loader image

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΤΟΥ Ν.Π. 

(ΑΚ 70)

Γεωργίου Εμμ. Αμοναχάκη

Δικηγόρου, Μ.Δ.Ε. Αστικού, Αστικού Δικονομικού

 και Εργατικού Δικαίου Α.Π.Θ.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ.

Οι σύγχρονες βιοτικές ανάγκες στη συναλλακτική μας ζωή  ικανοποιούνται πλέον όχι μόνο με τη δράση ατομικώς των φυσικών προσώπων αλλά και πολλές φορές με τη συλλογική προσπάθεια περισσότερων προσώπων. Επιπλέον τίθενται στόχοι που για την ικανοποίησή τους απαιτείται κοινή και οργανωμένη δραστηριότητα περισσότερων ατόμων. Για την επίτευξη των στόχων αυτών η δράση τους εμφανίζεται σε διάφορες μορφές ενώ παράλληλα για την επίτευξη των σκοπών αυτών συστήνονται ενώσεις προσώπων που εμφανίζουν ποικίλους βαθμούς συνοχής.Άλλοτε οι ενώσεις αυτές ρυθμίζονται από το δίκαιο και άλλοτε όχι όπως επίσης κάποιες από αυτές εμφανίζονται χωρίς νομική προσωπικότητα (107 ΑΚ) σε αντίθεση με άλλες όπως το σωματείο ή η ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιούνται ως ν.π. Ακόμα όμως και μόνο στην περίπτωση που τα ν.π. διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο αυτά εμφανίζουν μια μεγάλη ποικιλία ρυθμίσεων ώστε να είμαστε σε θέση να τα χαρακτηρίσουμε ως εξαιρετικά ενδιαφέρουσες επινοήσεις του ανθρώπινου πνεύματος με έντονη πρακτική αξία. Ως προς τη μορφή τους τα ν.π. είτε προϋποθέτουν ένωση προσώπων, οπότε  κυριαρχεί η «σωματειακή» τους μορφή, είτε βασίζονται σε σύνολο περιουσίας, οπότε κρατεί η «ιδρυματική» μορφή.

Το ν.π. συνιστά αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εξατομικεύεται στις συναλλαγές και υπάρχει πλήρης διάκριση μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ανήκουν στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία συναποτελούν την ένωση προσώπων ή είναι ενταγμένα σε όργανα επιφορτισμένα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες.Το παραπάνω χαρακτηριστικό είναι γνωστό ως η αρχή της αυτοτέλειας του ν.π. (Trennungsprinzip) και σε συνδυασμό με κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά του όπως η ικανότητα δικαίου, όπως αυτή απορρέει ευθέως εκ του νόμου, η αυτοτελής βούληση, η δική του περιουσία καθώς και η ικανότητά του να πράττει, να καταρτίζει δηλαδή δικαιοπραξίες μέσω των οργάνων του και να ευθύνεται για τις άδικες πράξεις του, καθιστούν ακριβώς το ν.π. ένα αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.  

Θεμελιώδους σημασίας είναι το ζήτημα του τρόπου δράσης του ν.π. στις συναλλαγές το οποίο μη έχοντας τη δυνατότητα να δράσει μόνο του και αυτοτελώς αφού το ίδιο δε διαθέτει ψυχολογική βούληση, συμμετέχει στη συναλλακτική ζωή αποκλειστικά μέσω άλλων αυτοτελών, και μάλιστα πάντοτε φυσικών, προσώπων.Οι πράξεις ή οι παραλείψεις των τελευταίων καταλογίζονται στο ν.π. και με τον τρόπο αυτό καθίστανται υπό νομική και μόνο έννοια πράξεις του ν.π., για τις οποίες προβλέπεται και η σχετική ευθύνη του ν.π. Αυτός είναι ο ένας από τους δύο τρόπους δικαιοπρακτικής δέσμευσης του ν.π., όταν δηλαδή το ν.π. δρα στις συναλλαγές αυτοπροσώπως μέσω των οργάνων του και δεσμεύεται έτσι πρωτογενώς., οπότε γίνεται λόγος για αυτοπρόσωπη συμμετοχή και δικαιοπρακτική δέσμευση του ν.π. (70 ΑΚ). Ο δεύτερος τρόπος δικαιοπρακτικής  δέσμευσης του ν.π.  συνίσταται στη μεσολάβηση και εκπροσώπηση του ν.π. όχι πλέον από καταστατικό όργανό του αλλά από πρόσωπο που αποτελεί απλώς άμεσο αντιπρόσωπό του, δηλαδή «πληρεξούσιό» του σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη 211 ΑΚ. Κριτήριο της παραπάνω διάκρισης αποτελεί το αν ο ενδιάμεσος (φυσικό ή άλλο νομικό πρόσωπο) αντλεί ή όχι την εξουσία δικαιοπρακτικής εκπροσώπησης και δέσμευσης απευθείας από το καταστατικό του ν.π. Στην πρώτη περίπτωση ο ενδιάμεσος θα αποτελεί  όργανο του ν.π. ενώ στη δεύτερη άμεσο αντιπρόσωπο-πληρεξούσιο αυτού, ενώ η όλη δράση τους είναι στενά οριοθετημένη και περιορισμένη από το σκοπό του ν.π.

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’. ΓΕΝΙΚΑ.

Ι) ΤΑ ΟΡΙΑ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΔΕΣΜΕΥΣΗ (ΑΚ 70) – ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΚ 71 

   Στην προσπάθειά μας να προσδιορίσουμε το πεδίο εφαρμογής του ΑΚ 70 κρίνεται χρήσιμο και συνάμα απαραίτητο να εντάξουμε το εν λόγω άρθρο στο σύστημα ευθύνης που θεσπίζει ο ΑΚ και ειδικότερα να προσδιορίσουμε τη στενή σχέση που παρουσιάζει το εξεταζόμενο αυτό άρθρο με το ΑΚ 71 που προβλέπει την ευθύνη του ν.π. από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του.

Το άρθρο ΑΚ 71 συνιστά μη αυτοτελή κανόνα δικαίου, με αποτέλεσμα για την εφαρμογή του να απαιτείται να συντρέχει κάποιος από τους νόμιμους λόγους ευθύνης οι οποίοι έχουν γενική ισχύ, καλύπτουν δηλαδή την ευθύνη όλων των δικαιικών υποκειμένων. Ο νόμιμος λόγος ευθύνης συνίσταται σε κάθε γεγονός από το οποίο γεννιέται ευθύνη για το πρόσωπο που πράττει ή παραλείπει, ευθύνη που έχει σαν αφετηρία τη σύναψη δικαιοπραξίας (οπότε γίνεται λόγος για δικαιοπρακτική ευθύνη),  την τέλεση αδικοπραξίας (ΑΚ 914, αδικοπρακτική ευθύνη) ή τη δημιουργία ευθύνης κατά το στάδιο πριν τη σύναψη μιας σύμβασης (ΑΚ 197-198 ευθύνη από διαπραγματεύσεις ως προσυμβατική ευθύνη).Το χαρακτηριστικό της μη αυτοτέλειας του ΑΚ 71 ως κανόνα δικαίου ανταποκρίνεται πλήρως στη ratio της συγκεκριμένης διάταξης που συνίσταται στην εξομοίωση φυσικών και νομικών προσώπων στα ζητήματα αστικής ευθύνης. Καθίσταται έτσι σαφές ότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις ευθύνεται τόσο το ν.π. όσο και το φ.π.

