loader image

Περιεχόμενα

Εισαγωγή…………………………………………………………………….3                                                                                                                 

Α) Η αρχή ne bis in idem στην ΕΣΔΑ……………………………………3

Β) Διεθνές Δεδικασμένο………………………………………………….4 

   1) Ελληνικός ΠΚ και αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις…………..4 

   2) Η αρχή ne bis in idem στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα…………………………………………………11

 i) Η ερμηνεία του αρ. 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ από την ελληνική νομολογία………………………………………………………………..17

   3) Διεθνές Ποινικό Δικαστήριo-ad hoc Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια………………………………………………………………..19

      i) Έννομες συνέπειες της διακρατικής ισχύος της αρχής ne bis in idem…………………………………………………………………………21 

Γ) Ευρωπαϊκό δεδικασμένο……………………………………………22

   1) Η αρχή ne bis in idem στη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν………………………………………………………22

       i) Η αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης (bis)……………………..24

       i.α) Οι αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων……………………………24

       i.β) Οι αποφάσεις του ΔΕΚ……………………………………………28

       i.β.1) Οι υποθέσεις Gozutok και Brugge…………………………….28

        i.β.2) Η θέση της ελληνικής θεωρίας………………………………..30

       i.β.3) Η υπόθεση Miraglia…………………………………………….31

       i.β.4) Η υπόθεση Van Straaten……………………………………….32

       i.β.5) Η υπόθεση Gasparini…………………………………………………..33

       i.β.6) Η υπόθεση Bourqain……………………………………………34

       i.β.7) Η υπόθεση Τuransky……………………………………………36

      ii) Η ταυτότητα της πράξης (idem)………….………………………..37

      ii.α) Οι αποφάσεις του ΔΕΚ………………………….……………….39

      ii.α.1) Η υπόθεση Van Esbroeck………………………………………39

      ii.α.2) Η υπόθεση Van Straaten……………………………………….40

      ii.α.3) Η υπόθεση Gasparini…………………………………………..40

      ii.α.4) Η υπόθεση Kretzinger………………………………………….40

       ii.α.5) Η υπόθεση Kraaijenbrink………………………………………41

      ii.β) Με βάση ποιά έννομη τάξη θα κριθεί η ταυτότητα της πράξης;…………………………………………………………………….42

      iii) Η έκτιση (εκτέλεση) της ποινής…………………………………..45

      iii.α) Οι αποφάσεις του ΔΕΚ………………………………………….47

      iii.α.1) Η υπόθεση Kretzinger………………………………………….47

      iii.α.2) Η υπόθεση Bourqain…………………………………………..48

       iv) Οι επιφυλάξεις του 55 ΣΕΣΣ και η δήλωση της Ελλάδας……….48

   2) Η Συνθήκη της Λισαβόνας και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων…………………………………………………………….50

Συμπέρασμα……………………………………………………………..51

    Εισαγωγή

    Η αρχή ne bis in idem ή αλλιώς η απαγόρευση της διπλής δίωξης του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη κατοχυρώνεται στην ελληνική έννομη τάξη στο άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ. Δικαιολογητική βάση της αρχής είναι η ασφάλεια δικαίου η οποία δημιουργείται στον κατηγορούμενο. Ο τελευταίος γνωρίζει ότι από τη στιγμή που διώχθηκε και δικάστηκε μία φορά για μία πράξη δεν είναι δυνατή η εκ νέου δίωξή του για την ίδια πράξη. Ο κατηγορούμενος απ’ τη στιγμή που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τις υπόνοιες για την τέλεση του αδικήματος υποχρεούται να βιώσει την ταλαιπωρία της ποινικής διαδικασίας (αρχή της ουσιαστικής δικαιοσύνης). Ωστόσο, έχει την αξίωση η ταλαιπωρία αυτή να λάβει τέλος. Για τους λόγους αυτούς η αρχή κατοχυρώνεται στις περισσότερες φιλελεύθερες έννομες τάξεις. 

    Η δημιουργία υπερεθνικών έννομων τάξεων αλλά και οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων με τη διαρκή επέκταση του διασυνοριακού εγκλήματος οδήγησαν στη στενότερη δικαστική και αστυνομική συνεργασία των κρατών στα πλαίσια διεθνών συμβάσεων, με αποτέλεσμα να αυξηθεί ο κίνδυνος της πολλαπλής δίωξης προσώπων κινούμενων μεταξύ περισσότερων κρατών. Έτσι,   δημιουργήθηκε η ανάγκη πρόβλεψης, αντίστοιχων με το άρθρο 57 ΚΠΔ, ρυθμίσεων σε υπερεθνικό επίπεδο.   

    Επομένως, το αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι το ουσιαστικό δεδικασμένο υπό τη μορφή της απαγόρευσης της διπλής δίωξης του ίδιου προσώπου για την ίδια πράξη. Σκοπός της εργασίας, ωστόσο, δεν είναι η παρουσίαση των προϋποθέσεων και της ισχύος της αρχής στα στενά όρια της εθνικής μας έννομης τάξης, αλλά η αναζήτηση της κατοχύρωσής της σε διεθνή συμβατικά κείμενα και η παρουσίασή της ισχύος της στα πλαίσια υπερεθνικών μορφωμάτων. 

    Α) Η αρχή ne bis in idem στην ΕΣΔΑ

    Στο κυρίως κείμενο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για το δεδικασμένο και την ισχύ του επί δικαστικών αποφάσεων. Αντίθετα η αρχή ne bis in idem κατοχυρώνεται ως δικαίωμα του ατόμου στο άρθρο 4 του 7ου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο υπογράφεται στο Στρασβούργο στις 22-11-1984 και κυρώνεται στην Ελλάδα με το Ν. 1705/1987. Το άρθρο 4 έχει ως εξής: «Δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα. 1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για  μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού». Στη δεύτερη παράγραφο ορίζεται, ότι είναι δυνατή η επανάληψη της διαδικασίας εφόσον προκύπτουν νέες ή μεταγενέστερες της απόφασης αποδείξεις ή θεμελιώδη σφάλματα της διαδικασίας που έχει ακολουθηθεί. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την επανάληψη της διαδικασίας είναι η πρόβλεψη της δυνατότητας αυτής στις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας της συγκεκριμένης χώρας. Επιπλέον, όπως ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου, είναι αδύνατη οποιαδήποτε απόκλιση από την αρχή ακόμα και σε περιπτώσεις κατάστασης ανάγκης. Όπως προκύπτει από την Επεξηγηματική Έκθεση του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, η οποία παραπέμπει στην Επεξηγηματική Έκθεση της Ευρωπαϊκής σύμβασης για τη Διεθνή Ισχύ των Καταδικαστικών Αποφάσεων, με τον όρο αμετάκλητη απόφαση εννοείται η περιβεβλημένη με την ισχύ δεδικασμένου απόφαση, κατά της οποίας, δηλαδή, δεν είναι δυνατή η άσκηση τακτικών ένδικων μέσων, είτε διότι έχουν ασκηθεί, είτε διότι έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησής τους, είτε, τέλος διότι, δεν  υπόκειται σ’ αυτά. Όμως, η ουσιωδέστερη πρόβλεψη της συγκεκριμένης διάταξης, είναι η κατοχύρωση της ισχύος της αρχής ne bis in idem μέσα στο ίδιο κράτος. Στην Επεξηγηματική Έκθεση αναφέρεται με σαφήνεια, όπως και στη διάταξη, ότι είναι αδύνατη η δίωξη ή η τιμωρία προσώπου, που έχει καταδικασθεί ή αθωωθεί για την ίδια πράξη, αμετάκλητα, μόνο στο κράτος από τα δικαστήρια του οποίου δικάσθηκε. Απώτερος σκοπός της σαφούς αυτής δήλωσης είναι η αποτροπή έγερσης διχογνωμίας, ανάλογης με εκείνη, που προέκυψε από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 14 παράγραφος 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Άρα το δεδικασμένο που προβλέπεται στο αρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αφορά ημεδαπές ποινικές αποφάσεις και δεν έχει διακρατική ισχύ.

    Β) Διεθνές Δεδικασμένο 

   1) Ελληνικός ΠΚ και αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις 

    Στα άρθρα 9-11 του ελληνικού Ποινικού Κώδικα προβλέπεται μια σειρά διατάξεων, με τις οποίες τίθενται βασικές αρχές για την αντιμετώπιση αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων. Έτσι στην παράγραφο 1 του αρ. 9 ΠΚ ορίζεται, ότι: «Η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται: α) αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη αυτή στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν σε περίπτωση που καταδικάστηκε, έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του, β) αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί ή η ποινή που επιβλήθηκε έχει παραγραφεί ή έχει χαριστεί, γ) αν, σύμφωνα με τον αλλοδαπό νόμο, χρειάζεται έγκληση για τη δίωξη της πράξης και τέτοια έγκληση είτε δεν υποβλήθηκε είτε ανακλήθηκε». Εξαίρεση από τα παραπάνω εισάγει η δεύτερη παράγραφος του άρθρου σχετικά με τα αδικήματα που προβλέπονται στο άρ. 8 ΠΚ. Με τη συγκεκριμένη διάταξη εισάγεται η αρχή της διευθέτησης, με βάση την οποία αποκλείεται η δίωξη μιας πράξης στην ημεδαπή, εφόσον ο κατηγορούμενος αθωώθηκε αμετάκλητα ή καταδικάσθηκε αμετάκλητα και εξέτισε την επιβληθείσα σε βάρος του ποινή ή η τελευταία παραγράφηκε ή χαρίστηκε. Αθωωτική θεωρείται η απόφαση που προβλέπεται στα άρθρα 370 στοιχ. α και 310 παρ. 1 εδ. α Κ.Π.Δ., αντικρουόμενες απόψεις υπάρχουν στην περίπτωση που η πράξη αμνηστεύθηκε, ενώ δε θεωρείται αθωωτική η απόφαση με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η ποινική δίωξη. Στην περίπτωση καταδικαστικής απόφασης απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης είναι η ολική έκτιση της ποινής διαφορετικά τυγχάνει εφαρμογής το αρ. 10 Π.Κ. Με βάση τη Σύμβαση για τη Μεταφορά των Καταδίκων (υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 21-3-1984 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 1708/1987) είναι δυνατή η έκτιση μέρους της ποινής στην Ελλάδα κατόπιν μεταφοράς του καταδίκου από το «κράτος καταδίκης». Η ποινή θεωρείται ότι έχει εκτιθεί και στις περιπτώσεις εφαρμογής των θεσμών της υφ’ όρον απόλυσης και της αναστολής εκτέλεσης της ποινής υπό όρο, εφόσον όμως έχει παρέλθει επιτυχώς το διάστημα της τεθείσας δοκιμασίας, διαφορετικά ο κατηγορούμενος υπολαμβάνεται ότι έχει εκτίσει μέρος της ποινής. Ακόμα αποκλείεται η δίωξη του κατηγορουμένου στην ημεδαπή, όταν έχει παραγραφεί η τελεσθείσα πράξη ή η ποινή που του έχει επιβληθεί ή ακόμα όταν η τελευταία του έχει χαριστεί. Επιπλέον με τις ανωτέρω περιπτώσεις εξομοιώνεται η μη άσκηση έγκλησης ή η ανάκλησή της ήδη ασκηθείσας στα κατ’ έγκληση διωκόμενα αδικήματα που προβλέπονται στην αλλοδαπή έννομη τάξη. Το νομικό ζήτημα της παραγραφής, της χάρης και της έγκλησης κρίνονται με βάση το αλλοδαπό δίκαιο, στις συγκεκριμένες δηλαδή περιπτώσεις λαμβάνει χώρα «εφαρμογή και όχι απλώς λήψη υπόψη του αλλοδαπού ποινικού δικαίου». Όπως συνάγεται από τα παραπάνω και σύμφωνα με την καθολικά υποστηριζόμενη, σε θεωρία και νομολογία, άποψη, με τη διάταξη του αρ. 9 Π.Κ. αναγνωρίζεται η παραγωγή δεδικασμένου από αλλοδαπές ποινικές αποφάσεις. Πρόκειται, επομένως, για μια δικονομική, κατ’ ουσία, διάταξη με την οποία αναγνωρίζεται περιορισμένο δεδικασμένο για τις καταδικαστικές αλλοδαπές αποφάσεις, εξαιτίας του «εξωτερικού όρου δικονομικής ενέργειας» της έκτισης της ποινής, σε αντίθεση με τις αθωωτικές αλλοδαπές αποφάσεις που δεσμεύουν τις ελληνικές δικαστικές αρχές από τη στιγμή που καθίστανται αμετάκλητες. Επιπλέον, απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του αρ. 9 παρ. 1 ΠΚ είναι η ταυτότητα πράξης και η ταυτότητα προσώπου. Άμεσο επακόλουθο των ανωτέρω είναι η μη εφαρμογή της διάταξης για το συμμέτοχο, ο οποίος δε δικάστηκε στην αλλοδαπή. Τέλος αναγκαία συνθήκη για την υπαγωγή του κατηγορουμένου στα, από το αρ. 9 Π.Κ., προβλεπόμενα είναι η τέλεση του αδικήματος, εξ ολοκλήρου, στην αλλοδαπή.

    Η εξαίρεση που εισάγεται με τη δεύτερη παράγραφο, αφορά τα αδικήματα που προβλέπονται στο αρ. 8 Π.Κ. και είναι τα εξής: «α) εσχάτη προδοσία, προδοσία της χώρας που στρέφεται κατά του ελληνικού κράτους και τρομοκρατικές πράξεις (187 Α), β) εγκλήματα που αφορούν τη στρατιωτική υπηρεσία και την υποχρέωση στράτευσης, γ) αξιόποινη πράξη που τέλεσαν ως υπάλληλοι του ελληνικού κράτους, δ) πράξη εναντίον Έλληνα υπαλλήλου κατά την άσκηση της υπηρεσίας του ή σχετικά με την υπηρεσία του, ε) ψευδορκία που εκκρεμεί στις ελληνικές αρχές, στ) πειρατεία, ζ) εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα, η) πράξη δουλεμπορίου, εμπορίας ανθρώπων, σωματεμπορίας ή ασέλγειας με ανήλικο έναντι αμοιβής, διενέργειας ταξιδιών με σκοπό την τέλεση συνουσίας ή άλλων ασελγών πράξεων σε βάρος ανηλίκου ή πορνογραφίας ανηλίκου, θ) παράνομο εμπόριο ναρκωτικών φαρμάκων, ι) παράνομη κυκλοφορία και εμπόριο άσεμνων δημοσιευμάτων, ια) κάθε άλλο έγκλημα, για το οποίο ειδικές διατάξεις ή διεθνείς συμβάσεις υπογραμμένες και επικυρωμένες από το ελληνικό κράτος προβλέπουν την εφαρμογή των ελληνικών ποινικών νόμων». Η εξαίρεση των συγκεκριμένων αδικημάτων από τη ρύθμιση της πρώτης παραγράφου του αρ. 9 Π.Κ. οφείλεται στο γεγονός, ότι με τα υπό στοιχεία α΄-ε΄ και ζ΄ εγκλήματα καθιερώνεται η «(κρατική) προστατευτική αρχή» του διεθνούς ποινικού δικαίου, με βάση την οποία το κράτος έχει την εξουσία να διώκει, είτε ημεδαπούς, είτε αλλοδαπούς για πράξεις που τελέσθηκαν στην αλλοδαπή και στρέφονται κατά έννομων αγαθών του κράτους ή του κοινωνικού συνόλου. Αντίθετα με τα υπό στοιχεία στ΄-ια΄ εγκλήματα εισάγεται η αρχή της παγκόσμιας δικαιοσύνης (στην περιορισμένη μορφή της), σύμφωνα με την οποία αδικήματα που έχουν τελεστεί στην αλλοδαπή και θίγουν έννομα αγαθά της διεθνούς κοινότητας είναι δυνατό να διωχθούν με βάση τους κανόνες της ποινικής δικαιοσύνης τρίτου κράτους, που δε σχετίζεται με το έγκλημα ούτε λόγω του τόπου τέλεσής του, ούτε λόγω της εθνικότητας του δράστη. Έτσι, για τα αδικήματα που προβλέπονται στο 8 Π.Κ. είναι δυνατή η δίωξη στην ημεδαπή ακόμα και σε περίπτωση που ο δράστης έχει διωχθεί, καταδικασθεί και έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή που του επιβλήθηκε, καθώς η αλλοδαπή απόφαση δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με την παρ. 2 του αρ. 9 Π.Κ., στην ελληνική έννομη τάξη. Η μόνη δυνατότητα που παρέχεται από τον Π.Κ. για το μετριασμό των συνεπειών μιας δεύτερης καταδίκης για την ίδια εγκληματική πράξη, είναι ο συνυπολογισμός και η αφαίρεση της ποινής που τυχόν επιβλήθηκε και εκτίθηκε στην αλλοδαπή με βάση το άρθρο 10 Π.Κ., που στην ελληνική έννομη τάξη συνιστά πραγμάτωση της ουσιαστικής δικαιοσύνης.

