Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΣΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ*
Γεωργίου Εμμ. Αμοναχάκη
Δικηγόρου, Μ.Δ.Ε. Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού Δικαίου Α.Π.Θ.
________________________________
Η ολοένα και αυξανόμενη παγκόσμια οικονομική αστάθεια έχει επιφέρει εξελίξεις και στο δίκαιο των συναλλαγών, ως προς την ικανοποίηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων των μερών, που είναι το ζητούμενο στις ενοχικές σχέσεις, με αποτέλεσμα, η απόσβεσή τους να έχει καταστεί εξαιρετικά δυσχερής. Στην προσπάθεια προστασίας του δανειστή από τους αφερέγγυους οφειλέτες του, προβλέπονται στο εγχώριο δικαιικό μας σύστημα ένα σύνολο θεσμών που κατατείνουν σε αυτό το αποτέλεσμα, ενώ παρατηρείται και η διάπλαση τέτοιων μέσα από τη συναλλακτική πρακτική (π.χ. η εγγυητική επιστολή, η εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης), χωρίς δηλαδή να ρυθμίζονται επώνυμα στο νόμο.
Η νομική φύση της αξίωσης του δανειστή ως χρηματικής ή μη, προσδιορίζει κατά ένα μεγάλο μέρος την παρεχόμενη στο δανειστή προστασία από τον οφειλέτη του που επιδιώκει τη ματαίωση της ικανοποίησης της υποχρέωσής του προς το δανειστή. Η παρεχόμενη επομένως προστασία όταν ο δανειστής διατηρεί έναντι του οφειλέτη μη χρηματικής φύσης αξίωση, δηλαδή απαίτηση προς μεταβίβαση δικαιώματος ή πράγματος κατ’ είδος ορισμένου, συνίσταται, ανάλογα με το χρόνο πραγμάτωσής της, σε προληπτικού και κατασταλτικού χαρακτήρα προστασία.
Η προληπτική προστασία του δανειστή από την αφερεγγυότητα του οφειλέτη του όταν αντικείμενο τη οφειλόμενης παροχής είναι δικαίωμα ή κατ’ είδος ορισμένο πράγμα, αποτελεί τη βέλτιστη δυνατή προστασία του, διότι το οφειλόμενο παραμένει στη σφαίρα του δανειστή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ευχερέστερη και λιγότερη δαπανηρή η απόκτησή του. Άλλωστε, το συμφέρον του δανειστή εξυπηρετείται με την μεταβίβαση στον ίδιο του συμφωνηθέντος δικαιώματος ή κατ’ είδος ορισμένου πράγματος και όχι με την παροχή σε αυτόν δευτερογενούς αξίωσης προς αποζημίωση. Το αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται με την επιβολή στον οφειλέτη απαγόρευσης διάθεσης του οφειλόμενου δικαιώματος ή πράγματος, η οποία μπορεί να επέρχεται είτε από το νόμο (ΑΚ 175) είτε με δικαστική απόφαση που διατάσσει την απαγόρευση διάθεσης (ΑΚ 176), όχι όμως και με ενοχική συμφωνία μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη του ως προς την απαγόρευση διάθεσης του δικαιώματος ή του ορισμένου πράγματος (ΑΚ 177). Στην τελευταία περίπτωση παράγεται ενοχική μόνο δέσμευση ως προς την απαγόρευση διάθεσης, με αποτέλεσμα η συμφωνία αυτή να μην επενεργεί στις μεταβιβάσεις που προβαίνει ο αφερέγγυος οφειλέτης προς τρίτους, οι οποίες είναι καθ’ όλα έγκυρες. Η κρατούσα, μη ορθή πάντως θέση, υποστηρίζει τη μετουσίωση της αξίωσης προς παράλειψη του δανειστή που έχει προβεί σε συμφωνία απαγόρευσης διάθεσης με τον οφειλέτη σε εμπράγματη αξίωση, κατ’ εφαρμογή της ΑΚ 176, όταν ο δανειστής στραφεί με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων κατά του οφειλέτη, αιτούμενος την απαγόρευση διάθεσης του δικαιώματος ή του ορισμένου πράγματος ενόψει επικείμενου κινδύνου μεταβίβασης της οφειλόμενης παροχής. Με την έκδοση της απόφασης που δέχεται την αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων με αυτό το αίτημα, ο δανειστής πετυχαίνει, κατά την κρατούσα, μη ορθή κατά τη γνώμη μας άποψη, την μετάλλαξη της ενοχικής του αξίωσης προς παράλειψη και την μετατροπή αυτής σε εμπράγματη, με αποτέλεσμα την ισχύ αυτής έναντι πάντων (erga omnes ισχύς).