Από τη γενική διατύπωση της διάταξης του άρθρου ΑΚ 71 εδ. α΄ γίνεται δεκτό ομόφωνα ότι στο αντικειμενικό του πεδίο υπάγεται τόσο η δικαιοπρακτική όσο και η αδικοπρακτική ευθύνη. Πριν την εξέταση καθεμιάς από αυτές τις δύο μορφές αστικής ευθύνης κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί αν στο αντικειμενικό πεδίο του 71 εδ. α’ υπάγονται μόνο οι περιπτώσεις όπου το αντικείμενο ευθύνης συνίσταται στη καταβολή χρηματικής ή in natura (297 ΑΚ) αποζημίωσης ή αν το πεδίο αυτό επεκτείνεται και καλύπτει και κάθε άλλη έννομη συνέπεια. Για την περίπτωση της δικαιοπρακτικής ευθύνης συχνότερα προβλέπεται για αυτήν η καταβολή αποζημίωσης από το ζημιώσαντα, εμφανίζεται ωστόσο και ένα σύνολο άλλων δικαιωμάτων που παρέχονται ως προστασία στο ζημιωθέντα, όπως για παράδειγμα το ΑΚ 382, το οποίο παρέχει στο δανειστή διαζευκτικά δικ. αποζημίωσης ή δικ. υπαναχώρησης, καθώς και τα ΑΚ 686 και 697 § 1, τα οποία παρέχουν δικ. υπαναχώρησης. Αντίθετα, στην περίπτωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προβλεπόμενη κύρωση από το νόμο είναι ως επί το πλείστον η καταβολή αποζημίωσης ακόμα και στην περίπτωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΑΚ 932). Ερμηνεύοντας με γραμματική ερμηνεία τη διάταξη του ΑΚ 71 προκύπτει ότι η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις δημιουργίας αδικοπρακτικής ευθύνης εις βάρος του ν.π., γεγονός που συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της διάταξης και οδηγεί σε διαφοροποίηση της ευθύνης του ν.π. Μια τέτοια παραδοχή θα ήταν αντίθετη προς τη ratio της διάταξης όπως αυτή διατυπώθηκε παραπάνω και θα αναιρούσε το σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Επιβάλλεται για το λόγο αυτό να γίνει τελολογική ερμηνεία και ειδικότερα διασταλτική ερμηνεία της ΑΚ 71, ώστε στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της να υπάγεται κάθε δυνατή περίπτωση τόσο δικαιοπρακτικής όσο και αδικοπρακτικής ευθύνης και όχι μόνο η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης όπως αναφέρει η στενή διατύπωση του νόμου.

Για να προκύψει όμως δικαιοπρακτική ευθύνη του ν.π. απαιτείται προηγουμένως η παράβαση εκ μέρους κάποιου προσώπου των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβε καταρτίζοντας συγκεκριμένη δικαιοπραξία. Η παράβαση αυτή ανάγεται στην πρωτογενή υποχρέωση για παροχή και καλύπτει όλο το φάσμα της ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, δηλαδή μπορεί να συνίσταται σε αδυναμία παροχής, σε υπερημερία οφειλέτη ή δανειστή και σε πλημμελή εκπλήρωση. Κατά συνέπεια η δικαιοπρακτική ευθύνη καλύπτει κάθε έννομη συνέπεια κάθε συγκεκριμένης παράβασης της πρωτογενούς υποχρέωσης προς τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων που αναλαμβάνει κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, κατά την κατάρτιση μιας δικαιοπραξίας. Το παραπάνω συμπέρασμα έχει εφαρμογή τόσο στα φυσικά όσο και στα νομικά πρόσωπα, για την κατάφαση επομένως δικαιοπρακτικής ευθύνης απαιτείται προηγουμένως να διαπιστωθεί η ύπαρξη δικαιοπραξίας που να τα δεσμεύει. Τα δύο αυτά συναφή και αλληλένδετα ζητήματα της δικαιοπρακτικής δέσμευσης και της ευθύνης ν.π. ρυθμίζονται από τις ΑΚ 70 και 71 αντίστοιχα. Το μεν ΑΚ 70 ρυθμίζει το ζήτημα της δέσμευσης του ν.π. από τις δικαιοπραξίες που καταρτίζουν τα όργανά του ενώ το ΑΚ 71 ρυθμίζει το ζήτημα της δευτερογενούς ευθύνης του ν.π., ευθύνη που απορρέει από την παράβαση εκ μέρους των οργάνων του της δεσμευτικής γι’ αυτό δικαιοπραξίας. Κατά συνέπεια, για να προκύψει δικαιοπρακτική ευθύνη του ν.π. από τις πράξεις των οργάνων του απαιτείται προηγουμένως η έγκυρη κατάρτιση δικαιοπραξίας από το διοικούν όργανο του ν.π. Η πλήρωση δηλαδή του πραγματικού του ΑΚ 70 είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του ΑΚ 71, καθιστώντας έτσι τη σχέση μεταξύ των δύο διατάξεων στενότατη για την θεμελίωση δικαιοπρακτικής ευθύνης εις βάρος του ν.π. από πράξεις των οργάνων του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω εσφαλμένη πρέπει να κριθεί η άποψη που υποστηρίζει πως η δικαιοπρακτική ευθύνη του ν.π. προκύπτει όχι από την ΑΚ 71 αλλά από την ΑΚ 70. Αντίθετα καμία διχογνωμία δεν υφίσταται ως προς την υπαγωγή της αδικοπρακτικής δράσης των οργάνων του ν.π. στην αδικοπρακτική ευθύνη του τελευταίου.

ΙΙ) Ο ΣΚΟΠΟΣ. 

Ο σκοπός κάθε νομικού προσώπου, αποτελεί το λόγο ύπαρξης του ίδιου του νομικού προσώπου, καθώς και το λόγο για τον οποίο κάποιο πρόσωπο μετέχει από κοινού με άλλα πρόσωπα σ’ αυτό. Χάρη λοιπόν του επιδιωκόμενου σκοπού, η έννομη τάξη προσδίδει στα ν.π., συνεπώς και στις εταιρίες, νομική προσωπικότητα. Περαιτέρω, η διοίκηση κάθε εταιρίας (διαχείριση υπό ευρεία έννοια) περιλαμβάνει όσες δραστηριότητες κατευθύνονται στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού. Επομένως, ο εταιρικός σκοπός είναι εκείνος που καθορίζει το περιεχόμενο της διοίκησης, συνεπώς και τις αντίστοιχες εξουσίες του διοικητικού οργάνου. Με αυτόν τον τρόπο, η έκταση της εκπροσωπευτικής εξουσίας οριοθετείται από τον εταιρικό σκοπό. 