    Προϋποθέσεις εφαρμογής του αρ. 10 Π.Κ. στις περιπτώσεις που προβλέπεται ο συνυπολογισμός της επιβληθείσας στην αλλοδαπή ποινής είναι, κατά την κρατούσα άποψη, η ταυτότητα της τελεσθείσας πράξεως (ανεξάρτητα από τον αποδιδόμενο νομικό χαρακτηρισμό), η ταυτότητα προσώπου του δράστη και των συμμετόχων, εφόσον υπάρχουν, με βάση το αρ. 57 Κ.Π.Δ. και αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου. Ωστόσο κατά μία άποψη αρκεί η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου να είναι τελεσίδικη. Αντικείμενο συνυπολογισμού μπορεί να αποτελέσει τόσο ο χρόνος της προσωρινής κράτησης όσο και ο χρόνος κράτησης μέχρι την έκδοση του κατηγορουμένου. Αντίθετα δε συνυπολογίζεται η ποινή που έχει επιβληθεί με αναστολή της εκτέλεσής της υπό όρο και εκείνη που έχει επιβληθεί με αναστολή εκτέλεσης και έχει παρέλθει επιτυχώς ο χρόνος της δοκιμασίας ή έχει παραγραφεί. Τέλος, σε περίπτωση που η επιβληθείσα στην αλλοδαπή ποινή δεν είναι δυνατό να συγκριθεί με τις προβλεπόμενες στην ελληνική έννομη τάξη, απαιτείται, ο ειδικά αιτιολογημένος, προσδιορισμός του χρόνου λήξης της εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής, από τον αρμόδιο για την εκτέλεση εισαγγελέα. 

    Στο άρθρο 11 του Π.Κ. που φέρει τον τίτλο «Αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων» παρέχεται, στο αρμόδιο δικαστήριο πλημμελειοδικών, η ευχέρεια επιβολής, σε ημεδαπό, παρεπόμενων ποινών, λόγω καταδίκης, ή μέτρων ασφαλείας λόγω καταδίκης ή αθώωσής του στην αλλοδαπή. Οι παρεπόμενες ποινές και τα μέτρα ασφαλείας, σε περίπτωση καταδίκης, επιβάλλονται από το δικαστήριο δυνητικά, εφόσον προβλέπεται από το ημεδαπό ποινικό δίκαιο η δυνατότητα κατάγνωσής τους για τις τελεσθείσες, στην αλλοδαπή, πράξεις. Η επιβολή μέτρων ασφαλείας επί αθωωτικής απόφασης αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου, είναι νοητή σε περιπτώσεις έλλειψης ικανότητας προς καταλογισμό του κατηγορουμένου. Είναι προφανές, ότι στις ρυθμιζόμενες από το 11 Π.Κ. περιπτώσεις λαμβάνει χώρα εφαρμογή και όχι λήψη υπόψη αλλοδαπού ποινικού δικαίου, καθώς το δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει το «έγκυρο και αμετάκλητο της αλλοδαπής απόφασης». Άρα, με τη συγκεκριμένη διάταξη εισάγεται αναγνώριση ισχύος δεδικασμένου σε απόφαση αλλοδαπού ποινικού δικαστηρίου με την προϋπόθεση, ότι δεν έρχεται σε αντίθεση με ημεδαπούς κανόνες δημόσιας τάξης. 

    Από τις παραπάνω διατάξεις έντονη συζήτηση προκάλεσε στον επιστημονικό χώρο το άρθρο 9 Π.Κ., τόσο ως προς την αξίωση έκτισης ολόκληρης της ποινής στην πρώτη παράγραφο, ως προϋπόθεσης για την αποτροπή εκ νέου δίωξης στην ημεδαπή, όσο και ως  προς την εισαγόμενη στη δεύτερη παράγραφο εξαίρεση, ιδιαίτερα των υπό στοιχεία στ΄, η΄, θ΄ και ι΄ στο άρθρο 8 Π.Κ. προβλεπόμενων αδικημάτων. Μετά την κύρωση από την Ελλάδα της Σύμβασης μεταφοράς κρατουμένων με το Ν. 1708/1987 παρέχεται η δυνατότητα μεταφοράς του καταδίκου από το κράτος όπου καταδικάστηκε («κράτος καταδίκης») σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος για να εκτίσει την ποινή του («κράτος εκτέλεσης»). Σε περίπτωση συνέχισης έκτισης της ποινής, τα δικαστήρια του «κράτους εκτέλεσης» δεσμεύονται τόσο από το είδος όσο και από το ύψος της καταγνωσθείσας ποινής. Ακόμα σε περίπτωση που δεν υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ των ποινών του «κράτους καταδίκης» και του «κράτους εκτέλεσης» παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής της ποινής στα νομικά δεδομένα του «κράτους εκτέλεσης». Ωστόσο, σ’ αυτή την περίπτωση τα δικαστήρια «δεσμεύονται από το νομικό χαρακτηρισμό και τη διαβάθμιση της αξιόποινης πράξης», γεγονός που οδηγεί κατά μία άποψη στην αναγνώριση ισχύος δεδικασμένου στην απόφαση του «κράτους καταδίκης». Υπ’ αυτή την οπτική ιδωμένο το άρθρο 9 Π.Κ. θα πρέπει να διαβάζεται ως εξής: «Η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται αν ο υπαίτιος δικάστηκε για την πράξη στην αλλοδαπή και αθωώθηκε ή αν σε περίπτωση που καταδικάστηκε έχει εκτίσει ολόκληρη την ποινή του ή μέρος της ποινής του, εφόσον στην περίπτωση της μερικής έκτισης πραγματοποιήθηκε η μεταφορά του στην ημεδαπή για να συνεχίσει την έκτιση της ποινής του σύμφωνα προς τους όρους της «Σύμβασης για τη μεταφορά καταδίκων»  και η παράγραφος 2 διαμορφώνεται ως εξής «Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται στις πράξεις που ορίζει το άρθρο 8, εκτός αν πραγματοποιήθηκε μεταφορά του καταδίκου, σύμφωνα με τους όρους της διεθνούς «Σύμβασης για τη μεταφορά καταδίκων». Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, παρατηρείται το παράδοξο γεγονός, μια αλλοδαπή απόφαση να περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου ανάλογα με το αν θα μεταφερθεί ο κατάδικος στην ημεδαπή για να εκτίσει την ποινή του ή όχι. Περαιτέρω δημιουργείται η αντινομία να μην αποκτά ισχύ δεδικασμένου η αλλοδαπή απόφαση σε περίπτωση που ο κατάδικος εκτίει ολόκληρη την ποινή του στην αλλοδαπή, ενώ στην περίπτωση που ο κατάδικος εκτίει μερικά την ποινή του στην αλλοδαπή και μεταφέρεται στην ημεδαπή για να συνεχίσει την έκτισή της, να περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου και να μην μπορεί να διωχθεί ξανά για τα αδικήματα που προβλέπονται στα υπό στοιχεία στ΄, η΄, θ΄ και ι΄ στο αρ. 8 Π.Κ. Μοναδική λύση για την άρση των παραπάνω ατόπων είναι, κατ’ αυτή την άποψη, η αποδοχή της ισχύος της αρχής του δεδικασμένου και σ’ αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου εκδίδεται σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς στα πλαίσια της ανήκουν χώρες με κοινές κοινωνικές και νομικές παραδόσεις. Η ερμηνεία αυτή συμβαδίζει, όπως υποστηρίζεται, με τη βασική αρχή που διαπνέει το σκοπό της σύστασης του μορφώματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι η δημιουργία ενός χώρου ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των Ευρωπαίων πολιτών. Ο σκοπός αυτός ματαιώνεται υπό τον κίνδυνο της διπλής δίωξης των πολιτών για τις ίδιες πράξεις. Ωστόσο η προσπάθεια αυτή ερμηνείας του αρ. 9 Π.Κ. με βάση τη διεθνή Σύμβαση μεταφοράς κρατουμένων συνάντησε σοβαρό αντίλογο, καθώς διευκρινίζεται, ότι οι περιορισμοί που εισάγονται με τα άρθρα 9-11 για τα δικαστήρια του «κράτους εκτέλεσης» όσον αφορά το είδος και το ύψος της ποινής, σχετίζονται αποκλειστικά με τη συγκεκριμένη ποινή-καταδίκη που επιβλήθηκε από το αλλοδαπό δικαστήριο. Χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Η δέσμευση από τη νομική φύση και τη διάρκεια της ποινής αφορά αποκλειστικά και μόνο στη συνεχιζόμενη εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε από το αλλοδαπό δικαστήριο. Η απαγόρευση επιβάρυνσης που προβλέπεται σε περίπτωση προσαρμογής της κύρωσης αναφέρεται ομοίως στην “ποινή που έχει απαγγελθεί στο κράτος της καταδίκης”. Η δέσμευση, τέλος, του κράτους εκτέλεσης “από τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών”, η απαγόρευση μετατροπής ποινής κατά της ελευθερίας σε χρηματική, η απαγόρευση επιβάρυνσης της ποινικής κατάστασης του καταδίκου κλπ. προϋποθέτουν μετατροπή της καταδίκης και υφίστανται υπό τον όρο αυτής της μετατροπής, αφορούν δηλ. στη συνεχιζόμενη εκτέλεση της αλλοδαπής καταδίκης». Επιπροσθέτως, δεν προκύπτει από κανένα άρθρο της Σύμβασης η απαγόρευση νέας δίωξης του κατάδικου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στο κράτος εκτέλεσης. Τέλος, σχετικά με την ολική έκτιση της επιβληθείσας, με την αλλοδαπή απόφαση, ποινής, ως προϋπόθεσης για την παραγωγή δεδικασμένου στην ελληνική έννομη τάξη, υποστηρίζεται η άποψη ότι αυτή πρέπει να εξομοιώνεται με την εκτέλεση-συμμόρφωση προς το περιεχόμενο της αλλοδαπής καταδικαστικής απόφασης. Όπως σημειώνεται, ο σκοπός για τον οποίο προβλέπεται στο αρ. 9 παρ. 1 ΠΚ ο ανωτέρω όρος, είναι η αποτροπή της ατιμωρησίας του καταδικασθέντος ημεδαπού. Σε διαφορετική περίπτωση, θα παρέχονταν στον τελευταίο η δυνατότητα, να καταφύγει στην ημεδαπή έχοντας καταδικασθεί αμετάκλητα στην αλλοδαπή, χωρίς να έχει υποβληθεί στην εκτέλεση της ποινής και να προβάλει ισχυρισμό περί ύπαρξης δεδικασμένου εκμεταλλευόμενος την απαγόρευση έκδοσης ημεδαπών. Στην περίπτωση, όμως, που προβλέπεται από την απόφαση η αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο χρονικό διάστημα ή διατάσσεται η απόλυση υπό όρο του κατάδικου και ο τελευταίος συμμορφώνεται με τους όρους που τίθενται μ’ αυτή στο διάστημα της αναστολής ή της δοκιμασίας, πρέπει να θεωρείται ότι παράγεται δεδικασμένο από την αλλοδαπή απόφαση χωρίς να απαιτείται η επιτυχής παρέλευση του ανωτέρω διαστήματος.  

    Ο επιστημονικός διάλογος, που ξεκινά με αφορμή την εξαίρεση που εισάγεται από τη δεύτερη παράγραφο του αρ. 9 Π.Κ. ερμηνευμένη υπό την οπτική της Σύμβασης για τη μεταφορά καταδίκων, συνεχίζεται έχοντας ως επίκεντρο το χαρακτήρα της αρχής ne bis in idem ως γενικά παραδεδεγμένου κανόνα του διεθνούς δικαίου. Έτσι, υποστηρίζεται ότι η παρ. 2 του αρ. 9 Π.Κ. δεν ισχύει, καθώς αντίκειται στον παραπάνω γενικά παραδεδεγμένο κανόνα του διεθνούς δικαίου, που με βάση το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος έχει ισχύ υπέρτερη έναντι κάθε διάταξης νόμου. Η αρχή του δεδικασμένου είναι δυνατό, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, να θεωρηθεί γενικά παραδεδεγμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου διότι αναγνωρίζεται η ισχύς της σ’ όλες τις νομικά ανεπτυγμένες έννομες τάξεις, μπορεί να τύχει εφαρμογής στο πεδίο των διεθνών σχέσεων και «παρουσιάζει υψηλό βαθμό επαγωγικής αφαίρεσης». Στην παραπάνω άποψη εκφράζεται ζωηρός αντίλογος. Έτσι, γίνεται πράγματι δεκτό ότι η αρχή ne bis in idem αναγνωρίζεται στις έννομες τάξεις όλων των πολιτισμένων κρατών, χωρίς, ωστόσο, το γεγονός αυτό να συνεπάγεται την αναγνώριση αλλοδαπών αποφάσεων. Ενδεικτικό αυτής της αντίληψης είναι ότι η κρατούσα άποψη σε θεωρία και νομολογία δέχεται την ισχύ της αρχής εντός των ορίων των εθνικών έννομων τάξεων και αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια κάθε έννομης τάξης η θέσπιση κανόνων που εισάγουν την αναγνώριση αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Άλλωστε η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει ερμηνείας, στον ευρωπαϊκό χώρο, στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπου δηλώνεται με σαφήνεια η ισχύς της επί αποφάσεων ημεδαπών δικαστηρίων. Ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της έλλειψης διακρατικής ισχύος της αρχής είναι η ανυπαρξία ταύτισης, ακόμα και μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχετικά με το περιεχόμενό της. Έτσι, ενώ στα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης καθίσταται αδύνατη η νέα δίωξη του προσώπου μετά την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, στις χώρες του common law η αρχή ερμηνεύεται ως η σχεδόν απόλυτη απαγόρευση στον Εισαγγελέα να προσβάλλει την αθωωτική απόφαση, εκτός από ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις. Τέλος, σε όσες περιπτώσεις κρίθηκε απαραίτητη η υιοθέτηση διακρατικής ισχύος της αρχής ne bis in idem, σε κράτη με κοινές νομικές παραδόσεις, ακολουθήθηκε η διαδικασία της ρητής πρόβλεψής της σε διεθνή νομικά κείμενα (Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη μεταφορά των ποινικών διαδικασιών του 1972 η οποία δεν έχει κυρωθεί από την Ελλάδα, η Σύμβαση των Βρυξελλών του 1987, η σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών μελών της Ένωσης, η σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης). 

    2) Η αρχή ne bis in idem στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα

    Μέχρι εκείνη τη στιγμή η κρατούσα άποψη στη θεωρία διαμορφώνεται αντίθετη προς τη διακρατική ισχύ της αρχής του δεδικασμένου. Ωστόσο, ιδιαίτερη συζήτηση προκαλείται από την κύρωση στην ελληνική έννομη τάξη του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα που είχε ψηφισθεί από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και είχε τεθεί σε ισχύ στις 23-3-1976. Η κύρωση στην Ελλάδα πραγματώνεται με το Ν. 2462/1997 κι έτσι εισάγεται στον ελληνικό δικαιικό χώρο η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 7 του Συμφώνου που έχει το εξής περιεχόμενο: «Κανείς δε δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικαστεί με οριστική απόφαση που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο και την ποινική δικονομία κάθε χώρας». Η γενική διατύπωση της διάταξης επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες, γεγονός που έχει σαν αποτέλεσμα να διαμορφωθούν δύο απόψεις, η «εθνοκεντρική» και η «διεθνική-ανθρωποκεντρική», οι οποίες αντανακλώνται και στη σχετική με το ζήτημα νομολογία, που εμφανίζεται διχασμένη. Αποκορύφωμα της διχογνωμίας, που δημιουργείται, είναι η έκδοση αντίθετων αποφάσεων από τα ποινικά τμήματα του Αρείου Πάγου και η οριστική επίλυση του ζητήματος με την ερμηνεία της διάταξης από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την απόφαση 7/2002.