Η ΟλΑΠ 17/2009 επιδίωξε την άρση μέρους των άτοπων αποτελεσμάτων της παραπάνω κρατούσας θέσης, που αφορούν κυρίως τους τρίτους που συναλλάσσονται με τον αφερέγγυο οφειλέτη και γενικότερα προς όφελος της ασφάλειας των συναλλαγών, υποχρεώνοντας το δανειστή που πετυχαίνει μέσω της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων της απαγόρευση διάθεσης και την χορήγηση σε αυτόν προσωρινής διαταγής που διατάσσει την απαγόρευση αυτή, να μεταγράφει την προσωρινή διαταγή στα βιβλία κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου ή αντίστοιχα την καταχώριση αυτής στα κτηματολογικά βιβλία, ώστε να είναι αυτή αντιτάξιμη έναντι των τρίτων που συναλλάσσονται καλόπιστα με τον οφειλέτη. Την νομολογιακή αυτή προσέγγιση της Ολομέλειας, η οποία ακολουθήθηκε και από τα τμήματα του ΑΠ και αναμένεται να γίνει δεκτή και από τα Δικαστήρια της ουσίας, υιοθέτησε μετέπειτα και ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος με την πρόσφατη εκτενή τροποποίηση των διατάξεων του ΚΠολΔ με το ν. 3994/2011 (ΦΕΚ 165, τεύχ. Α΄, 25-7-2011), ακολούθησε την θέση της Ολομέλειας, δεχόμενος την εγγραφή της προσωρινής διαταγής που διατάσσει την απαγόρευση διάθεσης στα βιβλία κατασχέσεων κατ’ αναλογική όμως εφαρμογή των ΚΠολΔ 713 και 714 για τη συντηρητική κατάσχεση, που δεν εφαρμόζονται στη δικαστική μεσεγγύηση (βλ. ΚΠολΔ 727). Η θέση αυτή, τόσο της Ολομέλειας όσο και του εθνικού νομοθέτη, με τις δογματικές αστοχίες που ενδεχομένως παρουσιάζει λόγω της εφαρμογής της αναλογίας σε περιπτώσεις εκούσιου και όχι ακούσιου νομοθετικού κενού, κινείται πάντως προς την ορθή κατεύθυνση της προστασίας των συναλλαγών και των τρίτων που συναλλάσσονται με τον αφερέγγυο οφειλέτη και αγνοούν την εις βάρος του επιβληθείσα απαγόρευση διάθεσης.
Η προληπτική προστασία του δανειστή είναι δυνατή και με την λήψη εις βάρος του οφειλέτη ασφαλιστικού μέτρου που έχει ως έννομη συνέπεια την εκ του νόμου απαγόρευση διάθεσης, όπως η συντηρητική κατάσχεση όταν η ασφαλιστέα αξίωση είναι χρηματικής φύσης και η δικαστική μεσεγγύηση για τις μη χρηματικές απαιτήσεις.
Μετά την εκποίηση του δικαιώματος ή του πράγματος, είναι δυνατή η κατασταλτική μόνο προστασία του δανειστή με τις διατάξεις για την καταδολίευση δανειστών (ΑΚ 939 επ.), ώστε να επέλθει η διάρρηξη της καταδολιευτικής μεταβίβασης του οφειλόμενου και να καταστεί με αυτό τον τρόπο ευχερής η κατάσχεση του απαλλοτριωθέντος, εφόσον ο δανειστής έχει εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο, απευθείας στην περιουσία του οφειλέτη, χωρίς να απαιτείται αναμεταβίβαση αυτού από τον τρίτο στον οφειλέτη.