Ο όρος όμως «εταιρικός σκοπός» απαντάται με δύο έννοιες, υπό ευρεία και υπό στενή έννοια. Με ευρεία έννοια, ο εταιρικός σκοπός φανερώνει τη γενική κατεύθυνση της εταιρίας, δηλαδή αν αυτή είναι κερδοσκοπική (πχ. οι εταιρίες του εμπορικού δικαίου), ιδεαλιστική (πχ. σωματείο, αστική εταιρία μη κερδοσκοπική εταιρία) ή συνεργατική (πχ. συνεταιρισμός καθώς αποβλέπει μόνο στην προαγωγή των ιδιωτικών συμφερόντων των μελών του). Υπό αυτή την έννοια, ο εταιρικός σκοπός αποτελεί τα παραγωγικά αίτια εισόδου κάθε μετόχου ή εταίρου στην εταιρία. Για το λόγο αυτόν, για τη μετατροπή του σκοπού, με την ευρεία έννοια, είναι αναγκαία η συναίνεση όλων των εταίρων (άρθρο ΑΚ 100).

Υπό στενή έννοια, ο εταιρικός σκοπός περιγράφει το αντικείμενο της εταιρικής επιχείρησης, προσδιορίζει το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας που πρόκειται να ασκήσει η εταιρία, προκειμένου να πετύχει το σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε (π.χ. τραπεζικές εργασίες, ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, εισαγωγές ενδυμάτων). Ο σκοπός με αυτή την έννοια επιτελεί διττή λειτουργία: Από τη μία, εξατομικεύει την εταιρία και προσδιορίζει το αντικείμενο της εταιρίας και από την άλλη, καθορίζει το περιεχόμενο της εκπροσωπευτικής εξουσίας και της διοικητικής λειτουργίας γενικότερα. Καθορίζει το πεδίο της επιχειρηματικής δράσης, μέσα στο οποίο το διοικητικό όργανο επιτρέπεται να επιδιώξει την εκπλήρωση του εταιρικού σκοπού με ευρεία έννοια. Το περιεχόμενο της διοικητικής λειτουργίας, συνεπώς και οι λειτουργίες του αντίστοιχου οργάνου, περιλαμβάνουν πράξεις που τείνουν στην πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο εταιρικός σκοπός καθορίζει τις αρμοδιότητες των εταιρικών οργάνων. Έτσι, το διοικητικό όργανο της εταιρίας είναι αρμόδιο μόνο για πράξεις οι οποίες εμπίπτουν στο αντικείμενο της εταιρικής δραστηριότητας. Για τους παραπάνω λόγους, ο εταιρικός σκοπός με στενή έννοια πρέπει να περιγράφεται στο καταστατικό με ακρίβεια και όχι με τρόπο γενικό και αόριστο. Συνήθως όμως, ο σκοπός περιγράφεται με όσο το δυνατό πιο ευρύ τρόπο. Έτσι, η εταιρία να μπορεί να επεκτείνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, χωρίς να προκύπτει ανάγκη κάθε φορά για την αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού της εταιρίας.

Από τους περισσότερους σκοπούς που περιγράφονται στο καταστατικό συνήθως η εταιρία επιδίδεται μόνο σε έναν. Γεννιέται, λοιπόν, το ζήτημα εάν θα ληφθεί υπόψη ο ευρύτερος σκοπός, που περιγράφεται στο καταστατικό ή εκείνη η δραστηριότητα που πράγματι ασκεί η εταιρία. Για το συγκεκριμένο θέμα διατυπώθηκαν δύο αντίθετες θέσεις. Η πρώτη, υποστηρίζει ότι κρίσιμο είναι το περιεχόμενο του καταστατικού. Αντίθετα, η δεύτερη θεωρεί κρίσιμη τη δραστηριότητα εκείνη που επέλεξε η εταιρία να ασκήσει.

Η ελληνική νομολογία και θεωρία είχαν ασχοληθεί με το θέμα αυτό κυρίως με αφορμή την παροχή εγγύησης από ένα νομικό πρόσωπo υπέρ άλλου νομικού προσώπου. Το ζήτημα είχε ανακύψει στις περιπτώσεις, όπου το καταστατικό της εταιρίας δεν περιείχε καμιά πρόβλεψη (επιτρεπτική ή απαγορευτική) σχετικά με την παροχή τέτοιων εγγυήσεων. Από τη στάση της νομολογίας στις επιμέρους κριθείσες υποθέσεις δεν ήταν δυνατόν να συναχθεί κάποιος συγκεκριμένος κανόνας. Έτσι, η νομολογία κάποιες φορές είχε δεχθεί ότι η παροχή της εγγύησης ισοδυναμούσε με πράξη εκποίησης της εταιρικής επιχείρησης και για το λόγο αυτό έκρινε ότι βρισκόταν εκτός του εταιρικού σκοπού. Άλλες φορές όμως έκρινε ότι βρισκόταν εντός του εταιρικού σκοπού. Κατά την ορθότερη άποψη, η παροχή εγγυήσεως δεν μπορεί να αποκλείεται γενικά από μόνο το γεγονός ότι δεν υπάρχει σχετική μνεία στον καταστατικό σκοπό της εγγυήτριας εταιρίας-νομικού προσώπου. Όπως η ίδια άποψη εξηγεί, η εγγύηση δεν συνιστά αυτοτελή, αλλά παρεπόμενη σύμβαση και δεν θα πρέπει να αποκλείεται, εφόσον εξυπηρετεί έστω και έμμεσα τον εταιρικό σκοπό. Κατά παρεμφερή άποψη, κατευθυντήρια γραμμή για την αντιμετώπιση του ζητήματος πρέπει να αποτελέσει η θεώρηση ότι στον εταιρικό σκοπό εμπίπτουν όσες πράξεις τείνουν στην προώθηση της εταιρικής επιχείρησης, η οποία παράγει ή εμπορεύεται ορισμένο είδος προϊόντων ή προσφέρει ορισμένες υπηρεσίες που εξατομικεύουν την εταιρία. Η προαγωγή της εταιρικής επιχείρησης μπορεί να εξυπηρετείται και μέσω πράξεων ελευθεριότητας, δικαιοπραξιών διάθεσης στοιχείων της εταιρικής περιουσίας. Το ενδεχόμενο μία τέτοια πράξη να αποδειχθεί επιζήμια για την εταιρία δεν θα πρέπει να αποτελέσει κριτήριο για το αν βρίσκεται εκτός του εταιρικού σκοπού. 