    Οι εκφραστές της εθνοκεντρικής άποψης υποστηρίζουν, ότι το περιεχόμενο του αρ. 14 παρ. 7 του ΔΣΑΠΔ έχει το ίδιο νόημα μ’ εκείνο του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Θεωρούν δηλαδή, ότι η ισχύς της αρχής του δεδικασμένου περιορίζεται στις αμετάκλητες αποφάσεις των ημεδαπών δικαστηρίων. Για το σκοπό αυτό επικαλούνται τα εξής επιχειρήματα: 1) Το γράμμα της διάταξης δεν επιτρέπει τη διεθνική ερμηνεία που επιχειρείται να της δοθεί, καθώς εάν η πρόθεση των συντακτών του Διεθνούς Συμφώνου ήταν αυτή, θα είχαν εκφρασθεί διαφορετικά. Οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης θεωρούν, ότι το γράμμα της διάταξης ευνοεί τη διακρατική ισχύ της αρχής, άποψη την οποία αποδέχεται και η νομολογία σε μεγάλο βαθμό (ΑΠ 1426/1998, ΠεντΕφΑθ. 634-635-636/1998, ΠεντΕφΠειρ. 27/1999, ΣυμβΕφΠειρ. 286/1999). Σημειώνεται μάλιστα ότι από τις προπαρασκευαστικές εργασίες, για τη σύνταξη του Συμφώνου, προκύπτει ότι με την εισαγωγή του άρθρου 14 παρ. 7 αναγνωρίζεται η διακρατική ισχύς της αρχής, ταυτόχρονα όμως παρέχεται η δυνατότητα στα συμβαλλόμενα κράτη να εισάγουν περιορισμούς σ’ αυτή. Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται, πάντα σύμφωνα με την ίδια άποψη, από τη διαφορετική αντιμετώπιση της διάταξης με τις επιφυλάξεις που εξέδωσαν η Ολλανδία, που αποδέχεται σε μεγάλο βαθμό τη διακρατική ισχύ της αρχής, και η ΗΠΑ, που αποκλείουν κατηγορηματικά την αναγνώριση αποφάσεων αλλοδαπών δικαστηρίων (χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης των ΗΠΑ η υπόθεση του ιορδανού υπηκόου Mohammed Rashed ο οποίος συνελήφθη και καταδικάστηκε στην Ελλάδα, ενώ είχε μεσολαβήσει απόρριψη αιτήματος έκδοσης στις ΗΠΑ, για ανθρωποκτονία από πρόθεση και πρόκληση βλάβης σε αεροσκάφος σε κάθειρξη 15 ετών. Μέτα την αποφυλάκιση του ο Rashed συνελήφθη και μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ, όπου απορρίφθηκε το αίτημα του «να κηρυχθεί απαράδεκτη η δίωξή του για τις 6 από τις 9 κατηγορίες, λόγω της καταδίκης του από τα ελληνικά δικαστήρια »). 2) Ένα σημαντικό επιχείρημα που προβάλλεται από τους υποστηρικτές της εθνοκεντρικής άποψης είναι η ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου των Ηνωμένων Εθνών στη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ με τη Σύσταση που εξέδωσε στις 2-11-1987 με αφορμή την υπόθεση A. Pagano vs Italy. Ο A.P., ιταλός υπήκοος, καταδικάστηκε στην Ελβετία για συμμετοχή στο αδίκημα της ανταλλαγής χρημάτων που προέρχονταν από λύτρα απαγωγής. Αφού εξέτισε την ποινή της φυλάκισης των δύο ετών που του επιβλήθηκε απελάθηκε από την Ελβετία και διώχθηκε στην Ιταλία με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Στην Ιταλία καταδικάστηκε από το Εφετείο του Μιλάνου, ερήμην, σε ποινή φυλάκισης 4 ετών και κατόπιν ζητήθηκε η έκδοση του από τη Γαλλία, όπου διέμενε. Το Εφετείο των Παρισίων απέρριψε το αίτημα έκδοσης με την αιτιολογία, ότι ενδεχόμενη έκδοση του εκζητουμένου θα προσέκρουε στη γαλλική δημόσια τάξη, καθώς ο τελευταίος είχε ήδη καταδικαστεί για τα αυτά πραγματικά περιστατικά στην Ελβετία. Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή με τη σύστασή της διευκρίνισε, ότι η διάταξη του 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ απαγορεύει τη διπλή δίωξη σε περίπτωση ύπαρξης αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης στο συγκεκριμένο-ίδιο κράτος τα δικαστήρια του οποίου εξέδωσαν την τελευταία χωρίς να αποκλείεται δεύτερη δίωξη για τα ίδια περιστατικά σε άλλο κράτος. Η ερμηνευτική αυτή θέση της Επιτροπής επαναλαμβάνεται λίγα χρόνια αργότερα, το έτος 1996, στην υπόθεση A.R.J. vs Australia. Ο A.R.J., ιρανός υπήκοος, καταδικάσθηκε στην Αυστραλία σε φυλάκιση 5 ετών και έξι μηνών για εισαγωγή και κατοχή δύο χιλιογράμμων ρητίνης καννάβεως. Αφού εξέτισε την ποινή του ζήτησε να του αναγνωριστεί η ιδιότητα του πρόσφυγα, αίτημα, ωστόσο, που απορρίφθηκε. Μετά από την απόρριψη των παρεχόμενων σ’ αυτόν ένδικων μέσων προσέφυγε στην Επιτροπή με την αιτιολογία, ότι η μη αποδοχή του αιτήματός του και η συνακόλουθη μεταφορά του στο Ιράν θα είχε σαν αποτέλεσμα τη δεύτερη δίωξη και τιμωρία του από τα ιρανικά δικαστήρια, γεγονός που θα ερχόταν σε αντίθεση με τις επιταγές του 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ. Η Επιτροπή, όμως, συνεπής προς τα όσα είχε υποστηρίξει στην υπόθεση του A.Pagano απέρριψε την προσφυγή του A.J.P. επαναλαμβάνοντας, ότι η προαναφερθείσα διάταξη απαγορεύει τη διπλή δίωξη σε συγκεκριμένο κράτος. Η ερμηνεία αυτή, που δίνεται από την Επιτροπή, έχει ξεχωριστή σημασία κατά τους υποστηρικτές της εθνοκεντρικής άποψης, καθώς η Επιτροπή αποτελεί το αρμόδιο για την εφαρμογή του Συμφώνου όργανο. Η κριτική που ασκείται από την αντίθετη πλευρά αφορά την έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας, από μέρους της Επιτροπής, που να στηρίζει την ερμηνεία που δόθηκε στη διάταξη. Ακόμα επισημαίνεται, ότι ο περιορισμένος αριθμός των συστάσεων που εκδόθηκαν για το συγκεκριμένο θέμα, σε συνδυασμό με το μακρό χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την έκδοση της τελευταίας σύστασης και τις εξελίξεις που έχουν σημειωθεί κατ’ αυτόν, μειώνουν τη δεσμευτικότητά τους σχετικά με την ερμηνεία της επίμαχης διάταξης. 3) Απορρίπτεται η ιδιότητα της αρχής του δεδικασμένου ως γενικά παραδεδεγμένου κανόνα του διεθνούς δικαίου, μια άποψη των εκφραστών της διεθνικής άποψης που ενισχύεται, κατά τη γνώμη τους, έπειτα από τη θέσπιση του 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ. Τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλονται για την υποστήριξη αυτής της θέσης περιλαμβάνουν τις διαφορές που εμφανίζονται από το ένα κράτος στο άλλο όσον αφορά το περιεχόμενο της αρχής. Επιπλέον μια τέτοια παραδοχή απαιτεί τη σύγκλιση, μεταξύ των κρατών, όσον αφορά την απαξιολόγηση όμοιων παραβατικών συμπεριφορών, κάτι που δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ισχύει τουλάχιστο τη δεδομένη χρονική στιγμή. Τονίζεται, ακόμα, ότι η αρχή του δεδικασμένου αναγνωρίζεται απ’ όλα τα πολιτισμένα κράτη, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι έχει διακρατική ισχύ. Μια επιπλέον απόδειξη των όσων υποστηρίζονται, αποτελεί η πρακτική των κρατών με κοινό νομικό πολιτισμό να συνάπτουν ειδικές συμφωνίες, σε όσες περιπτώσεις κρίνουν ότι είναι απαραίτητη η εξασφάλιση της αρχής ne bis in idem στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα οι υποστηρικτές της διεθνικής άποψης υποστηρίζουν, ότι η αρχή non bis in idem κατοχυρώνεται ως γενική αρχή του δικαίου στο ΔΣΑΠΔ χωρίς περιορισμούς σχετικά με τη διακρατική της ισχύ. Η άποψη, μάλιστα, αυτή γίνεται αποδεκτή και από τη νομολογία, όπου αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής: «η παραπάνω διάταξη αποβλέπει στην καθιέρωση μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, της γενικής και παραδεκτής απ’ όλες τις πολιτισμένες πολιτείες αρχής, κατά την οποία δεν μπορεί κάποιος να δικάζεται δύο φορές για το ίδιο έγκλημα (non bis in idem) στο έδαφος άλλου συμβληθέντος κράτους, πράγμα που και στην προστασία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων ανταποκρίνεται και συμβαδίζει με την κοινή περί δικαίου συνείδηση των κατοίκων των συμβληθεισών χωρών αλλά και συμπορεύεται προς το γενικό πνεύμα του καταστατικού του ΟΗΕ» (ΠεντΕφΑθ 634-635-636/1998), «ενώ, αληθώς, η παραπάνω διάταξη αποβλέπει στην καθιέρωση μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, της γενικής και παραδεκτής από όλες τις πολιτισμένες πολιτείες αρχής, κατά την οποία δεν μπορεί κάποιος από τους υπηκόους της να δικάζεται δύο φορές για το ίδιο έγκλημα (non bis in idem), στο έδαφος άλλου συμβληθέντος κράτους» (ΠεντΕφΠειρ 27/1999). Στο σημείο αυτό, ακόμα κι όσοι τάσσονται υπέρ της διεθνικής αντίληψης για την αρχή του δεδικασμένου αναγνωρίζουν, ότι η κρατούσα άποψη τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία είναι αντίθετη με την αναγνώριση της αρχής, ως γενικά παραδεδεγμένου κανόνα του διεθνούς δικαίου. Ωστόσο, οι εξελίξεις που έχουν σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, ιδίως η αναγνώριση της ισχύος της αρχής στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου στο άρθρο 20, παρά το γεγονός, ότι εφαρμόζεται στις σχέσεις των κρατών προς το Δικαστήριο και καταλαμβάνει μόνο αδικήματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία του, υποδεικνύει την ανάγκη για αναγνώριση της διακρατικής ισχύος της. 4) Υποστηρίζεται ακόμα από τους εκπροσώπους της εθνοκεντρικής αντίληψης ότι, όπως η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την ισχύ της αρχής του δεδικασμένου στην έννομη τάξη κάθε συγκεκριμένου συμβεβλημένου κράτους, το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 14 παρ. 7 του ΔΣΑΠΔ. Όπως η ΕΣΔΑ έτσι και το ΔΣΑΠΔ αποτελούν διεθνή κείμενα που σκοπό έχουν την καθιέρωση γενικών αρχών για «την κατοχύρωση και προστασία» θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου στα στενά όρια των κρατών-μελών τους. Εισάγουν, δηλαδή, την υποχρέωση των εθνικών έννομων τάξεων, να προσαρμόσουν τις νομοθεσίες τους προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους. Σκοπός των κειμένων αυτών δεν είναι η δημιουργία ενός ενιαίου δικαιικού χώρου αλλά η βελτίωση της θέσης του κατηγορουμένου στο ίδιο δικαιικό σύστημα. Διατυπώνεται ακόμη η θέση, ότι μια ερμηνεία η οποία προσδίδει διακρατική ισχύ στη διάταξη του ΔΣΑΠΔ, αντιβαίνει στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που ερμηνεύει αυθεντικά και με σαφήνεια το περιεχόμενο της αρχής ne bis in idem. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη η διάταξη της ΕΣΔΑ παρά το ότι έχει ίση τυπική ισχύ με το άρθρο του ΔΣΑΠΔ υπερισχύει ως νεότερη, καθώς έχει καταρτισθεί στις 22-11-1984, σε αντίθεση μ’ εκείνη του ΔΣΑΠΔ που έχει καταρτισθεί στις 16-12-1966. Στον αντίποδα, τονίζεται ότι εξαιτίας των αλλαγών που παρατηρούνται στη δίωξη του εγκλήματος σε υπερεθνικό επίπεδο, καθώς τα κράτη συνεργάζονται όλο και περισσότερο για την πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας, της διαφθοράς, του εμπορίου ναρκωτικών που παίρνουν διεθνείς διαστάσεις, απαραίτητη είναι και η υιοθέτηση αρχών που θα απαγορεύουν την πολλαπλή δίωξη των ίδιων ατόμων. Επιπλέον, απαραίτητη είναι η συνεργασία των κρατών στον τομέα αυτό για να αποφευχθεί «η παράλληλη ενασχόληση περισσότερων εθνικών διωκτικών και δικαστικών αρχών με την ίδια υπόθεση». 5) Η Ελλάδα κύρωσε με το Ν. 2514/1997 τη Σύμβαση για την εφαρμογή της Συμφωνίας Σένγκεν. Στο άρθρο 3 του κυρωτικού νόμου γίνεται χρήση της δυνατότητας που παρέχει το άρθρο 55 της Σύμβασης και δηλώνεται ο περιορισμός της διακρατικής ισχύος της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, ως προς ορισμένα αδικήματα. Με αφορμή τη δήλωση αυτή, η οποία πραγματοποιείται στις 27 Ιουνίου του έτους 1997, προβάλλεται από τους υπέρμαχους της εθνοκεντρικής άποψης η σκέψη, που κατ’ ουσίαν συνιστά «πραγματολογικό σχόλιο», ότι «η Ελλάς θα ενεφανίζετο αντιφάσκουσα και παραλογιζομένη», καθώς στις 26 Φεβρουαρίου του 1997, ημερομηνία κύρωσης του ΔΣΑΠΔ, παρουσιάζεται να αποδέχεται τη διακρατική ισχύ της αρχής σε διεθνές επίπεδο χωρίς κανένα απολύτως περιορισμό, ενώ λίγους μήνες αργότερα, στις 27 Ιουνίου του ίδιου έτους, θέτει περιορισμούς στην ισχύ της αρχής σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η στάση αυτή ερμηνευόμενη οδηγεί στο άτοπο συμπέρασμα, ότι υπάρχει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις έννομες τάξεις τρίτων χωρών απ’ ότι στις έννομες τάξεις ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες γίνεται αποδεκτό ότι έχουν κοινές νομικές αρχές και παραδόσεις. Προκύπτει έτσι, κατ’ αυτή την άποψη, το συμπέρασμα, ότι η αυθεντική βούληση της ελληνικής πολιτείας είναι η αποδοχή της διακρατικής ισχύος της αρχής με περιορισμούς. Προς επίρρωση του παραπάνω συμπεράσματος συμπληρώνεται, ότι σε διεθνή κείμενα η κύρωση των οποίων ακολούθησε την κύρωση της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν, όπως η Σύμβαση για την καταπολέμηση της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των Κρατών μελών της Ένωσης (κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2802/2000) και η Σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (κυρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2803/2000) περιέχονται διατάξεις που παρέχουν τη δυνατότητα στα συμβαλλόμενα κράτη να περιορίσουν την ισχύ της αρχής. Η επιφυλακτικότητα αυτή των κρατών-μελών της Ένωσης να προβούν σε πλήρη αναγνώριση της διακρατικής ισχύος της αρχής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γεννά εύλογες αμφιβολίες, κατά την εθνοκεντρική αντίληψη, για την αποδοχή της διεθνικής ερμηνείας της διάταξης του ΔΣΑΠΔ. 6) Ένας ακόμα λόγος για τον οποίο απορρίπτεται η διεθνική ερμηνεία από τους υποστηρικτές της εθνοκεντρικής, είναι η δυνατότητα που δίνεται στον κατηγορούμενο να επιλέγει το κράτος-forum στο οποίο θα δικαστεί, ανάλογα με το που θα τύχει της ευμενέστερης αντιμετώπισης. Αφού, λοιπόν, επιτύχει την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στο πιο ευμενές γι’ αυτόν νομικό καθεστώς, μπορεί στη συνέχεια να επικαλείται τη δεσμευτική αυτή, πλέον, κρίση σε οποιοδήποτε άλλο κράτος έχει ποινικές αξιώσεις εναντίον του για την ίδια υπόθεση. Η άποψη αυτή αντικρούεται με την επισήμανση, ότι για να επιτευχθεί η πρακτική του forum shopping, όπως χαρακτηρίζεται η παραπάνω περιγραφείσα δραστηριότητα, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η άριστη γνώση από την πλευρά του δράστη των ποινικών συστημάτων απονομής δικαιοσύνης της κάθε χώρας, συνήθως, όμως, ο μέσος δράστης δε διαθέτει τόσο ειδικές γνώσεις. Συμπληρωματικά σημειώνεται, ότι η επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ατύχημα και σε κάθε περίπτωση είναι προτιμότερη από την πολλαπλή δίωξη και τιμωρία του. Τέλος, επισημαίνεται ο κίνδυνος της αντίστροφης λειτουργίας του forum shopping, εκ μέρους των διωκτικών αρχών, της επιδίωξης, δηλαδή, των τελευταίων να δικαστεί ο κατηγορούμενος στο κράτος με το αυστηρότερο για αυτόν νομικό πλαίσιο (ύψος απειλούμενης ποινής, παραγραφή αποδεικτικοί κανόνες, δικαιώματα υπεράσπισης). 7) Ως ύστατο επιχείρημα για την ορθότητα της εθνοκεντρικής ερμηνείας της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 7 του ΔΣΑΠΔ παρουσιάζεται η ερμηνεία της διάταξης σε έγκυρο ερμηνευτικό έργο του γερμΚ.Π.Δ. της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, η οποία έχει ως εξής: «H καταδίκη από άλλο κράτος δεν εμποδίζει την εκ νέου κίνηση της ποινικής δίκης για την αυτή πράξη, καθ’ όσον βασίζεται σε ένα άλλο δίκαιο και σε μιαν άλλη ποινική εξουσία. Αποτελεί αντικείμενο τού εθνικού δικαίου ή των επί μέρους διεθνών συμβάσεων το εάν και σε ποιον βαθμό θα αναγνωρισθεί η αρχή της διευθέτησης, που θα δεσμεύει και την εθνική ποινική εξουσία με τον συνυπολογισμό των αλλοδαπών ποινών και καταδικών». Από την πλευρά της διεθνικής-ανθρωπολογικής ερμηνείας της διάταξης του ΔΣΑΠΔ πέρα από τα αντεπιχειρήματα που προβάλλονται για την αντίκρουση των θέσεων της εθνοκεντρικής αντίληψης, τονίζεται η ανάγκη για μια διευρυμένη ερμηνεία διατάξεων διεθνών συμβατικών κειμένων που κατοχυρώνουν θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως αυτή του άρθρου14 παρ. 7 του ΔΣΑΠΔ. Ο λόγος για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής αντίστοιχων διατάξεων είναι οι ραγδαίες εξελίξεις των τελευταίων χρόνων σε παγκόσμιο επίπεδο, όσον αφορά τη συνεργασία μεταξύ των κρατών και των εθνικών διωκτικών και δικαστικών αρχών, για την καταπολέμηση του σύγχρονου εγκλήματος «με τη δημιουργία ενός οικουμενικού χώρου δίωξης του εγκλήματος και την ταυτόχρονη κατάργηση των εθνικών παραδείσων», γεγονός που δημιουργεί τον κίνδυνο πολλαπλής δίωξης και τιμωρίας των κατηγορουμένων. Η άποψη αυτή συμβαδίζει, όπως σημειώνεται, με τη διεθνώς διαπιστούμενη τάση για αναγνώριση της αρχής ne bis in idem ως «οικουμενικού δικαιώματος». Σε ανάλογα συμπεράσματα καταλήγει, όπως δηλώνεται, η Διεθνής Εταιρεία Ποινικού Δικαίου, καθώς στα πορίσματα του Διεθνούς Συνεδρίου της Βουδαπέστης που έλαβε χώρα το 1999 συμπεριλαμβάνεται η ανάγκη αναγνώρισης της διακρατικής ισχύος της αρχής, ως θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου και η ενσωμάτωσή της στο ΔΣΑΠΔ. Στο σημείο όμως αυτό, τονίζεται από τους υποστηρικτές της εθνοκεντρικής αντίληψης, ότι ακριβώς αυτή η επισήμανση της ανάγκης ενσωμάτωσης της αρχής στο ΔΣΑΠΔ, υποδεικνύει την έλλειψη κατοχύρωσής της, με την ισχύ που προτείνεται από τους υπέρμαχους της διεθνικής αντίληψης. Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο ενισχυτικό της τάσης αυτής είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η πρόβλεψη της αρχής και η μέσω αυτής αναγνώριση της διακρατικής της ισχύος  στο καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου και των ad hoc διεθνών ποινικών δικαστηρίων για την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Ρουάντα. Ανεξάρτητα, πάντως, από την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 14 παρ. 7 του ΔΣΑΠΔ κρίνεται αναγκαία, από εκπροσώπους της διεθνικής άποψης, η αναγνώριση της διακρατικής ισχύος της αρχής σε διεθνές επίπεδο με την ενσωμάτωσή της σε διεθνές συμβατικό κείμενο οικουμενικού χαρακτήρα, με μοναδική εξαίρεση απ’ αυτή την περίπτωση της διαβλητής-μη δίκαιης διαδικασίας. Μέχρι, όμως, να σημειωθεί αυτή η εξέλιξη προτείνεται η διευρυμένη  ερμηνεία της διάταξης του ΔΣΑΠΔ.