Στην κατασταλτικού χαρακτήρα προστασία του δανειστή εντάσσεται και η δυνατότητά του να απαιτήσει την in natura αποκατάσταση της ζημίας του, όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της αντίθετης στα χρηστά ήθη και της ζημιογόνου συμπεριφοράς του οφειλέτη (ΑΚ 919 και 297 εδ. β΄). Ο τελευταίος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο δανειστής από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του, αποδίδοντας αυτούσιο το οφειλόμενο.
Όταν η απαίτηση του δανειστή είναι χρηματικής φύσης, η προστασία του διέπεται από ένα πλέγμα διατάξεων, που έχουν σκοπό την εξασφάλιση της αξίωσής του είτε με την διατήρηση στην περιουσία του οφειλέτη υπέγγυων περιουσιακών στοιχείων, από τα οποία θα μπορεί να ικανοποιηθεί ο δανειστής, είτε με τον πολλαπλασιασμό των υπέγγυων σε αυτόν περιουσιών, ώστε να καθίσταται εξαιρετικά πιθανή η ικανοποίηση της αξίωσής του, μέσω της προσθήκης νέων, κατά κανόνα φερέγγυων, οφειλετών απέναντί του.
Η διατήρηση στην περιουσία του οφειλέτη υπέγγυων περιουσιακών στοιχείων, επιτυγχάνεται προληπτικά με την επιβολή σε αυτόν απαγόρευσης διάθεσης των περιουσιακών του στοιχείων, αντίστοιχου ύψους με την απαίτησή του, από την οποία ο δανειστής μπορεί να ικανοποιήσει τη δική του χρηματική αξίωση. Κατασταλτικά, η προστασία αυτή πραγματοποιείται με τη διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης που έλαβε χώρα εις βάρος του δανειστή του αφερέγγυου οφειλέτη, στην προσπάθεια του τελευταίου να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, καθώς η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αξίωσής του.
Ισχυρή αξιολογικά προστασία υπέρ του δανειστή από την αφερεγγυότητα του οφειλέτη του παρέχεται με τον πολλαπλασιασμό των υπέγγυων στον ίδιο περιουσιών, καθώς αυξάνονται οι πιθανότητες ικανοποίησης της αξίωσής του, με την προσθήκη νέων οφειλετών που θα ευθύνονται ενώπιον του. Το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού των υπέγγυων στον δανειστή περιουσιών είναι δυνατόν να επέλθει τόσο συμβατικά-προληπτικά όσο και απευθείας από το νόμο.
Η συμβατική δημιουργία περισσότερων υπέγγυων στον δανειστή περιουσιών, καθίσταται ευχερής κατόπιν σύναψης ορισμένων συμβάσεων, των οποίων έννομη συνέπεια είναι η προσθήκη ενός, ή και πλειόνων, επιπλέον οφειλετών ενώπιον του δανειστή.
Με τη σωρευτική αναδοχή χρέους (ΑΚ 477) ιδρύεται πρόσθετη ενοχή, παθητική εις ολόκληρον, δυνάμει της οποίας οφειλέτης και τρίτος καθίστανται εις ολόκληρον υπόχρεοι έναντι του δανειστή, ο οποίος πλέον έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την αξίωσή του στρεφόμενος εναντίον και των δύο οφειλετών του, οι οποίοι οφείλουν ολόκληρη την παροχή, μπορεί όμως να την απαιτήσει μία μόνο φορά.