Περαιτέρω, η εκπροσωπευτική εξουσία του διοικητικού οργάνου δεν οριοθετείται μόνο από το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, αλλά και από την έκτασή της. Το διοικητικό όργανο είναι αρμόδιο για πράξεις που ανήκουν στη συνήθη διαχείριση, δηλαδή στη συνήθη οικονομική έκταση της εταιρικής επιχείρησης. Αυτή η έκταση προσδιορίζεται από το καταστατικό και από τους διατιθέμενους από την εταιρία οικονομικούς πόρους. Έτσι, για παράδειγμα, αν η εταιρία έχει συσταθεί για την εκμετάλλευση ενός μόνο καταστήματος δεν έχει την εξουσία να ιδρύσει υποκαταστήματα. Για την εγκυρότητα μίας τέτοιας απόφασης, που υπερβαίνει την έκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, απαιτείται η συγκατάθεση της γενικής συνέλευσης των μετόχων. Η ίδρυση υποκαταστήματος θεωρείται «ξάνοιγμα» της επιχείρησης. 

Το αν τελικά μια πράξη εμπίπτει ή όχι στον εταιρικό σκοπό δεν πρέπει και δεν μπορεί να ερευνάται και να διαπιστώνεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο (in abstracto). Δεν θα πρέπει όμως να κρίνεται με βάση ούτε τη φύση της κρινόμενης πράξης ούτε και το τελικό επικερδές ή επιζήμιο αποτέλεσμα για την εταιρία. Κριτήριο πρέπει να αποτελέσει το κατά πόσο η υπό εξέταση κάθε φορά πράξη εξυπηρετεί έστω και έμμεσα την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας, δηλαδή αν βρίσκεται σε αρμονία με την όλη οικονομική της δράση.  

Στο σημείο αυτό κρίνεται απαραίτητο να γίνει ειδική αναφορά σε δύο θεωρίες οι οποίες παρουσιάζουν στενή σχέση με τον εταιρικό σκοπό του κάθε ν.π. Οι δύο αυτές θεωρίες, που έχουν διατυπωθεί διεθνώς, αφορούν κατά βάση την έκταση της ικανότητας δικαίου των ν.π.. Καταλήγουν όμως να αφορούν και την έκταση της εκπροσωπευτικής εξουσίας των οικείων οργάνων του ν.π. με τον ακόλουθο τρόπο. Η ικανότητα δικαίου του νομικού προσώπου υπάρχει από τη σύστασή του, για την οποία απαιτείται συστατική πράξη, δηλαδή καταστατικό, και δημοσίευσή της. Απαραίτητο στοιχείο του καταστατικού είναι και ο σκοπός που επιδιώκει το ν.π. Επομένως, η ικανότητα δικαίου συναρτάται με το σκοπό του νομικού προσώπου, η εκπροσωπευτική ικανότητα υπάρχει και λειτουργεί μέσα στα όρια της ικανότητας δικαίου. Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού απαιτούνται πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης του αντιπροσωπευτικού οργάνου. Συνεπώς, η ικανότητα δικαίου συναρτάται με την εκπροσωπευτική ικανότητα. Οι θεωρίες αυτές, είναι γνωστές ως θεωρίες της prokura και της ultra vires

Η πρώτη, η θεωρία της prokura αποβλέπει στην προστασία των τρίτων που συναλλάσσονται με το ν.π. Γεννήθηκε στο γερμανικό δίκαιο και στη συνέχεια πέρασε και στο ιταλικό. Η θεωρία αυτή δέχεται ότι η ικανότητα δικαίου του νομικού προσώπου, συνεπώς και η εκπροσωπευτική ικανότητα του διοικούντος οργάνου είναι καταρχήν απεριόριστη. Αυτό σημαίνει ότι δεν περιορίζεται ούτε από τον σκοπό του νομικού προσώπου, ούτε με διατάξεις του καταστατικού ούτε, πολύ περισσότερο, με αποφάσεις του ανώτατου οργάνου. Εξαίρεση φυσικά αναγνωρίζει στις περιπτώσεις που οι περιορισμοί εισάγονται από τον ίδιο το νόμο. 

Η δεύτερη, η θεωρία της ultra vires (ή principe de la specialite des personnes morales) προέρχεται από το αγγλοσαξονικό και το γαλλικό δίκαιο, ενώ εφαρμόσθηκε και στο ελβετικό. Η θεωρία αυτή που αποβλέπει στην προστασία των συμφερόντων του ίδιου του νομικού προσώπου, προκρίνει ότι η ικανότητα δικαίου του νομικού προσώπου, επομένως και η αντιπροσωπευτική εξουσία των οικείων οργάνων του, είναι περιορίσιμη και ως εκ τούτου υπόκειται αφενός στους περιορισμούς που απορρέουν από τον καταστατικό σκοπό και αφετέρου σ’ αυτούς που θέτει το καταστατικό ή με τις αποφάσεις του το ανώτατο όργανο (η γενική συνέλευση των εταίρων ή μετόχων). 

Οι θεωρίες αυτές, αν και ξεκίνησαν στην αρχική τους μορφή ως εκ διαμέτρου αντίθετες και απόλυτες, υποχωρούν με αποτέλεσμα τελικά να πλησιάζουν σημαντικά η μία την άλλη. Πραγματικά, η πρώτη – η θεωρία της prokura – βλέποντας ότι αφήνει εκτεθειμένα τα συμφέροντα του νομικού προσώπου υποχωρεί στο εξής: Δέχεται ότι οι πράξεις του αντιπροσωπευτικού οργάνου που βρίσκονται  εκτός του εταιρικού σκοπού, δεν θα δεσμεύουν την εταιρία εφόσον η ίδια αποδείξει ότι ο τρίτος που συναλλάχτηκε μαζί της ήταν κακής πίστεως. Δηλαδή, γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την υπέρβαση των διαχειριστικών ορίων. Η δεύτερη θεωρία της ultra vires υποχωρεί υπέρ των συμφερόντων των τρίτων είτε ερμηνεύοντας πλατιά τον προβλεπόμενο στο καταστατικό εταιρικό σκοπό, είτε διακρίνοντας ανάμεσα στην ευρεία και τη στενή έννοια του σκοπού αυτού, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον τρίτο να επιφέρει τη δέσμευση της εταιρίας, εφόσον ο ίδιος αποδείξει την καλή του πίστη, δηλαδή ότι δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει την υπέρβαση αυτή. Από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές, ότι οι δύο αυτές θεωρίες συγκλίνουν στο ότι αποδέχονται το ενδεχόμενο η εταιρία να μη δεσμεύεται από πράξεις του εκπροσωπευτικού της οργάνου που βρίσκονται εκτός των ορίων του εταιρικού σκοπού, όπως αυτός περιγράφεται στο καταστατικό. Ωστόσο, δεν ταυτίζονται και παραμένουν πιστές στη βασική τους πρόθεση. Η θεωρία της prokura, έχει ως κανόνα τη δέσμευση της εταιρίας και ως εξαίρεση τη μη δέσμευση, επιβάλλοντας  το σχετικό βάρος απόδειξης στην εταιρία. Αντίθετα, η θεωρία της ultra vires, θέτει ως κανόνα τη μη δέσμευση της εταιρίας και ως εξαίρεση την δέσμευσή της, μεταθέτοντας το βάρος απόδειξης στους τρίτους.

