωωτική απόφαση  και από την άλλη υποστηρίζεται ότι τη διαμεσολάβηση που χωρεί μετά την αναβολή της υπόθεσης, τη διεκπεραιώνει ο εισαγγελέας. Επιπλέον, επισημαίνεται η ανυπαρξία των απαραίτητων θεραπευτικών κέντρων για την παρακολούθηση, από μέρους των δραστών, των προβλεπόμενων στο νόμο συμβουλευτικών-θεραπευτικών προγραμμάτων, γεγονός που καθιστά ορατό τον κίνδυνο αδρανοποίησης του θεσμού. Τέλος, αδιευκρίνιστη παραμένει η ποινική αντιμετώπιση της εγκληματικής πράξης που συρρέει με αδίκημα, που υπάγεται στις διατάξεις περί ενδοοικογενειακής βίας, στην περίπτωση επιτυχούς ολοκλήρωσης της διαμεσολάβησης.

    Συμπέρασμα

    Όπως προκύπτει από τη μελέτη των αλλοδαπών έννομων τάξεων, τα διεθνή και ευρωπαϊκά νομικά κείμενα ο θεσμός της συνδιαλλαγής και ευρύτερα η αποκαταστατική δικαιοσύνη στις διάφορες εκφάνσεις της αποτελεί μια πραγματικότητα στο χώρο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Ανεξάρτητα από την ισχύ της αρχής της νομιμότητας ή της σκοπιμότητας στην άσκηση της ποινικής δίωξης, στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη η συνδιαλλαγή και οι προϋποθέσεις διενέργειάς της προβλέπονται από γενικές διατάξεις ενταγμένες στους αντίστοιχους Κώδικες Ποινικής Δικονομίας. Αντίθετα στην ελληνική έννομη τάξη, όπως παρουσιάστηκε, μορφές του θεσμού της συνδιαλλαγής εισάγονται είτε σε συγκεκριμένες διατάξεις του ελληνικού ΠΚ για συγκεκριμένα αδικήματα, είτε σε ειδικούς ποινικούς νόμους. Στις περιπτώσεις αυτές, η ρύθμιση των προϋποθέσεων και της διαδικασίας διεξαγωγής της συνδιαλλαγής είτε ελλείπει παντελώς, είτε χρήζει συμπλήρωσης, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά και ασάφειες όσον αφορά την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Τα κενά αυτά σε συνδυασμό με την έλλειψη υποδομών και οργάνωσης των υπηρεσιών των κοινωνικών λειτουργών έχουν σαν αποτέλεσμα, η διαδικασία της διαμεσολάβησης που προβλέπεται από το Ν. 3500/2006 να μην έχει διεξαχθεί ούτε μία φορά δύο χρόνια μετά την ψήφισή του ή να διεξάγεται στο ακόλουθο διάστημα χωρίς να πληρούνται οι τασσόμενες από τις σχετικές διατάξεις προϋποθέσεις. Ακόμα, το επιχείρημα για το ασύμβατο της, ισχύουσας στο ελληνικό ποινικό δικονομικό δίκαιο, αρχής της νομιμότητας στην άσκηση της ποινικής δίωξης καταρρίπτεται, όχι μόνο από τα παραδείγματα άλλων ευρωπαϊκών κρατών, αλλά και από τις εξαιρέσεις που εισάγονται, από την αρχή, στον Κ.Π.Δ. στα άρθρα 44, 45 και 45Α. Έτσι, αποδεικνύεται, ότι ενδεχόμενη γενική υιοθέτηση του θεσμού της συνδιαλλαγής δεν αποτελεί ανεπανόρθωτο πλήγμα στην υποχρεωτική άσκηση της ποινικής δίωξης απ’ τον εισαγγελέα. Επίσης, επιφυλάξεις σχετικές με την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, στην οποία αποβλέπει η ποινική αξίωση της πολιτείας, καταρρίπτονται, καθώς στο ισχύον σύστημα απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, δεν είναι λίγες οι φορές που το δημόσιο συμφέρον υποχωρεί για χάρη της προστασίας του ιδιωτικού. Ακόμα, το δημόσιο συμφέρον υπηρετούν η προστασία του θύματος, η αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού απονομής της δικαιοσύνης και η αποκατάσταση της διαταραχθείσας κοινωνικής ειρήνης. Γι’ αυτό το λόγο, είναι αδιανόητο σε μια δημοκρατική κοινωνία, κριτής για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος να είναι άλλος εκτός από το νομοθέτη. Έτσι, δεν μπορεί ένας παλαιότερος νόμος να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και ένας νεότερος όχι. Επιπλέον, κοινή είναι η παραδοχή τα τελευταία χρόνια ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ποινικής δικαιοσύνης είναι η ταχύτητα απονομής της και εξ αυτού του λόγου, η αποτελεσματικότητά της. Επιπροσθέτως η ψήφιση, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, όλο και περισσότερων νόμων (Ν. 3727/2008, Ν. 3811/2009) που, όπως δηλώνεται από το νομοθέτη, σκοπό έχουν την αποσυμφόρηση των φυλακών, αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη της εκρηκτικής κατάστασης στην οποία βρίσκονται τα σωφρονιστικά καταστήματα εξαιτίας του υπεράριθμου των κρατουμένων. Τέλος, είναι απαξιωτική για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και αποτελεί «επίφαση διαδικασίας» η πρακτική της συνεννόησης μεταξύ δράστη και θύματος, πριν τη δίκη, που οδηγεί στην ανασκευή των καταγγελλομένων από την πλευρά του ήδη ικανοποιηθέντος θύματος ενώπιον του δικαστηρίου, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να σύρεται σε αθώωση του κατηγορουμένου με τυπική αιτιολογία. Όλοι οι παραπάνω λόγοι καθιστούν αδήριτη την ανάγκη εισαγωγής στην ελληνική έννομη τάξη του θεσμού της συνδιαλλαγής, με μια γενική διάταξη που θα ρυθμίζει κατά τρόπο ενιαίο τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία εφαρμογής της. Μια προτεινόμενη λύση είναι η εισαγωγή στον Κ.Π.Δ. άρθρου που παρέχει τη δυνατότητα επίτευξης συνδιαλλαγής, μεταξύ των μερών, για ένα μεγάλο αριθμό μικρής και μέσης βαρύτητας αδικημάτων, προβλέπει τη διεξαγωγή της συνδιαλλαγής με επιμέλεια του εισαγγελέα, ο οποίος συνεπικουρείται στο έργο του από κοινωνικούς λειτουργούς, που είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τις συναντήσεις των εμπλεκόμενων μερών, στα πλαίσια που έχουν τεθεί από τον επιβλέποντα εισαγγελέα. Αρμόδιος για την έναρξη και τη λήξη της συνδιαλλαγής είναι ο εισαγγελέας, που υποχρεούται να υποβάλλει προς επικύρωση στον αρμόδιο δικαστή την τυχόν επιτευχθείσα συμφωνία. Ανεξάρτητα, πάντως, από τις λεπτομέρειες της διαδικασίας, το παράδειγμα των αλλοδαπών έννομων τάξεων αποδεικνύει, ότι η συνδιαλλαγή και γενικότερα οι κατά παρέκκλιση διαδικασίες μπορούν να δώσουν απαντήσεις σε χρονίζοντα προβλήματα της ελληνικής ποινικής δικαιοσύνης.