  1. Η ερμηνεία του αρ. 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ από την ελληνική νομολογία

    Η διάσταση απόψεων που διαμορφώθηκε στη θεωρία σχετικά με την ερμηνεία της διάταξης του ΔΣΑΠΔ, μετά από την κύρωση και ένταξή του στην ελληνική έννομη τάξη, παρατηρείται και στη νομολογία. Εκτός, όμως, από μικρό αριθμό αποφάσεων που δέχονται την περιορισμένη, σε αποφάσεις ημεδαπών δικαστηρίων, ισχύ της αρχής ne bis in idem (ΜΟΔΑθ 38, 39, 46, 47, 50, 51/1998), η νομολογία διαμορφώνεται υπέρ της διακρατικής ισχύος της (Πλημμ. Δράμας 3/1999, ΣυμβΕφΠειρ 286/1999, ΤρΕφΚακΠειρ 389/1999, ΠεντΕφΑθ 634-635-636/1998, ΠεντΕφΑθ 1574/1999, ΠεντΕφΠειρ 27/1999, ΑΠ 1426/1998). Η διάσταση αυτή κορυφώνεται με την έκδοση αντίθετων αποφάσεων των ποινικών τμημάτων του ΑΠ (86/2001, 887/2001). Στην ΑΠ 86/2001 γίνεται δεκτό ότι από τη διάταξη του ΔΣΑΠΔ προκύπτει, ότι η απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου με την οποία ημεδαπός ή αλλοδαπός καταδικάζεται ή αθωώνεται αμετάκλητα, συνιστά δεδικασμένο και στην ελληνική έννομη τάξη. Σε περίπτωση που ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του δράστη, παρά την αμετάκλητη απόφαση, η τελευταία θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου με βάση το άρθρο 370 Κ.Π.Δ. περίπτωση γ. Επιπλέον ορίζεται, ότι η διάταξη του ΔΣΑΠΔ υπερισχύει των άρθρων 3, 54, 55 του Ν. 2514/1997, που κύρωσε τη συμφωνία Σένγκεν, διότι κρίνεται ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο. Έτσι, τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις που από την τέλεση του αδικήματος μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής της (άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ). Μ’ αυτό το συλλογισμό το τμήμα του ΑΠ καταλήγει στην απόρριψη της ασκηθείσας από τον εισαγγελέα αναίρεσης κατά της ΤρΕφΚακΠειρ 389/1999. Η τελευταία «κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου μη τοξικομανούς για διαμετακίνηση ναρκωτικών ουσιών (2.090, 340 χιλιογράμμων χασίς), υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, λόγω δεδικασμένου, απορρέοντος από την καταστάσα αμετάκλητη 3049/1988 απόφαση του Γενικού Εφετείου του Μπάρι-Ιταλίας, που επικύρωσε την πρωτόδικη 1308/1986 απόφαση, η οποία τον καταδίκασε για την ίδια αξιόποινη πράξη». Αντίθετα η ΑΠ 887/2001 δέχεται, ότι το ΔΣΑΠΔ, όπως και η ΕΣΔΑ, αποτελεί κείμενο που σκοπό έχει την προσαρμογή των εθνικών νομοθεσιών προς το περιεχόμενο των διατάξεών του. Επιπλέον σημειώνεται, ότι η Επιτροπή ερμηνεύοντας την επίμαχη διάταξη δεν απέδωσε διακρατική ισχύ στην αρχή, που κατοχυρώνεται μόνο σχετικά με αποφάσεις δικαστηρίων του ίδιου κράτους. Τέλος, αναφέρεται το άτοπο στο οποίο οδηγεί η αποδοχή της απεριόριστης διακρατικής ισχύος που αποδίδεται στο 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ σε σχέση με τη δήλωση της Ελλάδας, κατά τη μεταγενέστερη κύρωση της Σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας Σένγκεν, με την οποία περιορίζεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 54 αρχή. Με βάση αυτό το συλλογισμό το τμήμα του ΑΠ αναιρεί την απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου γίνεται δεκτό ότι πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, ο οποίος είχε συλληφθεί και καταδικαστεί αμετάκλητα στην κομητεία Glynn της πολιτείας Georgia των Η.Π.Α. για παράβαση του Νόμου περί ελεγχομένων ουσιών της Georgia (κατοχή μαριχουάνας με πρόθεση να τη διανείμει) σε πενταετή φυλάκιση και χρηματική ποινή 5.000 δολαρίων Η.Π.Α., καθώς με βάση την διάταξη του 14 παρ. 7 ΔΣΑΠΔ και ανάλογη εφαρμογή του 57 παρ. 3 Κ.Π.Δ. υπάρχει δεδικασμένο (μετά την ΑΠ 887/2001 ακολουθεί και η ΑΠ 501/2002 με πανομοιότυπη αιτιολογία). Τέλος στην επιστημονική διαμάχη, που είχε προηγηθεί, αλλά και στην αντιφατική νομολογία βάζει η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου με αριθμό 7/2002, η οποία δέχεται ότι η αρχή ne bis in idem, όπως κατοχυρώνεται στο ΔΣΑΠΔ, δεν έχει διακρατική ισχύ, καθώς θεωρεί ότι σκοπός του Συμφώνου είναι η προσαρμογή των εθνικών έννομων τάξεων στις διατάξεις του.

    3) Διεθνές Ποινικό Δικαστήριo-ad hoc Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια

    Έχοντας ως δεδομένο ότι το ΔΣΑΠΔ κατοχυρώνει την ισχύ της αρχής ne bis in idem εντός των ορίων των εθνικών έννομων τάξεων, τα μοναδικά διεθνή συμβατικά κείμενα, στα οποία μπορεί να αναζητηθεί η υπερεθνική ισχύς της αρχής είναι τα καταστατικά διεθνών ποινικών δικαστηρίων. Έτσι, συμβατικό κείμενο που αναγνωρίζει για πρώτη φορά την υπερεθνική ισχύ της αρχής είναι ο «Χάρτης της Νυρεμβέργης», ο Χάρτης δηλαδή του Διεθνούς Στρατιωτικού Δικαστηρίου του 1945, που συστήθηκε ad hoc για την εκδίκαση των εγκλημάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα σημαντικότερα, όμως, και πιο σύγχρονα είναι τα καταστατικά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) και των ad hoc Διεθνών Ποινικών Δικαστηρίων για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ΔΠΔΠΓ) και τη Ρουάντα (ΔΠΔΡ) τα οποία κυρώθηκαν με το Ν. 3003/2002 και Ν. 2665/1998 αντίστοιχα. Ιδιαίτερη είναι η  σημασία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου σε σχέση με τα άλλα δύο, καθώς διαθέτει μόνιμο χαρακτήρα σε αντίθεση με τον ευκαιριακό των ad hoc δικαστηρίων και εξ αυτού του λόγου το κύρος του είναι αυξημένο. Η σχέση του ΔΠΔ με τα εθνικά δικαστήρια είναι συμπληρωματική, όπως προκύπτει σαφώς από το αρ. 1 και συνάγεται εμμέσως από το αρ. 17 του Ν. 3003/2002. Έτσι με βάση το καταστατικό του ΔΠΔ τα εθνικά δικαστήρια έχουν προβάδισμα στην εκδίκαση των εγκλημάτων τα οποία προβλέπονται στο καταστατικό. Ωστόσο, η σχέση του ΔΠΔ όσο και των ad hoc διεθνών δικαστηρίων είναι ιεραρχική-κάθετη σε σχέση με τα εθνικά, ενώ μεταξύ τους είναι ισότιμη-οριζόντια. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό, ότι οι έννομες συνέπειες του δεδικασμένου των αποφάσεων των δικαστηρίων διαφέρουν, ανάλογα με το αν η απόφαση έχει εκδοθεί από διεθνές δικαστήριο («προς τα κάτω»)  ή από εθνικό («προς τα πάνω») κι αυτό διότι διαφέρει η δικαιοδοσία των δικαστηρίων που εκδικάζουν την υπόθεση, όπως χαρακτηριστικά γράφεται «η έκταση του δεδικασμένου στις σχέσεις των δικαστηρίων προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις είναι ασύμμετρη». Έτσι, όταν το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να δικάσει όλα τα είδη των εγκλημάτων, γεγονός που συμβαίνει συνήθως με τα εθνικά δικαστήρια, που διαθέτουν πλήρη δικαιοδοσία, το δεδικασμένο καλύπτει τόσο τα αδικήματα που δίκασε, όσο και αυτά που θα μπορούσε να δικάσει με βάση τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν στην κρίση του. Όπως προκύπτει, το δεδικασμένο στην περίπτωση αυτή καταλαμβάνει τα πραγματικά περιστατικά, την πράξη ως ιστορικό γεγονός, ως ενότητα (idem factum). Στην αντίθετη περίπτωση, που το δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να κρίνει ορισμένο είδος εγκλημάτων, από την  κρίση του παράγεται δεδικασμένο το οποίο καταλαμβάνει μόνο τα συγκεκριμένα αδικήματα (eadem crimina). Στην περίπτωση αυτή ο κατηγορούμενος μπορεί να διωχθεί εκ νέου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά με διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό. 

    Στο άρθρο 11 του Χάρτη της Νυρεμβέργης προβλεπόταν η ισχύς της αρχής ne bis in idem που δέσμευε τα εθνικά δικαστήρια («προς τα κάτω») ως προς τη δίωξη των αδικημάτων με τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό (του μέλους εγκληματικής ομάδας ή οργάνωσης), (idem crimen). 

    Στα καταστατικά των διεθνών δικαστηρίων της πρώην Γιουγκοσλαβίας (άρθρο 10) και της Ρουάντα (άρθρο 9) προβλέπεται η ισχύς της αρχής προς τα κάτω μόνο για αδικήματα που αποτελούν σοβαρές παραβάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου σύμφωνα με το καταστατικό του διεθνούς δικαστηρίου από το οποίο δικάστηκαν («διευρυμένη βάση idem crimen»). Απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχύ της αρχής προς τα πάνω, είναι η καταδίκη του κατηγορουμένου από τα εθνικά δικαστήρια για σοβαρές παραβάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Επομένως και σ’ αυτή την περίπτωση από το δεδικασμένο καταλαμβάνεται η πράξη, όπως έχει χαρακτηρισθεί νομικά κατά τη δίωξη κι όχι ως ιστορικό γεγονός. Εξαιρέσεις από την αρχή προβλέπονται και δίνεται η δυνατότητα να επαναδικαστεί η υπόθεση στο διεθνές δικαστήριο σε περίπτωση που ο δράστης διώχθηκε και δικάστηκε από τα εθνικά δικαστήρια για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου κι όχι για εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Επιπλέον, δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση εθνικών δικαστηρίων, όταν η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη δίωξη του κατηγορουμένου και την κρίση της υπόθεσης δεν παρέχει εχέγγυα αμεροληψίας ή ανεξαρτησίας, είτε έλαβε χώρα για να αποτραπεί εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του διεθνούς ποινικού δικαστηρίου, είτε ακόμα δεν διενεργήθηκε με τη δέουσα επιμέλεια. 

    Σημαντικές διαφορές παρουσιάζονται ανάμεσα στα καταστατικά των ad hoc διεθνών ποινικών δικαστηρίων και στο καταστατικό του ΔΠΔ όσον αφορά τη ρύθμιση της ισχύος της αρχής ne bis in idem. Έτσι, με βάση το άρθρο 20 του καταστατικού του ΔΠΔ απαγορεύεται ο κατηγορούμενος να δικαστεί ξανά ενώπιον του για την ίδια συμπεριφορά, όπου με τον όρο συμπεριφορά νοείται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών (idem factum). Στη δεύτερη παράγραφο κατοχυρώνεται η ισχύς της αρχής προς τα κάτω όσον αφορά εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου, το έγκλημα της γενοκτονίας και το έγκλημα  της επίθεσης (idem crimen). Έτσι, ο κατηγορούμενος μπορεί να διωχθεί και να δικαστεί ξανά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για αδικήματα, διαφορετικά σε σχέση με εκείνα για τα οποία δικάστηκε στο ΔΠΔ, που στοιχειοθετούνται, όμως, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο κατηγορούμενος που θα αθωωθεί ή θα καταδικαστεί στο ΔΠΔ για την τέλεση του εγκλήματος της γενοκτονίας, μπορεί να δικαστεί ξανά ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας ή των βαρειών σωματικών βλαβών. Σχετικά με την ισχύ της αρχής προς τα πάνω, ορίζεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 20, ότι  βάση για την κρίση περί υπάρξεως ή μη δεδικασμένου είναι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου να απαγορεύεται και από τα άρθρα 6, 7, 8 του καταστατικού του ΔΠΔ, η πράξη, δηλαδή, ως ιστορικό γεγονός για την οποία καταδικάστηκε ο δράστης να συνιστά πραγμάτωση και των αδικημάτων που προβλέπονται στο ανωτέρω άρθρα (idem factum). Εξαίρεση από την αρχή εισάγεται, όπως στα καταστατικά των ad hoc διεθνών ποινικών δικαστηρίων, σε περίπτωση που η διαδικασία της δίωξης του κατηγορουμένου και της εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων πραγματοποιήθηκε για να αποκλειστεί η δυνατότητα εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του ΔΠΔ ή οι συνθήκες διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας δεν εγγυώνται την ανεξάρτητη και αμερόληπτη κρίση του ή ακόμα υποδηλώνουν τη διάθεση να μην αχθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον της δικαιοσύνης. Στη θεωρία επισημαίνεται ότι η απόδειξη της σκοπιμότητας στην πρώτη περίπτωση είναι ιδιαίτερα δυσχερής σε σχέση με τις υπόλοιπες περιπτώσεις, όπου αρκεί η διαπίστωση της συνδρομής ορισμένων αντικειμενικών καταστάσεων. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 20 εκτός από την προς τα πάνω ισχύ του δεδικασμένου κατοχυρώνεται και η οριζόντια ισχύς του, η οποία παράγεται από αποφάσεις ισότιμων διεθνών δικαστηρίων. Προϋπόθεση για να περιβληθεί η απόφαση του διεθνούς δικαστηρίου ισχύ δεδικασμένου έναντι του ΔΠΔ είναι να κρίνει συμπεριφορά του κατηγορουμένου που υπάγεται και στις διατάξεις των άρθρων 6,7,8 του καταστατικού. Επιπλέον, το δικαστήριο θα πρέπει να έχει δικαιοδοσία να κρίνει τον κατηγορούμενο για όλα τα αδικήματα που στοιχειοθετούνται από τα πραγματικά περιστατικά που τίθενται στην κρίση του.

   i) Έννομες συνέπειες της διακρατικής ισχύος της αρχής ne bis in idem 

    Σε περίπτωση που ασκηθεί ποινική δίωξη, πάρα την ύπαρξη αλλοδαπής απόφασης που περιβάλλεται με ισχύ δεδικασμένου σε διακρατικό επίπεδο, πρέπει να εφαρμοστεί η τρίτη παράγραφος του άρθρου 57 Κ.Π.Δ. με βάση την οποία η ποινική δίωξη κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Αν παρά ταύτα η υπόθεση εκδικαστεί, τότε ιδρύεται ο έκτος αναιρετικό λόγος που προβλέπεται στο 510 Κ.Π.Δ.