Ο έλληνας νομοθέτης μετέφερε τη ρύθμιση του αρ. 9 της Οδηγίας 68/151, η οποία υιοθετεί τη θεωρία της prokura και στόχο έχει την προστασία των καλόπιστων τρίτων, με το άρθρο 22 § 2 κ.ν. 2190/1920 για την ανώνυμη εταιρία και με το άρθρο 18 § 1 γ΄ ν. 3190/ 1955 για την εταιρία περιορισμένης ευθύνης. Οι διατάξεις αυτές, σε αντίθεση με την πρόβλεψη της Οδηγίας, δεν διατυπώθηκαν με όμοιο τρόπο και συνεπώς δεν εναρμονίσθηκαν στον ίδιο βαθμό με την Οδηγία. Έτσι, η ρύθμιση για την ανώνυμη εταιρία προβλέπει ότι οι περιορισμοί από το καταστατικό ή αποφάσεις της γενικής συνέλευσης δεν αντιτάσσονται στους κ α λ ό π ι σ τ ο υ ς  τρίτους, ακόμα και αν έχουν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας. Η ρύθμιση αντίθετα για την εταιρία περιορισμένης ευθύνης προβλέπει, ότι οι εν λόγω περιορισμοί, ακόμα και αν έχουν δημοσιευθεί, δεν αντιτάσσονται τους τρίτους, ανεξάρτητα από την καλή ή την κακή τους πίστη.

ΙΙΙ) ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ/ ΟΡΙΑ/ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗΣ  ΔΕΣΜΕΥΣΗΣ ΤΟΥ Ν.Π. 

Στο 70 ΑΚ τίθεται ο θεμελιώδης κανόνας δικαίου που διέπει τις δικαιοπραξίες που καταρτίζει το ν.π. μέσω του διοικούντος οργάνου του.Σύμφωνα με αυτόν «δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το ν.π. υποχρεώνουν το ν.π.».

1)Έννοια του «οργάνου».

Το 70 ΑΚ αναφέρεται επομένως σε όργανο το οποίο διοικεί το ν.π. ,όργανο δηλαδή που έχει αναλάβει τη διοίκηση του συγκεκριμένου ν.π. και διαθέτει εξουσία να το εκπροσωπεί. Η εξουσία αυτή (δηλαδή η εξουσία εκπροσώπησης) μπορεί να απορρέει είτε εκ του νόμου όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τη μονομελή ή πολυμελή διοίκηση, με την προσωρινή διοίκηση και με τον εκκαθαριστή είτε από το καταστατικό ή τον οργανισμό, όπως όταν αυτή παρέχεται σε υποκατάστατο όργανο (ΑΚ 67 εδ. β΄) ή σε ιδιαίτερο πρόσωπο στο οποίο ανατίθενται ορισμένες υποθέσεις (68 § 1 εδ. β’), οπότε σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάποια διαφορετική ρύθμιση στο καταστατικό ή στη συστατική πράξη («εν αμφιβολία»), η εξουσία του διοικούντος οργάνου θα εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη (68 § 1 εδ. γ΄).

Για τον προσδιορισμό της έννοιας του οργάνου του ν.π., ορθότερο συστηματικά θα ήταν να προσδιορίσουμε την εν λόγω έννοια συσχετίζοντας παράλληλα το διοικούν όργανο του ν.π. (ΑΚ 70) με το αντιπροσωπεύον όργανο του ΑΚ 71 εδ. α΄. Από αυτή τη σύγκριση προκύπτει στην έννοια του δεύτερου υπάγεται αναμφίβολα και το διοικούν όργανο, χωρίς όμως να ισχύει και το αντίστροφο. Η έννοια επομένως του αντιπροσωπεύοντος οργάνου είναι έννοια γένους σε σχέση με την αντίστοιχη του διοικούντος οργάνου, χωρίς όμως αυτό το τελευταίο να αποτελεί και το μοναδικό περιεχόμενο της έννοιας του οργάνου του ΑΚ 71 εδ. α΄. Ειδικότερα ως προς την έννοια του αντιπροσωπεύοντος οργάνου η μέχρι πρότινος απολύτως κρατούσα ερμηνεία υποστήριζε ότι αντιπροσωπεύοντα όργανα του ν.π. είναι εκείνα των οποίων η θέση και η εξουσία προβλέπονται από το καταστατικό ή τη συστατική πράξη, για αυτό άλλωστε ονομάστηκαν και «καταστατικά» όργανα σε αντιδιαστολή προς τα «εσωτερικά» όργανα που δεν έχουν εξουσία εκπροσώπησης (π.χ. γενική συνέλευση, πειθαρχικά συμβούλια, εποπτικά συμβούλια κτλ.). Για την εφαρμογή επομένως της οργανικής θεωρίας όπως αυτή περιγράφηκε παραπάνω, τίθενται ως αναγκαίες προϋποθέσεις η πρόβλεψη του αντιπροσωπεύοντος οργάνου ως τέτοιου στο καταστατικό και η παροχή σε αυτό καταστατικής εξουσίας (δικαιοπρακτικής) εκπροσώπησης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες δε συνιστά αντιπροσωπεύον όργανο του σωματείου για παράδειγμα, ο πρόεδρός του, όταν αναλαμβάνει την εκπροσώπηση του ν.π. χωρίς να έχει καταστατική αρμοδιότητα για αυτή την υπόθεση.

Η μέχρι πρότινος κρατούσα οργανική θεωρία δεν μπορεί να επιδοκιμαστεί αφενός γιατί φαίνεται παρωχημένη και ασυνεπής και αφετέρου γιατί οδηγεί σε συμπεράσματα που δε συμβιβάζονται με τη ratio της διάταξης. Προς επίρρωση του παραπάνω συμπεράσματος διατυπώνονται τα ακόλουθα τρία επιχειρήματα:

α) Με αυτόν τον τρόπο υιοθετείται ουσιαστικά η οργανική θεωρία ή θεωρία του βουλητικού οργάνου, σύμφωνα με την οποία η βούληση και οι πράξεις των οργάνων αποτελούν βούληση και πράξεις του ν.π. ώστε αυτά να εκφράζουν τη βούληση του ν.π. μέσα στα πλαίσια που τους ορίζει το καταστατικό.