    Βιβλιογραφία

    Αλεξιάδης Στέργιος, Η Αποκαταστατική Δικαιοσύνη: Μια άλλη αντιμετώπιση του «εγκληματικού φαινομένου», Μελέτες ποινικού δικαίου-Εγκληματολογίας-Ιστορίας του εγκλήματος ΙΙ, Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2007

    Αλεξιάδης Στέργιος, Η συνδιαλλαγή θύματος δράστη, Ένας δρόμος προς αποκατάσταση του θύματος, Θυματολογία και όψεις θυματοποίησης, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1996

    Αλεξιάδης Στέργιος, Η αντεγκληματική πολιτική: Προσεγγίσεις και προβληματισμοί, Αντεγκληματική πολιτική, συντονισμός και επιμέλεια Νέστωρ Ε. Κουράκης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1994 

    Αλεξιάδης Στέργιος, Κείμενα αντεγκληματικής πολιτικής, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1991

    Αρτινοπούλου Βάσω, Οι «γκρίζες ζώνες» της αποκαταστατικής δικαιοσύνης, www.theartofcrime.gr, τεύχος 12, Νοέμβριος 2009

    Γαλανού Μαρία Ανδρ., Περί της οικονομικής ανάλυσης του συστήματος της ποινικής δικαιοσύνης, Ποινική Δικαιοσύνη 1/2008 

    Γιαννόπουλος Θάνος Η., Κάμψεις της αρχής της νομιμότητας στα οικονομικά εγκλήματα, Αντεγκληματική πολιτική ΙΙ, εκδοτική επιμέλεια Νέστωρ Ε. Κουράκης, συνεργασία Νίκος Κ. Κουλούρης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2000