    Ο Κανόνας Διαδικασίας των διεθνών ποινικών δικαστηρίων της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Ρουάντα παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, εφόσον ο Πρόεδρος έχει πληροφορηθεί την εκδίκαση υπόθεσης που έχει ήδη κριθεί απ’ αυτό, να αξιώσει, με αιτιολογημένη διάταξη που εκδίδει, από το εθνικό δικαστήριο να παύσει την ποινική διαδικασία. Εάν το αίτημα του Δικαστηρίου δεν ικανοποιηθεί το γεγονός αναφέρεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας. 

    Τέλος, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που άγονται προς κρίση ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου έχουν, ήδη, κριθεί και η απόφαση έχει περιβληθεί ισχύ δεδικασμένου, το Δικαστήριο θα πρέπει με βάση το αρ. 20 παρ. 3 να απορρίψει τη δίωξη ως απαράδεκτη. Αντίστροφα, σε περίπτωση που η υπόθεση έχει δικαστεί από το ΔΠΔ και η απόφαση που εκδόθηκε παράγει δεδικασμένο (άρθρο 20 παρ. 2), τότε τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να απορρίψουν τη δίωξη με βάση τις εθνικές τους διατάξεις.

    Γ) Ευρωπαϊκό δεδικασμένο

    1) Η αρχή ne bis in idem στη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν

    Σε αντίθεση με το διεθνή χώρο όπου τα συμβατικά κείμενα που προβλέπουν την αρχή ne bis idem απουσιάζουν, στον ευρωπαϊκό χώρο καταβάλλονται από πολύ νωρίς προσπάθειες για την καθιέρωση της στα πλαίσια συμβάσεων, που συνυπογράφονται μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.  Έτσι, στο άρθρο 13 της Σύμβασης Διοικητικής και Δικαστικής Συνδρομής των χωρών της Οικονομικής Ένωσης Benelux (Βελγίου, Ολλανδίας και Λουξεμβούργου), που συντάσσεται στις 29-4-1969, προβλέπεται ότι: «όποιος αθωώθηκε σε ένα κράτος ή καταδικάστηκε και εξέτισε την ποινή του ή απηλλάγη από την εκτέλεσή της ή η ποινή του παρεγράφη, δεν επιτρέπεται να διωχθεί για την αυτή πράξη σε άλλο κράτος». Στην αρχή της δεκαετίας του ’70 στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης ανοίγουν προς υπογραφή δύο συμβάσεις, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Διεθνή Ισχύ των Ποινικών Αποφάσεων (Χάγη 28-5-1970) και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Μεταφορά των Ποινικών Διαδικασιών (Στρασβούργο 15-5-1972), οι οποίες, ωστόσο, δεν έτυχαν ευρείας αποδοχής από τα κράτη της Ευρώπης. Η υπόθεση του Cosimo Barletta, ο οποίος αφού καταδικάστηκε για ανθρωποκτονία στη Γερμάνια και εξέτισε εκεί την ποινή του, επέστρεψε στην Ιταλία όπου διώχθηκε εκ νέου και καταδικάστηκε για την ίδια πράξη, οδήγησε στην αποδοχή Ψηφίσματος από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στο τελευταίο δηλώνεται ότι η ύπαρξη στις εθνικές έννομες τάξεις διατάξεων, που επιτρέπουν τη διπλή δίωξη και καταδίκη προσώπων για τα ίδια αδικήματα, έρχεται σε αντίθεση με την ελευθερία κίνησης των ευρωπαίων πολιτών στον ευρωπαϊκό χώρο και τη δημιουργία ενιαίου οικονομικού χώρου. Ακολουθεί στις 16-4-1989 Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με το όποιο εγκρίνεται η Διακήρυξη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών, στο άρθρο 20 της οποίας ορίζονται τα εξής: «Κανείς δε διώκεται ούτε καταδικάζεται λόγω πράξεων για τις οποίες έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί». Στις 25-5-1987, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άνοιξε προς υπογραφή η Σύμβαση των Βρυξελλών μεταξύ των κρατών-μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την εφαρμογή της Αρχής ne bis in idem. Στο άρθρο 1 της Σύμβασης ορίζονται τα εξής: «Όποιος έχει δικαστεί αμετάκλητα σε ένα κράτος-μέλος, δεν μπορεί να διωχθεί σε ένα άλλο κράτος-μέλος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό την προϋπόθεση ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του κράτους της καταδίκης». Η αποδοχή της σύμβασης ήταν ανάλογη με τις προηγούμενες. Στις 16-6-1990 υπογράφεται η Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν (ΣΕΣΣ), η οποία είχε συναφθεί στις 14-6-1985 μεταξύ των κρατών της Benelux, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Γαλλίας και προέβλεπε τη σταδιακή κατάργηση των συνοριακών ελέγχων μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών. Στη ΣΕΣΣ αναγνωρίζεται η διακρατική ισχύς της αρχής ne bis in idem στις έννομες τάξεις των μελών της. Η αρχή κατοχυρώνεται στο άρθρο 54 ως εξής: «Όποιος δικάσθηκε τελεσίδικα από ένα Συμβαλλόμενο Μέρος δεν μπορεί να διωχθεί από ένα άλλο συμβαλλόμενο Μέρος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, υπό τον όρο όμως ότι, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με τους νόμους του Συμβαλλόμενου Μέρους που επέβαλε την καταδίκη». Η ΣΕΣΣ τυγχάνει τόσο ευρείας αποδοχής, ώστε το άρθρο 54 να αποτελεί την «πλέον προωθημένη (από απόψεως εκτάσεως εφαρμογής) διάταξη διεθνούς συμβατικού κειμένου για την διακρατική ισχύ της αρχής ne bis in idem». Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ το κεκτημένο Σένγκεν εντάσσεται στο νομικό και θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, το Συμβούλιο ορίζει ως νομική βάση των άρθρων 54-58 ΣΕΣΣ τα άρθρα 31 και 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, που θεμελιώνουν τη δικαστική και αστυνομική συνεργασία των κρατών-μελών σε ποινικές υποθέσεις. Έτσι, το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποκτά δικαιοδοσία να ερμηνεύει, κατόπιν προδικαστικών ερωτημάτων των εθνικών δικαστηρίων, τα συμβατικά κείμενα (35 ΣΕΕ) που ρυθμίζουν το χώρο της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας (Γ΄ πυλώνας). Απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της προβλεπόμενης δικαιοδοσίας του ΔΕΚ είναι η δήλωση υπαγωγής σε αυτή εκ μέρους των κρατών-μελών. 

    Όπως προκύπτει, από την ανάγνωση του άρθρου 54, τρεις είναι οι βασικές προϋποθέσεις που εξετάζονται για τη διαπίστωση της ύπαρξης ευρωπαϊκού δεδικασμένου: α) η αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς ο όρος τελεσίδικη που αναφέρεται στο κείμενο αποδίδεται σε «μεταφραστική αστοχία» της ελληνικής μετάφρασης διότι είναι αδιανόητη η παραγωγή δεδικασμένου από απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου που μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επιπλέον, κατά την απόδοση του κειμένου σε άλλες γλώσσες χρησιμοποιούνται όροι που μεταφράζονται ως αμετάκλητη καταδίκη (γερμανικά: rechtskraftig abgeurteilt, γαλλικά: definitivement juge, ιταλικά: sentenza definitiva, αγγλικά: finally disposed). β) Η ταυτότητα της πράξης και γ) η έκτιση της ποινής σε περίπτωση καταδίκης. Η συμβολή του ΔΕΚ στην ερμηνεία των παραπάνω προϋποθέσεων, υπό την οπτική μιας ενιαίας ευρωπαϊκής έννομης τάξης, στο διάστημα που έχει διαρρεύσει από την κατοχύρωση της διακρατικής ισχύος της αρχής σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθιστά αναγκαία τη μελέτη της συλλογιστικής των αποφάσεών του σχετικά με τα ζητήματα τα οποία κλήθηκε να επιλύσει.  

    i) Η αμετάκλητη εκδίκαση της υπόθεσης (bis)

    Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το ζήτημα που προκύπτει από την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, παρατίθενται αποφάσεις αλλοδαπών ποινικών δικαστηρίων που έκριναν για την εφαρμογή ή μη της διάταξης. 

    i.α) Οι αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων

    Μια υπόθεση που απασχόλησε το Γερμανικό Ακυρωτικό δικαστήριο είναι η υπόθεση Lacour. Ο Lacour, γάλλος πολίτης, κατηγορήθηκε στη Γερμανία για την ανθρωποκτονία γερμανού πολίτη. Ενώ κρατούνταν προσωρινά, απέδρασε και συνελήφθη, αργότερα, στη Γαλλία. Η Γαλλία, κατόπιν αιτήματος της Γερμανίας με βάση την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαστικής Συνδρομής, ανέλαβε τη δίωξη του Lacour. Ωστόσο, το Συμβούλιο Εφετών του Metz με βούλευμα του στις 15-3-1990 έπαυσε την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου λόγω έλλειψης επαρκών ενδείξεων για την παραπομπή του σε δίκη. Μετά την έκτιση της ποινής που του επιβλήθηκε από τα γαλλικά δικαστήρια εξαιτίας της τέλεσης άλλων αδικημάτων ο Lacour συνελήφθη στην Αυστρία και εκδόθηκε στη Γερμανία. Το Εφετείο του Saarbrucken τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη για το φόνο που του απεδίδετο. Στην αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος υποστήριζε ότι υπήρχε δεδικασμένο με βάση το 54 ΣΕΣΣ, λόγω της απαλλαγής του από το γαλλικό Συμβούλιο Εφετών και ότι «είχε αναλωθεί η ποινική αξίωση της Γερμανίας, λόγω της ανάληψης της ποινικής διαδικασίας εναντίον του για το φόνο από τη Γαλλία κατόπιν σχετικού αιτήματος της πρώτης». Το Γερμανικό Ακυρωτικό υπέβαλε ερώτημα στο γαλλικό Υπουργείο Δικαιοσύνης για το κατά πόσο παράγεται δεδικασμένο από το βούλευμα του γαλλικού Συμβουλίου Εφετών. Η απάντηση του γαλλικού υπουργείου ήταν αρνητική, καθώς στη Γαλλία τα βουλεύματα παράγουν δεδικασμένο μόνο εφόσον συντρέχει νομικός λόγος παύσης της δίωξης (π.χ. παραγραφή, αμνηστία, άρση του αδίκου ή του καταλογισμού, έλλειψη αξιόποινου χαρακτήρα). Το εν λόγω βούλευμα που είχε εκδοθεί παρήγαγε προσωρινό και περιορισμένο  δεδικασμένο, καθώς υπήρχε η δυνατότητα επανέναρξης της διαδικασίας κατόπιν αιτήματος της εισαγγελίας και απόφασης του δικαστικού συμβουλίου, εφόσον προέκυπταν νέα αποδεικτικά στοιχεία κατά του κατηγορουμένου. Μετά ταύτα, το Γερμανικό Ακυρωτικό απέρριψε την αναίρεση του Lacour με την εξής επιχειρηματολογία: α) Η παύση της ποινικής διαδικασίας λόγω έλλειψης επαρκών ενδείξεων δεν αποτελεί αμετάκλητη απαλλαγή του και δεν παράγει, γι’ αυτό το λόγο, δεδικασμένο. β) Η απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου Εφετών δε συνιστά αθωωτική απόφαση που παράγει δεδικασμένο, ούτε κατά το γαλλικό, ούτε κατά το γερμανικό δίκαιο, «αλλά ομοιάζει περισσότερο με απόφαση περί μη παραπομπής σε δίκη». γ) Δεν ασκεί  νομική επιρροή ο ισχυρισμός του περί μη αντιμετώπισης του ενδεχομένου να διωχθεί ξανά για την ίδια πράξη σε περίπτωση που παρέμενε στη Γαλλία. δ) Με βάση όσα εκτέθηκαν παραπάνω η δίωξη και καταδίκη του κατηγορουμένου στη Γερμανία δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ. ε) Το γεγονός της δίωξης του Lacour από τις δικαστικές αρχές της Γαλλίας, κατόπιν αιτήματος της Γερμανίας, δεν αφαιρεί από την τελευταία το δικαίωμα να τον διώξει και να τον καταδικάσει εκ νέου.

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει, επίσης, η απόφαση του Εφετείου του Innsbruck της Αυστρίας στην υπόθεση Krombach. Στις 10-7-1982 στην πόλη Lindau της Γερμανίας βρέθηκε νεκρή η 14 ετών κόρη της γαλλίδας συζύγου του γερμανού ιατρού Krombach, την οποία είχε αποκτήσει από προηγούμενο γάμο. Την προηγούμενη ημέρα ο ιατρός είχε χορηγήσει στο θύμα, που έπασχε από αναιμία, μια ένεση σιδηρού. Οι γερμανικές διωκτικές και δικαστικές αρχές ερεύνησαν επανειλημμένα τις συνθήκες θανάτου του θύματος χωρίς, ωστόσο, να βρουν ενοχοποιητικά, για τον Krombach, στοιχεία, γι’ αυτό έθεσαν την υπόθεση στο αρχείο. Αντίθετα, στη διαδικασία που εξελίσσονταν παράλληλα στη Γαλλία, ο Krombach παραπέμφθηκε, με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών των Παρισίων, στο Δικαστήριο Κακουργημάτων Παρισίων. Στη δίκη που ακολούθησε και διεξήχθη ερήμην του κατηγορουμένου, ο τελευταίος καταδικάστηκε σε κάθειρξη 15 ετών για την τέλεση του αδικήματος της θανατηφόρου σωματικής βλάβης, ενώ στον πατέρα του θύματος, πολιτικώς ενάγοντα, επιδικάστηκε αποζημίωση 250.000 γαλλικών φράγκων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η απόφαση του Εφετείου του Innsbruck της Αυστρίας με την οποία απορρίπτεται το αίτημα των γαλλικών αρχών για έκδοση του Krombach προκειμένου να εκτελεστεί η σε βάρος του εκδοθείσα απόφαση. Έτσι σύμφωνα με το Εφετείο του Innsbruck η απόφαση του Εφετείου του Μονάχου, η οποία απέρριψε την προσφυγή του πατέρα του θύματος κατά της διάταξης του Εισαγγελέα του Πρωτοδικείου του Kempten και δέχθηκε ότι ελλείψει επαρκών ενδείξεων ενοχής για ανθρωποκτονία ή άλλη αξιόποινη πράξη ορθά ετέθη η υπόθεση στο αρχείο, ήταν οριστική. Με βάση το γερμΚ.Π.Δ. θα μπορούσε η διαδικασία να επανεκκινήσει υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης νέων αποδεικτικών στοιχείων. Όμως, ακόμα και σ ‘αυτή την περίπτωση αποκλειστικά αρμόδιο για την επανεξέταση της υπόθεσης και την κρίση για το άνοιγμά της είναι το Εφετείο του Μονάχου, με αποτέλεσμα να υφίσταται δικονομικό κώλυμα όσον αφορά την εκδίκαση της υπόθεσης από το Δικαστήριο Κακουργημάτων των Παρισίων, εφόσον δεν άνοιξε η διαδικασία στον τόπο τέλεσης του αδικήματος. Επιπλέον, το Εφετείο του Innsbruck, ερμηνεύοντας το 54 ΣΕΣΣ με ευρύτητα, αντιλαμβάνεται ως οριστική εκδίκαση της πράξης όχι μόνο τις αποφάσεις των δικαστηρίων εν στενή εννοία αλλά και αποφάσεις οι οποίες για παράδειγμα αφού έχουν εξετάσει την ουσία της υπόθεσης παύουν τη διαδικασία και «μπορούν να ανατραπούν μόνο υπό τις προϋποθέσεις της επανάληψης της διαδικασίας». Διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 54 ΣΕΣΣ θα οδηγούσε, κατά το Δικαστήριο, σε ματαίωση του σκοπού της Σύμβασης, που δεν είναι άλλος από την ελευθερία κίνησης των πολιτών στα κράτη-μέλη, υπό το φόβο ενδεχόμενης δίωξης κατά τη μετακίνησή τους σε άλλο κράτος.