β) Αν δεχθούμε ως αναγκαίο στοιχείο της έννοιας του οργάνου την ύπαρξη καταστατικής εκπροσωπευτικής εξουσίας φθάνουμε στο άτοπο να εξομοιώνουμε το διοικούν όργανο του ΑΚ 70 με το αντιπροσωπεύον όργανο του ΑΚ 71 εδ. α’., διατάξεις διαφορετικές μεταξύ τους ως προς το ρυθμιστικό τους πλαίσιο αφού η πρώτη ρυθμίζει το ζήτημα της δικαιοπρακτικής δέσμευσης του ν.π. ενώ η δεύτερη το θέμα της εν γένει αστικής ευθύνης του τελευταίου.

γ) Ως τρίτο επιχείρημα για την αντίκρουση της οργανικής θεωρίας φέρεται το γεγονός ότι οι ίδιοι οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας αναφέρουν ως όργανα του ν.π. π.χ. το διευθυντή εργοστασίου, κλινικής, γυμναστηρίου κτλ. οι οποίοι διαθέτουν καταστατική εξουσία εκπροσώπησης όχι όμως και εξουσία δικαιοπρακτικής δέσμευσης του ν.π. Επομένως τα πρόσωπα αυτά θα έπρεπε σύμφωνα με αυτή τη θεωρία να συνιστούν βοηθούς εκπλήρωσης ή προστηθέντες αφού η προαναφερθείσα εξουσία –την οποία δε διαθέτουν αυτά τα πρόσωπα- συνιστά ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του αντιπροσωπεύοντος οργάνου του ΑΚ 71.

Για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων και όχι μόνο για θεωρητικούς λόγους αλλά κυρίως για τελολογικούς προτείνεται η αντιμετώπιση των αντιφάσεων που προαναφέρθηκαν με τη θεωρία του de facto ή εν τοις πράγμασι οργάνου, θεωρία που γνωρίζει όλο και μεγαλύτερη απήχηση στη νεώτερη θεωρία και νομολογία.

Θα ήταν ορθότερο να γίνει δεκτό ότι δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία της έννοιας του οργάνου του ΑΚ 71 ούτε η ρητή πρόβλεψη της θέσης και των αρμοδιοτήτων του στο καταστατικό ή τη συστατική πράξη ούτε και η παροχή καταστατικής εξουσίας (δικαιοπρακτικής)  εκπροσώπησης του ν.π. Κυρίως για λόγους σκοπιμότητας ως αντιπροσωπεύοντα όργανα του ν.π. θα ορίζαμε «τα φ.π. στα οποία έχει ανατεθεί με το Γενικό Κανονισμό λειτουργίας και διοίκησής του η αυτοτελώς και με ίδια ευθύνη άσκηση σημαντικών και ουσιωδών αρμοδιοτήτων, ώστε αυτά να εκπροσωπούν «πράγματι και δυνάμει»  αυτό». Η ερμηνεία αυτή ως προς την έννοια του οργάνου ν.π. δεν είναι ξένη προς την κοινωνική πραγματικότητα αλλά συνδέεται άρρηκτα με την τελευταία.

Συνήθης είναι η πρακτική της  συγκρότησης μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών οι οποίες επεκτείνονται σε μεγάλα τμήματα ή και σε όλη την επικράτεια, ακόμα και στην αλλοδαπή. Η επέκταση αυτή γίνεται πραγματικότητα με τη δημιουργία νέων αυτοτελών τμημάτων καθώς και με την ίδρυση παραρτημάτων και υποκαταστημάτων. Ουσιώδεις αρμοδιότητες και σημαντικά καθήκοντα σε αυτά τα καταστήματα ασκούν οι λεγόμενοι «διευθύνοντες υπάλληλοι», οι οποίοι ανεξάρτητα του αν έχουν και εξουσία να καταρτίζουν δεσμευτικές για το ν.π. δικαιοπραξίες, εκπροσωπούν πράγματι («de facto») και δυνάμει το ν.π. Συνεπώς ο τρόπος λειτουργίας των ν.π. σήμερα κατέστη καταλυτικός για τη διατύπωση της εν λόγω θεωρίας του de facto οργάνου του ν.π., καθιστώντας την οργανική θεωρία παρωχημένη και τελολογικά απρόσφορη.

Συμπερασματικά, ως προς την έννοια του οργάνου ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δέσμευση-δικαιοπρακτική και αδικοπρακτική- του ν.π. θα πρέπει να οριοθετήσουμε σαφώς την έννοια του διοικούντος οργάνου του ν.π. σε σχέση με εκείνη του αντιπροσωπεύοντος οργάνου. Το διοικούν όργανο είναι εκείνο το οποίο δεσμεύει δικαιοπρακτικά το ν.π. (ΑΚ 70) έχοντας τη σχετική καταστατική εξουσία δικαιοπρακτικής εκπροσώπησης αυτού χωρίς αυτό να φέρει την ευθύνη του ν.π. Αντίθετα το αντιπροσωπεύον όργανο του ΑΚ 71 είναι εκείνο από τις ενέργειες του οποίου δημιουργείται όπως αναφέρθηκε η εν γένει αστική (δικαιοπρακτική, αδικοπρακτική και ex lege)  ευθύνη του ν.π. Αυτή είναι  και μια από τις θεωρητικές αδυναμίες της οργανικής θεωρίας, η οποία ταυτίζει εννοιολογικά και λειτουργικά το διοικούν όργανο του ΑΚ 70 με το αντιπροσωπεύον όργανο του ΑΚ 71, επομένως ταυτίζει αφενός τη δικαιοπρακτική δέσμευση και αφετέρου την εν γένει αστική ευθύνη.

2) Πρόσωπα που εκπροσωπούν δικαιοπρακτικά και δεσμεύουν  το ν.π.

Όπως προαναφέρθηκε, η δικαιοπρακτική εκπροσώπηση και δέσμευση ενός προσώπου εντάσσεται στη διαδικασία ίδρυσης μιας δικαιοπρακτικής ενοχής. Το φ.π. έχει τη δυνατότητα να συνάψει σύμβαση ή να δικαιοπρακτήσει μονομερώς είτε αυτοπροσώπως  είτε μέσω άλλου προσώπου. Στην τελευταία περίπτωση παρέχεται εξουσία («πληρεξουσιότητα») σε ένα πρόσωπο να ενεργήσει στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ως άμεσος δηλαδή αντιπρόσωπός του, οπότε η συμβατική δέσμευση επέρχεται στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου (ΑΚ 211). Σε καθεμιά από τις δύο περιπτώσεις οι όροι που απαιτούνται για την εγκυρότητα της δικαιοπρακτικής δήλωσης είναι κατά βάση κοινοί, χωρίς ωστόσο να συγκαταλέγεται σε αυτούς η εξουσία δικαιοπρακτικής δέσμευσης, η οποία σχετίζεται μόνο με τη δέσμευση του αντιπροσωπευόμενου. Επομένως οι όροι δικαιοπρακτική εκπροσώπηση και (δικαιοπρακτική) δέσμευση εντάσσονται μόνο στο πλαίσιο της ενέργειας μέσω αντιπροσώπου.