    Γιοβάνογλου Σοφία, Μέτρα αποκαταστατικής δικαιοσύνης στο ποινικό δίκαιο των ανηλίκων, Ποινικά Χρονικά ΝΗ΄/2008

    Γκρόζος Στέλιος Κ., Ο νόμος 3500/2006 για την ενδοοικογενειακή βία, Ενδοοικογενειακή βία : Προοπτικές μετά τον ν. 3500/06, Πρακτικά επιμορφωτικής ημερίδας 28/06/2007, επιμέλεια Φωτεινή Α. Μηλιώνη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2008

    Δαλακούρας Θεοχάρης Ι., Ο νέος Ιταλικός Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: Ατυχές ρήγμα στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ή μοντέλο προοπτικής; Υπεράσπιση 1993

    Δημητρίου Ξένη, Τα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα για τους ανήλικους παραβάτες , Στηρίζοντας τον ανήλικο παραβάτη , επιμέλεια Καλλιόπη Δ. Σπινέλλη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2007  

    Δημόπουλος Χαράλαμπος Ν., Το σχέδιο νόμου «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας», Ποινική Δικαιοσύνη 8-9/2006

    Δημόπουλος Χαράλαμπος Ν., Η κρίση του θεσμού της φυλακής και οι μη φυλακτικές κυρώσεις, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1998

    Ζημανίτης Δημήτριος Γ., Η διόγκωση και η αποφόρτιση του Συστήματος Ποινικής Δικαιοσύνης με αφορμή τη Σύσταση R (87) 18 του Συμβουλίου της Ευρώπης, Ελληνική Δικαιοσύνη, 40 (1999) 

    Καλφέλης Γρηγόρης Ε., Η παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2000 

    Καρράς Αργύριος, Ποινικό δικονομικό δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2007

    Καρράς Αργύριος, Βασικές παρατηρήσεις στο σχέδιο Κ.Π.Δ., Ποινικά Χρονικά ΜΕ΄/1995

    Κορμηκιάρη Εύη Δ., «Κατά παρέκκλιση διαδικασία» και εναλλακτική μεταχείριση των ανήλικων παραβατών, Αντεγκληματική πολιτική, συντονισμός και επιμέλεια Νέστωρ Ε. Κουράκης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1994

    Κουράκης Νέστωρ Ε., Θεωρία της ποινής, μια εισαγωγή, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008

    Κουράκης Νέστωρ Ε., Εγληματολογικοί Ορίζοντες, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005

    Κουράκης Νέστωρ Ε., Η νέα ελληνική νομοθεσία για τους παραβατικούς ανηλίκους, Δημοκρατία-Ελευθερία-Ασφάλεια Ι, Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Μανωλεδάκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2005

    Κουράκης Νέστωρ Ε., Κουλούρης Νίκος Κ., Η ποινική καταστολή: μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005

    Κουράκης Νέστωρ Ε., Δίκαιο παραβατικών ανηλίκων, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2004

    Λίβος Νικόλαος, Οι πνευματικές βάσεις της ελληνικής ποινικής δικονομίας, Ποινικά Χρονικά ΝΕ΄/2005

    Λίβος Νικόλαος, Η απαλλαγή από την ποινή επί ικανοποιήσεως του ζημιωθέντος μέχρις εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως, Σκέψεις για την ποινική συνδιαλλαγή και την αποκατάσταση του θύματος στο ισχύον ποινικό δίκαιο, Ποινικά Χρονικά Ν΄/2000

    Μανωλεδάκης Ιωάννης Ε., Το σχέδιο του νέου κώδικα ποινικής δικονομίας και σχετικές παρατηρήσεις του νομικού κόσμου της χώρας, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1996

    Μπακατσούλας Μενέλαος Ν., Η συνδιαλλαγή (αίδεσις) και η αποτίμησις (ποινή) εις το αρχαίον ελληνικόν δίκαιον, Μνήμη Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα ΙΙ, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1986

    Μπρακουμάτσος Παναγιώτης, Ο Ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, Σκέψεις-Παρατηρήσεις, Ποινική Δικαιοσύνη 12/2007

    Μπρακουμάτσος Παναγιώτης, Παρεμβάσεις στην προδικασία για ορθολογική απονομή της Ποινικής Δικαιοσύνης (Προκαταρκτική εξέταση –προανάκριση-ανάκριση), Υπεράσπιση 2000

    Σακκαλή Δέσποινα Γ., Διευθετήσεις: Μια προσέγγιση στα θέματα συμφιλίωσης και αποζημίωσης από αξιόποινες πράξεις, Αντεγκληματική Πολιτική, συντονισμός και επιμέλεια Νέστωρ Ε. Κουράκης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1994