Η σύμβαση της εγγύησης (ΑΚ 847 επ.) εξασφαλίζει μεν την απαίτηση του δανειστή, καθώς προστίθεται ένας νέος οφειλέτης, ο χαρακτήρας της όμως είναι παρεπόμενος και επικουρικός σε σχέση την κύρια απαίτηση, παρέχοντας τη δυνατότητα στον εγγυητή να προβάλλει στον δανειστή την ένσταση διζήσεως, να αρνηθεί δηλαδή την καταβολή της οφειλής του πρωτοφειλέτη, έως ότου ο δανειστής προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του πρωτοφειλέτη και αυτή αποβεί άκαρπη. Εξασφαλιστική λειτουργία επιτελεί και η εγγυητική επιστολή που εκδίδει κατά κανόνα τραπεζικό ίδρυμα κατόπιν εντολής του οφειλέτη-υπέρ ου η εγγυητική επιστολή και απευθύνεται στο δανειστή-λήπτη της εγγυητικής επιστολής. Όταν αυτή έχει το χαρακτήρα εγγυητικής επιστολής «σε πρώτη ζήτηση», καταπίπτει με μόνη την υποβολή σχετικού αιτήματος από το δανειστή-λήπτη αυτής, χωρίς να μπορεί ο εκδότης, λόγω του αυτόνομου χαρακτήρα της, να προβάλλει οποιοδήποτε ισχυρισμό είτε από τη σχέση οφειλέτη-τρίτου και δανειστή-λήπτη (σχέση αξίας) είτε από τη σχέση εκδότη και οφειλέτη-εντολέα του (σχέση κάλυψης). Αν όμως ο δανειστής-λήπτης προκάλεσε την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής κατά παράβαση της ΑΚ 281, η τράπεζα-εκδότρια έχει δικαίωμα να προβάλλει εναντίον του την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ότι δηλαδή ο λήπτης ασκεί το δικαίωμά του προς κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής κατά τρόπο αντίθετο στα καλή πίστη και στον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Εις ολόκληρον παθητική ενοχή ιδρύεται μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του ζημιώσαντος τρίτου προς όφελος του ζημιωθέντος ασφαλισμένου, ο οποίος μπορεί να ικανοποιήσει την αξίωσή του προς αποζημίωση μεταξύ των περισσότερων υπέγγυων σε αυτόν περιουσιών, όταν επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος.
Στο ίδιο αποτέλεσμα, της δημιουργίας δηλαδή εις ολόκληρον παθητικής ενοχής, κατατείνει και η συμφωνία δανειστή και περισσότερων οφειλετών ως προς την εις ολόκληρον ευθύνη τους για την απόσβεση της χρηματικής οφειλής (ρήτρα εις ολόκληρον οφειλής των υπόχρεων χρηματικής παροχής).
Για την ικανοποίηση της χρηματικής φύσης αξίωσης του δανειστή είναι δυνατή η έκδοση, η αποδοχή ή μεταβίβαση υπέρ του δανειστή αξιογράφου για την εξασφάλιση της αντίστοιχης ενοχικής του απαίτησης, οπότε η δόση θεωρείται κατ’ αρχήν χάρη καταβολής (ΑΚ 421), καθώς δημιουργείται μία νέα πρόσθετη ενοχή προς εξασφάλιση της αρχικής. Αντίθετα, θα πρόκειται για δόση αντί καταβολής (ΑΚ 419) όταν αυτό συνάγεται σαφώς από τη βούληση των μερών ότι η δόση έγινε αντί και όχι χάρη καταβολής, την οποία πάντως (δόση χάρη καταβολής) προκρίνει ερμηνευτικά ο νομοθέτης στην ρύθμιση της ΑΚ 421. Δυνατή είναι πάντως και η τριτεγγύηση του αξιογράφου ως μορφή προσωπικής ασφάλειας, που προστίθεται με δήλωση που εγγράφεται είτε στο σώμα του αξιογράφου είτε στο πρόσθεμα αυτού, με την οποία ο υπέρ ου η τριτεγγύηση-οφειλέτης και ο τριτεγγυητής ευθύνονται εις ολόκληρον απέναντι στο δανειστή για το αναγραφόμενο στο αξιόγραφο χρηματικό ποσό.
Ο πολλαπλασιασμός των υπέγγυων στο δανειστή περιουσιών μπορεί να επέλθει απευθείας εκ του νόμου, πάντοτε όμως κατασταλτικά, στην περίπτωση της γέννησης εις ολόκληρον ενοχής ως προς την αστική ευθύνη του προστήσαντος (ΑΚ 922) και του νομικού προσώπου (ΑΚ 71 εδ. α΄) για την αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος και του οργάνου αντίστοιχα, εφόσον όμως η αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτών βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με τα ανατεθέντα σε αυτούς καθήκοντα, χωρίς πάντως να είναι απαραίτητη, αντίθετα στην μάλλον ξεπερασμένη κρατούσα άποψη, η ύπαρξη εξάρτησης μεταξύ προστηθέντος-προστήσαντος και οργάνου-νομικού προσώπου.