Η διπλή αυτή δυνατότητα κατάρτισης συμβάσεων, όπως προαναφέρθηκε ότι ισχύει για το φ.π. παρέχεται από το δίκαιο και στο ν.π. Το τελευταίο επομένως μπορεί και συμβάλλεται όπως και το φ.π., δηλαδή είτε «αυτοπροσώπως» είτε μέσω άμεσου αντιπροσώπου. Η διαφορά τους ωστόσο έγκειται στο γεγονός ότι ενώ στην περίπτωση του φ.π. μόνο στην περίπτωση της ίδρυσης δικαιοπρακτικής ενοχής μέσω άμεσου αντιπροσώπου-πληρεξουσίου (ΑΚ 211) μεσολαβεί άλλο πρόσωπο ενώ αντίθετα στην περίπτωση του ν.π. η μεσολάβηση αυτή παρατηρείται σε αμφότερους τους τρόπους ενέργειας. Είτε δηλαδή αυτό το τελευταίο ενεργεί «αυτοπροσώπως» μέσω των καταστατικών του οργάνων είτε μέσω άμεσου αντιπροσώπου-πληρεξουσίου. Κατόπιν αυτών προκύπτει επιτακτική η ανάγκη καθορισμού ουσιαστικού κριτηρίου για τη διάκριση μεταξύ καταστατικού οργάνου και πληρεξουσίου του ν.π. Το κριτήριο εντοπίζεται στο αν ο ενδιάμεσος (φυσικό ή άλλο ν.π.) αντλεί ή όχι την εξουσία δικαιοπρακτικής εκπροσώπησης και δέσμευσης απευθείας από το καταστατικό του ν.π. Στην περίπτωση που αντλεί την εξουσία αυτή απευθείας από το καταστατικό αποτελεί όργανο του ν.π. ενώ στην αντίθετη περίπτωση συνιστά άμεσο αντιπρόσωπο αυτού. Ειδικότερα:

Α) όταν το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, αντλεί την εκπροσωπευτική του εξουσία απευθείας από το καταστατικό πρόκειται τότε για το καταστατικό όργανο του ΑΚ 70, οπότε δεν απαιτείται σε αυτήν την περίπτωση  καμία επιπλέον ενδιάμεση δήλωση βουλήσεως. Στην κατηγορία αυτή του «καταστατικού» οργάνου ανήκει και ο κατά 67 εδ. β’ ΑΚ «υποκατάστατος», ο οποίος αντλεί επίσης την εξουσία δικαιοπρακτικής εκπροσώπησης του ν.π. απευθείας από το καταστατικό αυτού, αφού το επιτρεπτό της υποκατάστασης προϋποθέτει αναγκαίως ειδική διάταξη στη νόμιμα δημοσιευμένη συστατική του πράξη. Η απόφαση εδώ του γενικώς ή ειδικώς αρμόδιου οργάνου δε συνιστά «πληρεξουσιότητα», απλώς ενεργοποιεί και εξειδικεύει την προβλεπόμενη στο καταστατικό εξουσία του υποκατάστατου.

Β) αν η εκπροσωπευτική εξουσία δεν απορρέει απευθείας από το καταστατικό σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, τότε το πρόσωπο που εμφανίζεται να μεσολαβεί και να εκπροσωπεί το ν.π. συνιστά απλώς άμεσο αντιπρόσωπό του («πληρεξούσιό» του). Σε αυτή την περίπτωση απαιτείται απόφαση του διοικητικού συμβουλίου και γενικότερα του διοικούντος καταστατικού οργάνου, η οποία επιτελεί τη λειτουργία της ΑΚ 211 μονομερούς απευθυντέας δήλωσης της «πληρεξουσιότητας». Αν  η πληρεξουσιότητα παρέχεται από τον υποκατάστατο απαιτείται επιπλέον (εκτός της εντολής από το διοικητικό συμβούλιο προς τον υποκατάστατο) και δεύτερη εντολή-πληρεξουσιότητα από τον υποκατάστατο προς τον τρίτο (πληρεξούσιο). Η εξουσία του υποκατάστατου να δεσμεύει δικαιοπρακτικά και να εκπροσωπεί το ν.π. θα εκτείνεται και σε κάθε συναφή πράξη σε περίπτωση που δεν υπάρχει κάποια αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών.

Γ) Επιπλέον, δυνατότητα δικαιοπρακτικής εκπροσώπησης και δέσμευσης του ν.π. έχει και ο υπάλληλος του ν.π. Σε αυτή την περίπτωση μάλιστα η αναγκαία για τη δέσμευση του ν.π. πληρεξουσιότητα μπορεί να παρασχεθεί και σιωπηρώς. Τέτοια σιωπηρή πληρεξουσιότητα υφίσταται όταν ο συγκεκριμένος υπάλληλος ασκεί καθήκοντα σε «εξωτερική» δραστηριότητα του ν.π., δραστηριότητα δηλαδή στον κύκλο της οποίας εντάσσεται και η κατάρτιση δικαιοπραξιών με τρίτους που συναλλάσσονται με το ν.π. Η δικαιοπρακτική δέσμευση του ν.π. από τον υπάλληλό του αποτελεί κοινή παραδοχή και πηγάζει από το γεγονός της δημιουργίας πεποίθησης στους τρίτους ότι  συναλλάσσονται με πληρεξούσιο του  ν.π. Το παραπάνω συμπέρασμα είναι σύμφωνο και με την «αρχή του εμφανούς», που διέπει το θεσμό της άμεσης αντιπροσώπευσης και υπηρετεί την ασφάλεια των συναλλαγών.

Δ) Περαιτέρω, η εξουσία δικαιοπρακτικής δέσμευσης και εκπροσώπησης του ν.π. μπορεί να απορρέει απευθείας από το νόμο, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τη μονομελή ή πολυμελή διοίκηση, με την προσωρινή διοίκηση και με τον   εκκαθαριστή.