    Συμεωνίδου-Καστανίδου Ελισάβετ, Το νομοσχέδιο για την ενδοοικογενειακή βία, Ποινική Δικαιοσύνη 8-9/2006

    Πιτσελά Αγγελική Γ., Η ποινική αντιμετώπιση της εγκληματικότητας των ανηλίκων, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2008 

    Πιτσελά Αγγελική Γ., Walter Michael, Brand Thomas, Διαφορές στην αξιολόγηση εγκλημάτων βίας, Έλληνες και Γερμανοί νέοι σε σύγκριση, Ποινική Δικαιοσύνη 5/2001

    Πιτσελά Αγγελική Γ., Η εξωδικαστηριακή διευθέτηση της αξιόποινης πράξης στο Νόμο για τα δικαστήρια Ανηλίκων της Αυστρίας, Υπεράσπιση 1998

    Σπινέλλη Καλλιόπη Δ., Έγκλημα και θύμα, Ζητήματα και προτεραιότητες για μια θυματολογική πολιτική με αφορμή τη διακήρυξη του ΟΗΕ για τα θύματα, Μνήμη Ν. Χωραφά, Η. Γάφου, Κ. Γαρδίκα ΙΙ, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 1986

    Σπυρόπουλος Φώτης Χ., Συνδιαλλαγή δράστη-θύματος στα πλαίσια της αποκαταστατικής και συμφιλιωτικής δικαιοσύνης, www.theartofcrime.gr, τεύχος 7, Φεβρουάριος 2008

    Τριανταφύλλου Γεώργιος Ν., Η συνδιαλλαγή: Προβλήματα από τη ρύθμιση ενός νέου θεσμού, Ποινικά Χρονικά ΜΕ΄/1995

    Τσιρίδης Πολυχρόνης Π., Νέοι ρόλοι του συνηγόρου, Διαπραγμάτευση στην προδικασία-νομική αρωγή, Ο θεσμικός ρόλος του συνηγόρου στην ποινική δίκη: παράδοση και προοπτική, Διεθνές συνέδριο Ένωσης Ελλήνων ποινικολόγων (1ο: 1997), Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1998 και Μελέτες ποινικού δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2001

    Χούρσογλου Σταύρος-Όμηρος, Ο ποινικός συμβιβασμός στη γαλλική έννομη τάξη, Παρουσίαση των νέων άρθρων 41-2 και 41-3 γαλΚ.Π.Δ., Ποινικά Χρονικά Ν΄/2000

    Ψαρούδα-Μπενάκη Άννα, Η θέση του θύματος στο ποινικό σύστημα και ο θεσμός της πολιτικής αγωγής: πρακτικά πανελλήνιου συνεδρίου ελληνικής εταιρείας ποινικού δικαίου (2ο, 1987, Αθήνα), Εκδόσεις Αφοι Π. Σάκκουλα, Αθήνα, 1989

    Hettinger Michael, Οι συμφωνίες στην ποινική διαδικασία ως πρόβλημα του Κράτους Δικαίου, εισήγηση στο ελληνογερμανικό συμπόσιο με θέμα: Ελευθερία-Υπευθυνότητα-Κράτος Δικαίου, Αθήνα, 5&6 Μαρτίου 2010 

    Jescheck Hans-Heinrich, Το Γερμανικό Ποινικό Δίκαιο: εισαγωγή στο ποινικό δίκαιο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, μετ. Ν. Κουράκη-Σ. Καρεκλά-Ν. Λίβου, σειρά: ΠOΙΝΙΚΑ τ. 25, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, Αθήνα, 1987

    Roxin Claus, Έχει το Ποινικό Δίκαιο μέλλον; μετάφραση Έλενα Τσαλαβούτα, επιμέλεια Νικόλαος Λίβος, Ποινικά Χρονικά ΜΗ΄/1998

    Schneider Hans-Joachim, Αποκατάσταση του θύματος και ποινή, συμφιλιωτικές προσπάθειες μεταξύ δράστη θύματος και κοινωνίας, μετάφραση Νικόλαου Λίβου, Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών 1991

    Walter Michael, Για τη σχέση της συνδιαλλαγής δράστη-θύματος προς το σύστημα του ποινικού δικαίου, μετάφραση Αγγελικής Πιτσελά, Επιστημονική επετηρίδα Δ.Σ.Θ., Αρμενόπουλος, 1994

    Εγκύκλιος Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 2/2007, Οδηγίες για την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Λειτουργία θεσμού ποινικής διαμεσολάβησης, Ποινική Δικαιοσύνη 2007