    Μια ακόμα υπόθεση, πρόδρομος εξελίξεων, με ιδιαίτερη σημασία είναι η υπόθεση της βελγικής transactie. Ως δράστες τελέσεως λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση με τόπους διάπραξης του εγκλήματος το Αμβούργο, την Αμβέρσα, τις Βρυξέλλες και το Μονακό «σε σχέση με κοινοτικούς φόρους για εισαγόμενα στο κοινοτικό έδαφος προϊόντα μετάλλου ύψους 62 εκατομμυρίων βελγικών φράγκων καταβλητέους στις βελγικές τελωνειακές αρχές», κατηγορούνταν νόμιμοι εκπρόσωποι ή υπάλληλοι ομίλου εταιρειών με έδρα το Αμβούργο, το Λονδίνο και το Γιβραλτάρ. Οι κατηγορούμενοι αγόρασαν για λογαριασμό του ομίλου προϊόντα μετάλλου από τη Γιουγκοσλαβία με σκοπό να τα πουλήσουν εντός της ενιαίας  αγοράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, προσδοκώντας στην άρση των δασμών που ίσχυαν κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα, κάτι που δε συνέβη. Προκειμένου να αποφευχθεί η διαφαινόμενη ζημία, αφού εφοδίασαν το εμπόρευμα με πλαστά πιστοποιητικά προέλευσης το διέθεσαν εικονικά μέσω της εταιρείας με έδρα το Γιβραλτάρ. Οι βελγικές τελωνειακές αρχές ανέλαβαν πρώτες την υπόθεση η οποία περατώθηκε σ’ αυτό το στάδιο με συμβιβασμό (transactie) μεταξύ του Υπουργού Οικονομικών του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τις τελωνειακές αρχές της Αμβέρσας, και του νόμιμου εκπροσώπου Κ της εταιρείας Κ & Co. Οι όροι που τέθηκαν για να απόσχουν οι βελγικές αρχές από τις προβλεπόμενες διοικητικές και ποινικές διαδικασίες κατά των εταιρειών του ομίλου και των εκπροσώπων ή των υπεύθυνων υπαλλήλων τους, ήταν η καταβολή των διαφυγόντων φόρων, προστίμου και τόκων υπερημερίας. Ωστόσο, η έρευνα που διεξήγαγε παράλληλα η εισαγγελία του Αμβούργου οδήγησε στην άσκηση ποινικής δίωξης κατά των H και S, ενώ για τον Κ κι άλλο ένα εμπλεκόμενο η διαδικασία έληξε με την καταβολή του επιβληθέντος προστίμου, χωρίς την έκδοση δικαστικής απόφασης και για τον πέμπτο εμπλεκόμενο η διαδικασία χωρίστηκε. Στις 14-9-1995 το Πρωτοδικείο του Αμβούργου εξέδωσε απόφαση περί μη παραπομπής των κατηγορουμένων σε δίκη λόγω της ύπαρξης του κωλύματος που εισάγεται με το 54 ΣΕΣΣ. Η απόφαση εξαφανίστηκε από το Εφετείο του Αμβούργου μετά από προσφυγή της Εισαγγελίας. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης για δεύτερη φορά το Πρωτοδικείο του Αμβούργου ενέμεινε στην αρχική του κρίση περί παύσεως της διαδικασίας με το σκεπτικό ότι η υπόθεση είχε κλείσει, με τη σύναψη και την εκτέλεση της transactie στο Βέλγιο, λόγω ύπαρξης δεδικασμένου (54 ΣΕΣΣ). Κατά το Πρωτοδικείο η διάταξη του 54 ΣΕΣΣ επιβάλλεται να ερμηνευθεί με ευρύτητα, ώστε το αποδιδόμενο νόημα να συμβαδίζει με το σκοπό της Σύμβασης, που είναι η δημιουργία ενός ενιαίου χώρου κυκλοφορίας προσώπων, αγαθών και κεφαλαίων. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η διάταξη δε διευκρινίζει αν για την παραγωγή δεδικασμένου απαιτείται αποκλειστικά απόφαση δικαστηρίου, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αρκεί η απόφαση κάθε αρχής δικαστικής ή μη που παύει οριστικά την ποινική διαδικασία. Τονίζεται, ακόμα, η ανάγκη της άπαξ διώξεως των ποινικών αδικημάτων σε ένα κράτος-μέρος της ΣΕΣΣ. Η οριστική περάτωση της διαδικασίας σε ένα κράτος-μέρος θα πρέπει να σηματοδοτεί και την αδυναμία εκ νέου διώξεως του κατηγορουμένου σε άλλο κράτος-μέρος. Το οριστικό της απόφασης της δικαστικής αρχής θα πρέπει να κρίνεται με βάση το δίκαιο του ίδιου του κράτους-μέρους που κίνησε τη διαδικασία και εξέδωσε την απόφαση. Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Γερμανικό Ακυρωτικό  μετά από αναίρεση της Εισαγγελίας. Το Γερμανικό Ακυρωτικό θεώρησε αναγκαία τη διασαφήνιση του καθεστώτος της transactie από τις βελγικές αρχές γι’ αυτό υπέβαλε τρία ερωτήματα προς αυτές. Στην προδικαστική απόφαση που εξέδωσε διευκρίνιζε, αρχικά, ότι η αρχή ne bis in idem έχει ισχύ μόνο στα πλαίσια της εθνικής έννομης τάξης. Υποστήριζε, ακόμα, ότι με βάση τη γραμματική, ιστορική-βουλητική, συστηματική και τελολογική ερμηνεία του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ, δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως δικαστική απόφαση η απόφαση μιας διοικητικής αρχής. Παρά ταύτα έκρινε πως, ενόψει των σκοπών που επιδιώκονται με τη Σύμβαση, θα ήταν ενδεδειγμένη μια ευρύτερη ερμηνευτική προσέγγιση της διάταξης. Επιπλέον, αναγνώρισε ότι παρόμοιοι θεσμοί με τη βελγική transactie υπάρχουν και στη γερμανική έννομη τάξη. Τέλος, λαμβάνοντας υπόψη του τις κοινές αρμοδιότητες των τελωνειακών αρχών των κρατών-μερών με βάση τον Κοινοτικό Τελωνειακό Κώδικα, έκρινε ότι η ευρεία ερμηνεία του 54 ΣΕΣΣ είναι ενδεδειγμένη για τις αποφάσεις των αρχών που αφορούν αδικήματα σχετικά με την είσπραξη κοινοτικών φόρων. Ωστόσο, καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού που εκδόθηκε στις 2-2-1999, διαδραμάτισε η απάντηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης του Βελγίου, στην οποία διευκρινίζεται ότι ο συμβιβασμός μεταξύ των βελγικών τελωνειακών αρχών και του Κ είναι δεσμευτικός για τις τελευταίες, μόνο έναντι των προσώπων που μετείχαν σ’ αυτόν και εκπλήρωσαν τις επιβληθείσες υποχρεώσεις (εν προκειμένω ο Κ). Έτσι το Γερμανικό Ακυρωτικό κατέληξε στην απόφαση ότι, εφόσον οι δύο κατηγορούμενοι δεν έλαβαν μέρος στο συμβιβασμό, δεν υφίστατο δικονομικό κώλυμα για τη δίωξη τους στη Γερμανία.

    i.β) Οι αποφάσεις του ΔΕΚ

    i.β.1) Οι υποθέσεις Gozutok και Brugge

    Με την απόφαση του ΔΕΚ για τις υποθέσεις Gozutok και Brugge ασκείται για πρώτη φόρα η παρεχόμενη στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να ερμηνεύει τα συμβατικά κείμενα που διέπουν τον τομέα αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας, μετά από προδικαστικό ερώτημα των εθνικών δικαστηρίων. Στην υπόθεση του Gozutok το Δικαστήριο επιλαμβάνεται μετά από ερώτημα του Εφετείου της Κολωνίας και του Πρωτοδικείου της Φύρν του Βελγίου. Ο Huseyn Gozutok, τούρκος πολίτης, διατηρούσε κατάστημα εστίασης στην πόλη Heerlen της Ολλανδίας. Κατά τη διάρκεια ερευνών που διεξήγαγε η ολλανδική αστυνομία στο παραπάνω κατάστημα βρέθηκαν στην κατοχή του και κατασχέθηκαν 1 χιλιόγραμμο χασίς, 1,5 χιλιόγραμμο μαριχουάνας, 41 τσιγάρα με χασίς την πρώτη φορά και 56 γραμμάρια χασίς, 200 γραμμάρια μαριχουάνας και 10 τσιγάρα με χασίς τη δεύτερη φορά. Οι ποινικές διώξεις, που είχαν ασκηθεί εναντίον του, έπαυσαν λόγω της αποδοχής, εκ μέρους του, των όρων που επέβαλε ο εισαγγελέας στο πλαίσιο διαδικασίας που οδηγεί στην εξάλειψη της δυνατότητας άσκησης δίωξης, μετά την καταβολή των ποσών των 3000 και 750 ολλανδικών φιορινίων που είχε απαιτήσει ο εισαγγελέας. Ωστόσο, η γερμανικές αρχές συνέλαβαν το Gozutok μετά από πληροφορίες που τους παρασχέθηκαν από μια γερμανική τράπεζα. Κατά του G. Ασκήθηκε ποινική δίωξη για εμπορία ναρκωτικών και στη συνέχεια καταδικάστηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του Aachen σε ποινή φυλάκισης διάρκειας ενός έτους και πέντε μηνών, με αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Μετά από έφεση του κατηγορουμένου και του Εισαγγελέα, το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο του Aachen έπαυσε τη δίωξη, λόγω του ότι είχε προηγηθεί η οριστική παύση της δίωξης από τις ολλανδικές αρχές, η οποία δέσμευε τη γερμανική δικαιοσύνη με βάση το 54 ΣΕΣΣ. Κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκε προσφυγή από τον Εισαγγελέα και η υπόθεση οδηγήθηκε προς κρίση ενώπιον του Εφετείου της Κολωνίας, το οποίο διατύπωσε προς το ΔΕΚ το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Κωλύει το άρθρο 54 της σύμβασης εφαρμογής την άσκηση ποινικής δίωξης εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όταν για τα ίδια περιστατικά έχει εξαλειφθεί, κατά το δίκαιο των Κάτω Χωρών, η δυνατότητα ασκήσεως δίωξης εντός της χώρας αυτής; Συμβαίνει τούτο ειδικότερα όταν μια απόφαση της εισαγγελικής αρχής για την παύση της διώξεως κατόπιν εκπληρώσεως ορισμένων υποχρεώσεων, απόφαση για την οποία, κατά τη νομοθεσία άλλων συμβαλλομένων κρατών, θα ήταν αναγκαία η δικαστική έγκριση, αποκλείει την άσκηση διώξεως ενώπιον ολλανδικού δικαστηρίου;».

    Ο Klaus Brugge, γερμανός πολίτης διώχθηκε από την Εισαγγελία της Βόννης για την τέλεση σωματικής βλάβης από πρόθεση κατά της βελγίδας Leliaert. Η ποινική διαδικασία, όμως, περατώθηκε με διάταξη του Εισαγγελέα χωρίς τη σύμπραξη δικαστή, καθώς ο κατηγορούμενος εκπλήρωσε τους όρους που του επέβαλε ο Εισαγγελέας σύμφωνα με το γερμΚ.Π.Δ. καταβάλλοντας το ποσό των 1.000 μάρκων στο γερμανικό δημόσιο. Ο Βrugge, όμως, διώχθηκε και στο Βέλγιο και το Πρωτοδικείο της Φύρν ενώπιον του οποίου κλήθηκε να δικαστεί υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα: «Επιτρέπει το άρθρο 54 στη μεν βελγική εισαγγελική αρχή να παραπέμψει Γερμανό υπήκοο σε βελγικό ποινικό δικαστήριο, στο δε δικαστήριο αυτό να καταδικάσει τον υπήκοο αυτόν, όταν για την ίδια πράξη στον εν λόγω Γερμανό υπήκοο προτάθηκε από τη γερμανική εισαγγελική αρχή ο φιλικός διακανονισμός, ώστε να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο με την καταβολή ενός χρηματικού ποσού, το οποίο ο Γερμανός υπήκοος κατέβαλε;»

    Το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε επισημαίνει ότι ο εισαγγελέας αποτελεί δημόσια αρχή που συμμετέχει στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και οι όροι που επιβάλλει έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα, συνιστούν, δηλαδή, ανταπόδοση στην παραβατική συμπεριφορά του δράστη. Έτσι, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα, απ’ τη στιγμή που υποβλήθηκαν σε διαδικασίες που παύουν οριστικά τη δυνατότητα εκ νέου δίωξής τους για την ίδια πράξη. Το ΔΕΚ, μάλιστα, θεωρεί ότι η μη συμμετοχή δικαστηρίου στη διαδικασία και η έκδοση μη δικαστικής απόφασης συνιστούν διαδικαστικά και τυπικά στοιχεία δίχως σημασία. Τονίζεται, ακόμα, πως με βάση τα άρθρα 31 και 34 ΣΕΕ, που αποτελούν τη νομική βάση των 54-58 ΣΕΣΣ, δεν επιβάλλεται στα κράτη-μέλη η εναρμόνιση ή ακόμα η προσέγγιση των εθνικών τους νομοθεσιών. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για τη διακρατική ισχύ της αρχής ne bis in idem, που προβλέπεται στο 54 ΣΕΣΣ, είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών-μελών στα συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης των υπόλοιπων κρατών και η αποδοχή των αποτελεσμάτων της εφαρμογής των εθνικών ποινικών νομοθεσιών, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι σε άλλο κράτος η απονομή ποινικής δικαιοσύνης θα είχε διαφορετικά αποτελέσματα. Έτσι, η ισχύς της αρχής δεν μπορεί να εξαρτάται από την πρόβλεψη αντίστοιχων διαδικασιών περάτωσης της ποινικής διαδικασίας στο εθνικό δίκαιο και του δεύτερου κράτους που επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Ένα, ακόμα, στοιχείο σημαντικό για το ΔΕΚ, είναι ο σκοπός που τέθηκε με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ για τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στον οποίο θα εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, γεγονός που επιβάλλει την ευρεία ερμηνεία του άρθρου 54. Επιπλέον, προβάλλεται το επιχείρημα, ότι οι διαδικασίες αυτές περατώσεως της ποινικής δίωξης προβλέπονται συνήθως για αδικήματα μικρής βαρύτητας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται το παράδοξο, εφόσον θεωρηθεί ότι δε συνιστούν αμετάκλητη απόφαση, οι δράστες σημαντικών αδικημάτων να τυγχάνουν μεγαλύτερης προστασίας από εκείνους που έχουν διαπράξει αδικήματα  μικρότερης βαρύτητας, καθώς οι τελευταίοι θα κινδυνεύουν να διωχθούν ξανά σε άλλο κράτος μέλος, λόγω της μη αναγνώρισης του διακανονισμού ως δικαστικής απόφασης που περατώνει οριστικά την ποινική διαδικασία. Το  ΔΕΚ αντικρούει τα επιχειρήματα των Κυβερνήσεων για τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης που δεν αφήνει περιθώρια για την ευρεία ερμηνεία που δίνει στη διάταξη το Δικαστήριο και συμπληρώνει ότι  η θεώρηση του για το άρθρο 54 ΣΕΣΣ δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 58 ΣΕΣΣ, καθώς το τελευταίο παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να εφαρμόζουν εθνικές διατάξεις ευρύτερες, όχι μόνο από το 54 αλλά και από κάθε άλλη διάταξη της σύμβασης που προβλέπει την εφαρμογή της αρχής. Σχετικά με την εκδηλωθείσα ιστορική βούληση ορισμένων συμβαλλόμενων, στη σύμβαση εφαρμογής ή στη σύμβαση των Βρυξελλών, κρατών, το ΔΕΚ σημειώνει, ότι πρόκειται για γεγονότα προγενέστερα της υπογραφής της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Τέλος, το επιχείρημα της Βελγικής Κυβέρνησης περί προσβολής των δικαιωμάτων του παθόντος καταρρίπτεται, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθώς ο τελευταίος έχει πάντα το δικαίωμα να διεκδικήσει τις αστικές αξιώσεις του.