Στο πεδίο των εμπορικών εταιριών και ειδικότερα στο δίκαιο που διέπει την ομόρρυθμη εταιρία, προβλέπεται η εκ του νόμου απεριόριστη, ευθεία και εις ολόκληρον ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων για τα χρέη της εταιρίας (ΕμπΝ άρθρο 22), με αποτέλεσμα οι εταιρικοί δανειστές να μπορούν να ικανοποιήσουν την αξίωσή τους επιβάλλοντας κατάσχεση απευθείας στην προσωπική περιουσία των ομόρρυθμων εταίρων και μέχρι την ολοσχερούς ικανοποίησης της αξίωσής τους.
Η μεταβίβαση περιουσίας ή επιχείρησης (ΑΚ 479) είτε στο σύνολό της είτε του μεγαλύτερου μέρους αυτής επιφέρει την εις ολόκληρον ευθύνη μεταβιβάζοντος και αποκτώντος έναντι των δανειστών της για τα χρέη αυτής, με την ευθύνη του αποκτώντος να περιορίζεται μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων, ευθυνόμενου του ίδιου και με την προσωπική του περιουσία (pro viribus ευθύνη), κατά τη μάλλον ορθότερη άποψη.
Ex lege εις ολόκληρον ευθύνη μεταξύ του οδηγού αυτοκινήτου και του κυρίου αυτού, για τις ζημίες που προκλήθηκαν από τον οδηγό του, προβλέπει το άρθρο 4 του ν. ΓπΝ΄/1911, για τον κύριο ωστόσο του αυτοκινήτου προβλέπεται μειωμένο μέτρο ευθύνης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μέχρι την αξία του αυτοκινήτου του.
Την εις ολόκληρον ευθύνη περισσότερων προσώπων που ενέργησαν αδικοπρακτικά σε βάρος τρίτων προβλέπει η ρύθμιση του άρθρου ΑΚ 926, η οποία προβλέπει τρεις περιπτώσεις αδικοπρακτικής ευθύνης περισσότερων του ενός προσώπων, τα οποία ενέχονται μεταξύ τους εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντος προς αποκατάσταση της ζημίας που του προξένησαν με την αδικοπρακτική τους συμπεριφορά (περιπτώσεις κοινής, σωρευτικής και διαζευκτικής αιτιότητας).
Στους ειδικούς τρόπους εξασφάλισης του δανειστή από την αφερεγγυότητα του οφειλέτη του θα μπορούσαμε να εντάξουμε την εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης και την πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του οφειλέτη εκ μέρους του δανειστή όταν εκείνος αδρανεί προς τούτο (ΚΠολΔ 72). Η εξασφαλιστική εκχώρηση απαίτησης προς το δανειστή δεν ρυθμίζεται επώνυμα στο δικαιικό μας σύστημα, καθώς αποτελεί αποκύημα της συναλλακτικής πρακτικής και εν γένει της ανάγκης εξασφάλισης των απαιτήσεων των δανειστών. Πρόκειται ειδικότερα για μια ξένη προς τον δανειστή απαίτηση που εκχωρείται στον ίδιο από τον οφειλέτη του, την οποία διατηρεί ο οφειλέτης-εκχωρητής έναντι κάποιου τρίτου. Ο σκοπός της εκχώρησης της απαίτησης αυτής είναι αμιγώς εξασφαλιστικός, ώστε ο δανειστής-εκδοχέας, αν προβεί στην είσπραξή της, θα πρέπει να αποδώσει το εναπομείναν από την ικανοποίηση της αξίωσής του στον οφειλέτη-εκχωρητή ή το σύνολό του, αν προηγουμένως εξοφληθεί η απαίτησή του έναντι του οφειλέτη-εκχωρητή.