3) Τρόπος δράσης του οργάνου του ν.π. και σκοπός αυτού.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι το παραπάνω όργανο, με την έννοια που εκεί δόθηκε, ενεργεί εκπροσωπώντας δικαιοπρακτικά και δεσμεύοντας κατά τον ίδιο τρόπο το ν.π. με την ιδιότητα πάντοτε του οργάνου και όχι ως απλό πρόσωπο. Αυτό θα πρέπει να προκύπτει με σαφήνεια είτε από τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που επιχείρησε το όργανο είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που να μην αφήνει όμως κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι δεν ενεργεί ως όργανο. Επιπλέον θα πρέπει να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του. Επομένως απαιτείται να συντρέχει εξουσία του οργάνου, δηλαδή αρμοδιότητα. Έπειτα και αφού έχει διαπιστωθεί η αρμοδιότητά του, ερευνάται αν αυτό κινείται μέσα στα όρια της εξουσίας του. Τα όρια της εξουσίας του οργάνου που ασκεί διοίκηση προσδιορίζονται κυρίως στη συστατική πράξη ή στο καταστατικό του ν.π. Ο προσδιορισμός της εξουσίας του οργάνου με αυτόν τον τρόπο περιέχει και το σύνολο των περιορισμών που εισάγονται ως προς την άσκηση εξουσίας από  αυτό. Υπάρχει περίπτωση όμως οι περιορισμοί στην εξουσία του οργάνου να πηγάζουν όχι από το καταστατικό ή τη συστατική πράξη(πράξεις που είναι τυπικές, περιβάλλονται δηλαδή τον έγγραφο τύπο και λόγω των διατυπώσεων δημοσιότητας γίνονται προσιτές σε κάθε τρίτο)  αλλά από διαφορετική πηγή, για παράδειγμα από την απόφαση ανώτερου οργάνου, όπως είναι για το σωματείο η συνέλευση των μελών. Ένας τέτοιος περιορισμός εκτός καταστατικού ή συστατικής πράξης δεν επιτρέπεται να προβληθεί έναντι των καλόπιστων τρίτων.

Πέρα από τους περιορισμούς στους οποίους αναφερθήκαμε προηγουμένως, σημαντική πηγή περιορισμών συνιστά ο σκοπός του ν.π. όπως αυτός διατυπώνεται στο καταστατικό ή τη συστατική πράξη του ν.π.. Όσο η εξουσία της διοίκησης του ν.π. κινείται μέσα στα πλαίσια του σκοπού του ν.π. τότε δε γεννώνται ζητήματα δέσμευσης του ν.π., αφού σε αυτές τις περιπτώσεις το όργανο που διοικεί το ν.π. δρα μέσα στα όρια της εξουσίας του καταρτίζοντας δικαιοπραξίες που υποχρεώνουν το ν.π (70 ΑΚ). Αν όμως το όργανο επιχειρεί πράξεις εκτός του εταιρικού σκοπού τότε το ν.π. δε δεσμεύεται από αυτές τις πράξεις. Ζήτημα δημιουργείται όταν για τις  πράξεις που επιχειρεί το όργανο που ασκεί τη διοίκηση του ν.π. υπάρχουν αμφιβολίες για το αν αυτές κινούνται μέσα στα όρια του σκοπού του ν.π. Ως προς αυτές τις περιπτώσεις και για λόγους προστασίας των συναλλαγών επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω πράξη του οργάνου της διοίκησης ν.π. είναι συναφής προς το σκοπό του ν.π., με αποτέλεσμα να δεσμεύεται σχετικά το ν.π.. 

4)Συμμετοχή του ν.π. στην κατάρτιση έγκυρης και ενεργής δικαιοπραξίας 

Ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις που μόλις αναφέρθηκαν και αφορούν τη διαμόρφωση της βούλησης του ν.π. καθώς και την εξωτερίκευσή της, για την εφαρμογή της ΑΚ 70 και επομένως για τη δικαιοπρακτική δέσμευση του ν.π. από πράξεις που ενεργεί το όργανό του κατά την άσκηση καθηκόντων διοίκησης αυτού, απαιτείται το ν.π. να μετέχει στη διαδικασία κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Έτσι, κρίνεται απαραίτητο να συντρέχουν τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής, οι προϋποθέσεις του κύρους και οι όροι του ενεργού της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας ή ακόμη δηλώσεως βουλήσεως. Για παράδειγμα, η αποδοχή προτάσεως ως δήλωση βουλήσεως που πρέπει να περιέλθει στο πρόσωπο που έκανε την πρόταση, επιβάλλεται αυτή να υπάρξει, να διαθέτει κύρος και να αναπτύσσει ενέργεια. Το ίδιο ισχύει και για την εμπράγματη σύμβαση του ΑΚ 1033, ως προς την οποία θα πρέπει να πληρωθούν τα στοιχεία της νομοτυπικής της μορφής,  να συντρέξουν οι προϋποθέσεις του κύρους και να επέλθουν οι όροι του ενεργού της. Συμπερασματικά, δε νοείται δικαιοπρακτική δέσμευση ν.π. χωρίς δικαιοπραξία ως προς την οποία συντρέχουν σωρευτικά τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής, οι προϋποθέσεις του κύρους καθώς και οι όροι του ενεργού αυτής.

ΙV)Επέλευση της έννομης συνέπειας του ΑΚ 70

Πρέπει απαραιτήτως πρώτα να πληρωθεί το σύνολο των παραπάνω γενικών και ειδικών όρων ώστε να επέλθει η έννομη συνέπεια του ΑΚ 70, να δεσμευτεί δηλαδή δικαιοπρακτικά το ν.π. κατά τρόπο ώστε να καθίσταται φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την κατάρτιση της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας. Δεν αποκλείεται να αμφισβητηθεί η κατάρτιση ή το κύρος της συναφθείσης δικαιοπραξίας για έλλειψη νόμιμης εκπροσώπησης του ν.π. όποτε όποιος επικαλείται τη σύναψη και την ισχύ της δικαιοπραξίας θα πρέπει απαραιτήτως να αποδείξει την κατάρτιση και το κύρος της. Αν ωστόσο η πράξη επιχειρήθηκε από πρόσωπο που στερείται την ιδιότητα του οργάνου ή αν το όργανο ενεργεί έξω από τα όρια της εξουσίας του ή ακόμα χωρίς καμία απολύτως εξουσία, το ν.π. δε δεσμεύεται από την καταρτιζόμενη δικαιοπραξία. Στο σημείο αυτό έχει γεννηθεί διχογνωμία ως προς τη νομική φύση της δικαιοπραξίας που ως μη πληρούσα τους όρους του ΑΚ 70 δε δεσμεύει το ν.π. Αφενός υποστηρίζεται ότι η δικαιοπραξία αυτή υπάρχει μεν, πάσχει ωστόσο από ακυρότητα, αφετέρου δε υποστηρίζεται για αυτή τη δικαιοπραξία ότι δεν έχει καν καταρτιστεί. Η νομολογία ως προς το ζήτημα αυτό δέχεται ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας. Η μάλλον κρατούσα άποψη στη θεωρία κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση ακυρότητας, διατυπώνονται όμως και απόψεις υπέρ της εκδοχής της μη κατάρτισης αυτής. Η διάσταση αυτή απόψεων για το εν λόγω ζήτημα επιτάσσει την επανεξέταση του θέματος υπό το πρίσμα της διάκρισης των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής από τις προϋποθέσεις του κύρους των δικαιοπραξιών.