    i.β.2) Η θέση της ελληνικής θεωρίας

    Η απόφαση του Δικαστηρίου προκάλεσε το έντονο ενδιαφέρον της ελληνικής θεωρίας, η οποία αναγνώρισε την ορθότητα της απόφασης υπό την οπτική του επιδιωκόμενου από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ στόχου. Ωστόσο, παρά την αποδοχή του αποτελέσματος δεν έλλειψε η κριτική σχετικά με το σκεπτικό της. Έτσι, σημειώνεται, εξ αρχής, ότι η γραμματική ερμηνεία της διάταξης δε συμβαδίζει με την ερμηνεία που της αποδίδεται από το Δικαστήριο. Με βάση την ερμηνεία αυτή, απαιτείται η έκδοση της απόφασης από δικαστήριο ή τουλάχιστον με τη σύμπραξη δικαστή, καθώς, όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται, «το εξεταστικό σύστημα έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια. Σήμερα πια άλλος κατηγορεί και άλλος κρίνει». Το ενδιαφέρον της κριτικής εστιάζεται σ’ ένα ακόμα σημείο, τη φύση των όρων που επιβάλλονται από τον εισαγγελέα, που σύμφωνα με το Δικαστήριο αποτελούν ποινή. Αντίθετη σ’ αυτή την άποψη είναι σύσσωμη η θεωρία, καθώς αναγνωρίζεται μεν ότι οι όροι που επιβάλλονται δεν παύουν να συνιστούν μια «επιβάρυνση» για το δράστη, σημειώνεται δε ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να ισοσκελίσουν τη βαρύτητα μιας στιγματιστικής ποινικής διαδικασίας που καταλήγει σε μια ποινική καταδίκη. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η θεώρηση των όρων υπό μια τέτοια οπτική, δε συνιστά ασφαλές κριτήριο για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων που απαιτούνται, ώστε η απόφαση ενός οργάνου της ποινικής δικαιοσύνης να εξομοιώνεται με δικαστική απόφαση. Επιπλέον, συμπληρώνεται ότι η ορθότητα του επιχειρήματος της εις άτοπο απαγωγής που χρησιμοποιείται για να καταδειχθεί το παράδοξο της μη θεώρησης του διακανονισμού, που καταλήγει σε περάτωση της ποινικής διαδικασίας, ως μορφής αμετάκλητης καταδίκης δεν είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς η βαρύτητα του αδικήματος εξετάζεται, από το Δικαστήριο, μόνο στα πλαίσια της έννομης τάξης του πρώτου κράτους, όπου συνάπτεται ο διακανονισμός. Έτσι, παραβλέπεται το ενδεχόμενο η ίδια πράξη να έχει αρκετά μεγαλύτερη απαξία σε άλλο κράτος που έχει ποινική αξίωση κατά του κατηγορουμένου. Τέλος, επισημαίνεται ότι δεν τίθεται ένα ασφαλές κριτήριο για την εφαρμογή του 54 ΣΕΣΣ, ώστε να παραμένει ερωτηματικό η εφαρμογή του σε περιπτώσεις διοικητικού συμβιβασμού μεταξύ των διοικητικών-διωκτικών αρχών και του φερόμενου δράστη ή σε περιπτώσεις ποινικής συνδιαλλαγής μεταξύ θύματος και δράστη. Στην προσπάθεια διατύπωσης ενός κανόνα, ο οποίος θα καλύπτει τα παραπάνω κενά εκφράζεται η άποψη ότι: «Όλοι οι τρόποι περάτωσης της ποινικής διαδικασίας, χωρίς να εξαιρούνται εκείνοι που εμπεριέχουν την απόφαση να μην ανοίξει η δυνάμενη άλλως να ανοίξει ποινική διαδικασία, υπάγονται στο άρθρο 54 ΣΕΣΣ, εφ’ όσον η εκ νέου κίνηση της διαδικασίας –όπου αυτό επιτρέπεται- προϋποθέτει, κατά την έννομη τάξη του κράτους όπου περατώθηκε η διαδικασία, την ύπαρξη νέων γεγονότων ή αποδεικτικών στοιχείων». Εφόσον, όμως, προκύψουν νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούν το, εκ νέου, άνοιγμα της υπόθεσης μόνα αρμόδια να κινήσουν την περατωθείσα διαδικασία είναι τα όργανα της ποινικής δικαιοσύνης του κράτους που είχαν κηρύξει την παύση της δίωξης.

    i.β.3) Η υπόθεση Miraglia

    Ο Miraglia, Ιταλός υπήκοος, συνελήφθη για πρώτη φορά από τις ολλανδικές αρχές στις 18-12-2000 με την κατηγορία ότι μετέφερε 30 περίπου χιλιόγραμμα ηρωίνης από τις Κάτω Χώρες στην Ιταλία. Ωστόσο, στις 28-12-2000 ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος και στις 13-2-2001 η δίκη εναντίον του περατώθηκε, χωρίς να του επιβληθεί ποινή ή άλλη κύρωση, με απόφαση του Εισαγγελέα να ανασταλεί η ασκηθείσα ποινική δίωξη. Όπως προέκυψε από το φάκελο της δικογραφίας αιτία της αναστολής ήταν η ύπαρξη παράλληλης δίωξης, που είχε ασκηθεί κατά του κατηγορουμένου στην Ιταλία. Με βάση αυτή τη δίωξη ο Miraglia συνελήφθη εκ νέου στην Ιταλία στη 1-2-2001 κατηγορούμενος για τη μεταφορά 20,16 χιλιογράμμων ηρωίνης από τις Κάτω Χώρες στην Μπολόνια. Το αίτημα που υποβλήθηκε από την Εισαγγελία της Μπολόνια προς την Εισαγγελία του Άμστερνταμ για δικαστική συνδρομή, με βάση την Ευρωπαϊκή  Σύμβαση Δικαστικής Συνδρομής, απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι η διαδικασία είχε περατωθεί αμετάκλητα στην Ολλανδία και ότι η παροχή δικαστικής συνδρομής θα ήταν αντίθετη προς την εθνική νομοθεσία της, προς την παραπάνω Σύμβαση αλλά και το 54 της ΣΕΣΣ. Το δικαστήριο της Μπολόνια, όπου είχε παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος, στην απόφαση που εξέδωσε στις 22-9-2003, θεώρησε την ερμηνεία αυτή του 54 ΣΕΣΣ εσφαλμένη, καθώς μ’ αυτό τον τρόπο οι ιταλικές αρχές στερούνταν το ευρισκόμενο στην Ολλανδία αποδεικτικό υλικό και παρέχονταν ουσιαστική ασυλία στον κατηγορούμενο. Για το λόγο αυτό διατύπωσε το εξής προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ: «Έχει εφαρμογή το άρθρο 54 της συμβάσεως εφαρμογής […], όταν η δικαστική απόφαση που εκδίδεται στο πρώτο κράτος συνιστά απόφαση για την παύση της ποινικής διώξεως, η οποία εκδίδεται χωρίς καμία απόφαση σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και για τον λόγο μόνο ότι έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη σε άλλο κράτος;».

    Το Δικαστήριο με την απόφασή του επιβεβαίωσε το Δικαστήριο της Μπολόνια, καθώς, σε αντίθετη περίπτωση, η ποινική διαδικασία στο δεύτερο κράτος-μέλος θα κωλύονταν από μια απόφαση που εκδόθηκε χωρίς να έχουν κριθεί τα πραγματικά περιστατικά για τα οποία κατηγορείται ο φερόμενος δράστης. Μια τέτοια ερμηνεία του 54 ΣΕΣΣ θα προσέκρουε ευθέως στο σκοπό που επιδιώκεται μ’ αυτή τη διάταξη και είναι η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όπου θα εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας.

    i.β.4) Η υπόθεση Van Straaten

    O Jean Leon Van Straaten διώχθηκε στις Κάτω Χώρες για τα αδικήματα της εισαγωγής από κοινού με τρίτους 5.500 γραμμαρίων ηρωίνης από την Ιταλία, για τη διατήρηση 1.000 γραμμαρίων στις Κάτω Χώρες κατά το διάστημα από 27 Μαρτίου έως 30 Μαρτίου του 1983 και για κατοχή πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών στις Κάτω Χώρες για το διάστημα του Μάρτη του 1983. Το Δικαστήριο της πόλης Hertongebosch στο οποίο δικάστηκε, τον απάλλαξε από την κατηγορία της εισαγωγής ηρωίνης λόγω έλλειψης πειστικών στοιχείων, ενώ τον έκρινε ένοχο για τις άλλες δύο πράξεις για τις οποίες του επέβαλε ποινή στερητική της ελευθερίας ύψους 20 μηνών. Παράλληλη ποινική δίωξη ασκήθηκε κατά του Van Straaten και από τις ιταλικές διωκτικές αρχές για το αδίκημα της εξαγωγής 5 χιλιογράμμων ηρωίνης στις Κάτω Χώρες. Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε ερήμην από το Δικαστήριο του Μιλάνου σε δεκαετή κάθειρξη και χρηματική ποινή ύψους 50 εκ. ιταλικών λιρών. Το έτος 2002 έπειτα από αίτημα των ιταλικών αρχών έγινε καταχώρηση στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν βάσει του εντάλματος σύλληψης που είχε εκδώσει η Εισαγγελία του Μιλάνου, με σκοπό την έκδοση του Van Straaten. O V.S. ζήτησε να διαγραφεί η καταχώρηση από το ΣΠΣ, αρχικά, από τις ιταλικές αρχές και έπειτα από την ολλανδική αστυνομική διεύθυνση, η οποία δήλωσε αναρμόδια. Τέλος, προσέφυγε στο Δικαστήριο του Hertongebosch με αίτημα τη διαγραφή του από το ΣΠΣ. Το ολλανδικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο α) για την έννοια της αυτής πράξης σχετικά με την κατοχή και την εξαγωγή από μια χώρα και την εισαγωγή σε άλλη ναρκωτικής ουσίας και β) για το κατά πόσο εμπίπτει στην απαγόρευση του 54 ΣΕΣΣ αθωωτική απόφαση λόγω έλλειψης πειστικών αποδεικτικών στοιχείων.

    Κατά το Δικαστήριο παράγεται δεδικασμένο από αθωωτική απόφαση λόγω έλλειψης πειστικών αποδεικτικών στοιχείων για την ενοχή, καθώς στο 54 περιλαμβάνονται και οι αθωωτικές αποφάσεις. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει απ’ το γεγονός ότι στο 54 δε γίνεται διάκριση για το είδος των αποφάσεων που υπάγονται σ’ αυτό, διαφορετικά δε θα είχε λόγο ύπαρξης ο περιορισμός που ακολουθεί και αφορά τις καταδικαστικές αποφάσεις. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η κίνηση ποινικής δίωξης σε άλλο κράτος παρά την ύπαρξη αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης λόγω ανεπαρκών αποδείξεων θα έρχονταν σε αντίθεση με το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Ακόμα, θα θίγονταν η αρχή της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Τέλος, κατά το δικαστήριο μια απόφαση αθωωτική, λόγω έλλειψης πειστικών αποδεικτικών στοιχείων, υπεισέρχεται στην κρίση της ουσίας της διαφοράς, γι’ αυτό δε χρειάζεται να λάβει θέση επί του ζητήματος, αν εμπίπτουν στο πλαίσιο του 54 και αθωωτικές αποφάσεις που δεν έχουν ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης.

    i.β.5) Η υπόθεση Gasparini

    O Giusepe Francesco Gasparini και άλλα επτά άτομα παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της Μάλαγας με την κατηγορία για την τέλεση λαθρεμπορίας. Συγκεκριμένα, τους αποδίδονταν η κατηγορία ότι εισήγαγαν λαθραία, μέσω του λιμανιού Setubal της Πορτογαλίας, φορτία ελαιολάδου από την Τυνησία και την Τουρκία, παρουσιάζοντας ως χώρα προέλευσης την Ελβετία. Τα φορτία, στη συνέχεια, μεταφέρθηκαν οδικώς στη Μάλαγα. Οι δύο από τους, μετέπειτα, οκτώ κατηγορουμένους είχαν παραπεμφθεί σε δίκη και στην Πορτογαλία, η διαδικασία όμως περατώθηκε ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πορτογαλίας με την κήρυξη της δίωξης απαράδεκτης λόγω παραγραφής. Ενώπιον του Δικαστηρίου της Μάλαγας όλοι οι συγκατηγορούμενοι προέβαλαν ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου. Ενόψει τούτων, το Δικαστήριο της Μάλαγας διατύπωσε προς το ΔΕΚ το ερώτημα, αν η απόφαση του δικαστηρίου της Πορτογαλίας αποκλείει τη δυνατότητα δίωξής των κατηγορουμένων, που απηλλάγησαν λόγω παραγραφής, στην Ισπανία και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν η απόφαση παράγει δεδικασμένο και για τους υπόλοιπους.

    Το Δικαστήριο στην κρίση του επαναλαμβάνει το βασικό σκοπό που εξυπηρετούν οι διατάξεις υπό τον τίτλο VI της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Με βάση το σκοπό αυτό θα ήταν αδιανόητη η μη υπαγωγή στο άρθρο 54 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης, που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο λόγω παραγραφής. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει το γεγονός ότι οι διατάξεις οι σχετικές με την παραγραφή διαφέρουν στις εθνικές έννομες τάξεις, ωστόσο κρίνει, ότι δεν είναι απαραίτητη η εναρμόνιση των κανόνων των έννομων τάξεων, διότι η αρχή ne bis in idem προϋποθέτει ότι υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών-μελών στα οικεία συστήματα απονομής ποινικής δικαιοσύνης. Τέλος, το Δικαστήριο απορρίπτει το επιχείρημα της ολλανδικής κυβέρνησης, η οποία επικαλείται το άρθρο 4(4) της απόφασης πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, όπου προβλέπεται η δυνατότητα κι όχι η υποχρέωση του κράτους εκτέλεσης να μην εκτελέσει το ένταλμα σύλληψης, εφόσον κατά το δίκαιό του η πράξη έχει παραγραφεί. Συγκεκριμένα αναφέρεται, ότι σε περίπτωση ύπαρξης δικαστικής απόφασης που περατώνει τη διαδικασία λόγω παραγραφής εφαρμόζεται το άρθρο 3(2) που καθιστά τη μη εκτέλεση υποχρεωτική. Στο δεύτερο ερώτημα το Δικαστήριο απαντά, ότι η διάταξη του άρθρου 54 μπορεί να εφαρμοστεί μόνο για τα άτομα για τα οποία έχει εκδοθεί η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση.

    Στο σημείο αυτό, στα πλαίσια μιας κριτικής που ασκείται στην απόφαση του ΔΕΚ, διότι δε διατυπώνεται ένας γενικός κανόνας για το ποιες είναι οι κατηγορίες των αποφάσεων, εκτός από τις απαλλακτικές λόγω παραγραφής, που περατώνουν την ποινική διαδικασία χωρίς να υπεισέλθουν στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και υπάγονται στο 54 ΣΕΣΣ, γίνεται προσπάθεια για τη διατύπωση ενός τέτοιου κανόνα από τη θεωρία. Έτσι, υποστηρίζεται ότι «στο άρθρο 54 ΣΕΣΣ εμπίπτουν οι (υπό ευρεία έννοια) δικαστικές αποφάσεις που περατώνουν την ποινική διαδικασία λόγω της διαπιστώσεως συνδρομής διαρκούς μη αρσίμου κωλύματος που εμποδίζει οριστικά την (περαιτέρω) δίωξη του προσώπου για την επίμαχη πράξη». Αντίθετα, δεν υπάγονται στο άρθρο 54 ΣΕΣΣ αποφάσεις με τις οποίες διαπιστώνεται η αδυναμία προόδου της ποινικής διαδικασίας, εξαιτίας της ύπαρξης κωλυμάτων, τα οποία δύνανται να αρθούν (έλλειψη εγκλήσεως ή αιτήσεως που μπορούν ακόμη να υποβληθούν) ή λόγω έλλειψης εθνικής δικαιοδοσίας. 

    i.β.6) Η υπόθεση Bourqain

    Στις 26-1-1961 ο Κ. Bourqain, μέλος της Γαλλικής λεγεώνας των ξένων, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο, από το Διαρκές Στρατοδικείο της ανατολικής ζώνης της Κωνσταντίνης, με βάση το γαλλικό Κώδικα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης για το στρατό ξηράς. Το αδίκημα για το οποίο διώχθηκε ήταν η ανθρωποκτονία από πρόθεση ενός Γερμανού λεγεωνάριου, ο οποίος προσπάθησε να τον εμποδίσει στην προσπάθειά του να λιποτακτήσει. Ο Βourqain κατέφυγε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, οπότε δεν κατέστη δυνατό να ειδοποιηθεί για την ερήμην εκδοθείσα σε βάρος του καταδικαστική απόφαση, αλλά ούτε και να εκτελεστεί η επιβληθείσα ποινή. Σε αντίθεση με τη Γαλλία, όπου δεν κινήθηκε ξανά ποινική διαδικασία σε βάρος του, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετά τη διεξαγωγή προκαταρκτικής εξέτασης εκδόθηκε, το 1962, ένταλμα σύλληψης το οποίο εστάλη στις αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, οι οποίες, όμως, το απέρριψαν. Εν τω μεταξύ, η Γαλλία χορήγησε αμνηστία για όλα τα αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου της Αλγερίας. Στα τέλη του 2001 εντοπίστηκε ο Β. στο Regensburg, οπότε του ασκήθηκε δίωξη με βάση τα ίδια περιστατικά για ανθρωποκτονία. Το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε διατύπωσε, το 2003, ερώτημα προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Γαλλίας, με βάση το 57 ΣΕΣΣ, εάν η απόφαση του 1961 κωλύει την κίνηση ποινικής διαδικασίας στη Γερμανία. Η απάντηση του εισαγγελέα του γαλλικού δικαστηρίου ήταν ότι η απόφαση του 1961 είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, καθώς το 1981 είχε γίνει αμετάκλητη. Επιπλέον, η ποινή δεν ήταν δυνατό να εκτελεστεί στη Γαλλία, διότι είχε παρέλθει η προβλεπόμενη, στο γαλλικό δίκαιο, εικοσαετία για την παραγραφή των ποινών. Έτσι το δικαστήριο του Regensburg απηύθυνε στο ΔΕΚ ερώτημα, εάν η αμετάκλητη καταδίκη που επιβλήθηκε από συμβαλλόμενο μέρος, αποτελεί κώλυμα για την κίνηση ποινικής δίωξης σε άλλο κράτος-μέλος, ακόμα κι όταν η επιβληθείσα ποινή δεν κατέστη ποτέ δυνατό να εκτιθεί με βάση τη νομοθεσία του κράτους-μέλους που την επέβαλε.

    Το Δικαστήριο στην απόφασή του διευκρινίζει, αρχικά, ότι το άρθρο 54 ΣΕΣΣ έχει διαχρονική ισχύ γεγονός που σημαίνει, ότι παρά το ότι δεν ίσχυε η ΣΕΣΣ κατά το χρόνο έκδοσης της πρώτης καταδικαστικής απόφασης, σημασία έχει το ότι ίσχυε και στα δύο κράτη κατά το χρόνο που οι δικαστικές αρχές του δεύτερου εξέταζαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής ne bis in idem. Επιπλέον κατά το Δικαστήριο για την εφαρμογή του άρθρου 54 δεν έχει σημασία ο τόπος έκδοσης της απόφασης αλλά το ότι η αρμόδια δικαστική αρχή που εξέδωσε την απόφαση, ανήκε σε κράτος που έγινε συμβαλλόμενο μέρος της ΣΕΣΣ. Το Δικαστήριο, ακόμα, έκρινε, ότι ερήμην αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση εμπίπτει στο γράμμα της διάταξης του άρθρου 54 ΣΕΣΣ και άρα μπορεί να αποτελέσει κώλυμα για εκ νέου κίνηση ποινικής διαδικασίας, εφόσον μοναδική προϋπόθεση που τάσσει το άρθρο είναι η ύπαρξη αμετάκλητης απόφασης. Συμπληρωματικά σημειώνεται, ότι η εφαρμογή του άρθρου 54 δεν εξαρτάται από την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών των συμβαλλόμενων κρατών, ως προς τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ερήμην. Δηλαδή προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 54 είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών-μελών προς τα εθνικά συστήματα ποινικής δικαιοσύνης και η αποδοχή της εφαρμογής του δικαίου που ισχύει σε άλλα συμβαλλόμενα κράτη ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η εφαρμογή του εθνικού δικαίου θα οδηγούσε σε διαφορετικά αποτελέσματα. Τέλος, δεν επηρεάζει την απόφαση του Δικαστηρίου, όσον αφορά τον αμετάκλητο χαρακτήρα της απόφασης το γεγονός, ότι η δίκη θα επαναλαμβάνονταν εάν ο Β. είχε συλληφθεί κατά το διάστημα που έτρεχε η παραγραφή της ποινής μέχρι να αμνηστευθεί το αδίκημα.

    i.β.7) Η υπόθεση Τuransky

    O Turansky και άλλοι δύο Πολωνοί υπήκοοι, κατά των οποίων ασκήθηκε χωριστή δίωξη, θεωρήθηκαν ύποπτοι για τη ληστεία που τελέστηκε σε βάρος ατόμου στη Βιέννη. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω φαίνεται να εισήλθαν στις 5-12-2000 στο σπίτι ατόμου, από το οποίο αφαίρεσαν χρηματικό ποσό, αφού πρώτα του είχαν προκαλέσει βαριές σωματικές βλάβες. Μετά ταύτα, η Εισαγγελία της Βιέννης παρήγγειλε τη διενέργεια ανάκρισης, λόγω ύπαρξης βάσιμων υπονοιών κατά του Τ. για την τέλεση διακεκριμένης ληστείας. Όταν διαπιστώθηκε ότι ο Τ. βρίσκονταν στη χώρα καταγωγής του, οι αυστριακές αρχές ζήτησαν από τη Σλοβακική Δημοκρατία, με βάση την ευρωπαϊκή σύμβαση περί αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής σε ποινικές υποθέσεις, να συνεχίσει την ασκηθείσα δίωξη ή να ασκήσει νέα κατά του Τ. Μετά από την ικανοποίηση του αιτήματος των αυστριακών αρχών η ποινική δίωξη στην Αυστρία ανεστάλη. Οι αρμόδιες αστυνομικές αρχές άσκησαν ποινική δίωξη για τις καταγγελλόμενες πράξεις, χωρίς να απαγγείλουν κατηγορία κατά συγκεκριμένου προσώπου. Στις 20-12-2006, η Γενική Εισαγγελία διαβίβασε την απόφαση της αρμόδιας αστυνομικής διεύθυνσης, με την οποία η τελευταία διέτασσε την προσωρινή παύση της ποινική διαδικασίας, διότι η πράξη δεν κρίθηκε αξιόποινη. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο της Βιέννης ζήτησε από το ΔΕΚ διευκρινήσεις σχετικά με το εάν δημιουργείται κώλυμα, λόγω εφαρμογής του 54 ΣΕΣΣ, από απόφαση αστυνομικής αρχής, η οποία έχει εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, με την οποία παύεται προσωρινά η ποινική διαδικασία.

    Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει τις βασικές του διακηρύξεις, σύμφωνα με τις οποίες για να θεωρηθεί μια απόφαση αμετάκλητη, με βάση το 54 ΣΕΣΣ, θα πρέπει να θέτει τέρμα στη διαδικασία και να εξαλείφεται οριστικά η δυνατότητα άσκησης ποινικής δίωξης. Επιπλέον, η απόφαση αυτή θα πρέπει να είναι αμετάκλητη και δεσμευτική με βάση τη νομοθεσία του κράτους, του οποίου οι αρχές την εξέδωσαν και να παρέχει την προστασία που απορρέει από την αρχή ne bis in idem. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εν λόγω διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαλείφει τη δυνατότητα, εκ νέου, άσκησης ποινικής δίωξης εντός του ίδιου κράτους. Επομένως, δεν υπάγεται στην κατηγορία των αμετάκλητων αποφάσεων που απαιτούνται για την εφαρμογή του 54 ΣΕΣΣ. Το αντίθετο συμπέρασμα δε θα ήταν σύμφωνο με το σκοπό της διάταξης, που είναι η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη και την καταστολή της εγκληματικότητας. Άλλωστε, σκοπός της διάταξης δεν είναι η προστασία του υπόπτου από την υποβολή του σε αλλεπάλληλες έρευνες σε διαφορετικά κράτη, στα πλαίσια των ερευνών για τα ίδια πραγματικά περιστατικά.

    ii) Η ταυτότητα της πράξης (idem)

    Η ταυτότητα της κρινόμενης πράξης αποτελεί τη δεύτερη προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 54 ΣΕΣΣ. Με βάση  αυτό το θέμα έχει δημιουργηθεί έντονος προβληματισμός στη θεωρία, καθώς η αντίληψη της έννοιας της πράξης παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στις επί μέρους εθνικές έννομες τάξεις των συμβαλλόμενων κρατών. Τα συστήματα που απαντώνται σχετικά με την έννοια της δικονομικής πράξης είναι τα αξιολογικά που συνδέουν την πράξη με το έγκλημα και τα οντολογικά που αντιλαμβάνονται την πράξη ως σύνολο πραγματικών περιστατικών. Στα αξιολογικά συστήματα εντάσσεται το αγγλοσαξονικό δικαιικό πρότυπο, το οποίο έχει σαν κύριο εκφραστή του στο καθεστώς της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν το Ηνωμένο Βασίλειο. Το τελευταίο τελεί σε ειδικό καθεστώς όσον αφορά την εφαρμογή της σύμβασης στο έδαφος του, όχι, όμως, σχετικά με την ισχύ του 54 ΣΕΣΣ. Έτσι, στην έννομη τάξη του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρείται ότι υπάρχει ταυτότητα πράξης, όταν υπάρχει σύμπτωση πραγματικών περιστατικών και νομικού χαρακτηρισμού τους. Σε περίπτωση που δοθεί διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός γίνεται δεκτό, ότι υπάρχει και διαφορετική δικονομική πράξη (idem crimen), άρα δεν υφίσταται οποιοδήποτε κώλυμα για την εκ νέου δίωξη του ατόμου για τα αυτά πραγματικά περιστατικά. Αντίθετα στα οντολογικά συστήματα υπάγονται εθνικές έννομες τάξεις, που κατατάσσονται στον ηπειρωτικό δικαιικό χώρο. Παρά το γεγονός ότι οι έννομες αυτές τάξεις έχουν κοινή βάση θεώρησης της έννοιας της δικονομικής πράξης τα πραγματικά περιστατικά (idem factum), κατ’ αποτέλεσμα παρατηρούνται αρκετές αποκλίσεις. Έτσι στη Γερμανία γίνεται αποδεκτή μια «ευρεία σύλληψη της πράξης ως ιστορικού γεγονότος», καθώς γίνεται δεκτό ότι στην έννοια της δικονομικής πράξης περιλαμβάνονται όλα τα σχετικά με την ενέργεια του δράστη πραγματικά περιστατικά, εφόσον αποτελούν ένα «ενιαίο βιοτικό συμβάν», με αποτέλεσμα να γίνεται αποδεκτό ότι μία δικονομική πράξη είναι δυνατό να αποτελούν και εγκλήματα που τελούν μεταξύ τους σε πραγματική συρροή. Αντίθετα, στην Ελλάδα η νομολογία δέχεται μια στενότερη εκδοχή, όσον αφορά τη σύλληψη της πράξης. Έτσι, θεωρείται ότι η δικονομική πράξη είναι ένας συνδυασμός ενέργειας και αποτελέσματος. Με βάση τη θεώρηση αυτή, αδικήματα που τελούν μεταξύ τους σε πραγματική συρροή, συνιστούν περισσότερες δικονομικές πράξεις, καθώς έχουν τελεστεί περισσότερες ενέργειες και στην περίπτωση, όμως, κατ’ ιδέαν συρροής εγκλημάτων υπάρχουν περισσότερες δικονομικές πράξεις διότι δεν υπάρχει ταυτότητα αποτελέσματος. Μετά απ’ αυτά, εύλογη είναι η απορία για το ποιό από τα  παραπάνω συστήματα θα μπορούσε να εξασφαλίσει με την υιοθέτηση του τη λειτουργική εφαρμογή της διάταξης του 54 ΣΕΣΣ.

    Οι υποστηρικτές της άποψης με βάση την οποία η απαιτούμενη, στο άρθρο 54 ΣΕΣΣ, ταυτότητα πράξης συνιστά ταυτότητα εγκλήματος (idem crimen), προβάλλουν ως επιχείρημα τη διαφύλαξη της κυριαρχικής αξίωσης κάθε εθνικής έννομης τάξης να δικάσει τον κατηγορούμενο με βάση το εθνικό της δίκαιο, καθώς υπάρχει η πεποίθηση ότι «δεν εξαντλήθηκε η απαξία της εγκληματικής συμπεριφοράς». Επιπλέον, επισημαίνεται το πλεονέκτημα της σαφούς οριοθέτησης της δικονομικής πράξης, σε αντίθεση με το ευρύ και ασαφές κριτήριο της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Σημειώνεται, επίσης, η αποτροπή της δυνατότητας, που παρέχεται με την αντίθετη παραδοχή στον κατηγορούμενο, να επιδιώκει την καταδίκη του για ένα μικρότερης σημασίας συρρέον αδίκημα, ώστε να δημιουργείται κώλυμα εκ νέου δίωξης του σε άλλο κράτος για τα τελεσθέντα βαρύτερα, συρρέοντα εγκλήματα. Τέλος, υποστηρίζεται και μια δεύτερη άποψη, η οποία ομοιάζει με την παραπάνω εκτεθείσα, με βάση την οποία η ταυτότητα πράξης θα πρέπει να ερμηνεύεται, ως ταυτότητα προσβαλλόμενων έννομων αγαθών. Έτσι, δικονομικό κώλυμα με βάση το 54 ΣΕΣΣ παράγεται στην περίπτωση που τα προσβεβλημένα έννομα αγαθά για τα οποία ασκήθηκε δίωξη σε ένα κράτος ταυτίζονται με εκείνα του κράτους που εξετάζει το ενδεχόμενο εκ νέου δίωξης του φερόμενου δράστη. 

    Ως αντίλογος στους υποστηρικτές της παραπάνω άποψης προτάσσεται, από τους υπέρμαχους του «οντολογικού χαρακτήρα» της δικονομικής πράξης, ο κίνδυνος των πολλαπλών διώξεων ενός ατόμου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εξαιτίας της μεταβολής του νομικού χαρακτηρισμού τους από τη μία εθνική έννομη τάξη στην άλλη. Έτσι, η αρχή της ουσιαστικής δικαιοσύνης, περιεχόμενο της οποίας είναι η αξίωση της πολιτείας, το άτομο που κρίνεται ύποπτο για την τέλεση της πράξης, «να υφίσταται την ταλαιπωρία της ποινικής δίωξης», φαίνεται να υπερτερεί αυτής της ασφάλειας δικαίου στο πεδίο του υπερεθνικού δεδικασμένου, σε αντίθεση με ότι γίνεται αποδεκτό, σχετικά με το εθνικό δεδικασμένο. Επιπλέον, τονίζεται ότι η θεώρηση αυτή της πράξης οδηγεί στον κατακερματισμό ενός ενιαίου εγκληματικού γεγονότος σε περισσότερες δικονομικές πράξεις γεγονός ενδεικτικό της «αμοιβαίας δυσπιστίας» των εθνικών έννομων τάξεων, σε αντίθεση με την αμοιβαία εμπιστοσύνη που αξιώνει το ΔΕΚ στις αποφάσεις του, ανεξάρτητα μάλιστα από την εναρμόνιση ή την προσέγγιση των ποινικών διατάξεων των επιμέρους εθνικών έννομων τάξεων. Υποστηρίζεται, ακόμα, ότι η αποδοχή της άποψης με την οποία η δικονομική πράξη ταυτίζεται με το έγκλημα έρχεται σε αντίθεση με το γράμμα της διάταξης του 54 ΣΕΣΣ  που αξιώνει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι το ίδιο το ΔΕΚ, ερμηνεύοντας το 54, δέχεται ότι για την ταυτότητα της πράξης απαιτείται ταυτότητα πραγματικών περιστατικών. 

    ii.α) Οι αποφάσεις του ΔΕΚ

    ii.α.1) Η υπόθεση Van Esbroeck

    Ο Van Esbroeck, Βέλγος υπήκοος, καταδικάστηκε στις 2-10-2000 στη Νορβηγία για την παράνομη εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών την 1-6-1999. Αφού εξέτισε μέρος της ποινής, αποφυλακίστηκε και μεταφέρθηκε στο Βέλγιο υπό συνοδεία. Στο Βέλγιο ασκήθηκε νέα δίωξη για το αδίκημα της παράνομης εξαγωγής ναρκωτικών ουσιών στις 31-5-1999. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της Αμβέρσας τον καταδίκασε σε ένα χρόνο φυλάκιση για την πράξη του αύτη. Η απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο της Αμβέρσας. Στην αναίρεση που άσκησε κατά της αποφάσεως ο κατηγορούμενος προέβαλε τον ισχυρισμό περί υπάρξεως δεδικασμένου με βάση το 54 ΣΕΣΣ. Το βελγικό Ακυρωτικό διατύπωσε προς το ΔΕΚ τα εξής ερωτήματα: είναι δυνατό να εφαρμοστεί το 54 ΣΕΣΣ στη συγκεκριμένη υπόθεση, απ’ τη στιγμή που κατά το χρόνο της καταδίκης του V.E. στη Νορβηγία, η τελευταία δεν είχε υπαχθεί στην εφαρμογή της Σύμβασης. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης η εισαγωγή και η εξαγωγή των ίδιων ναρκωτικών ουσιών μπορεί να θεωρηθεί ως ταυτότητα πραγματικών περιστατικών.

    Το Δικαστήριο έδωσε στο πρώτο ερώτημα την απάντηση που είχε δώσει και σε προηγούμενες αποφάσεις του, ότι, δηλαδή, η εφαρμογή της σύμβασης είναι διαχρονική. Αρκεί, κατά το ΔΕΚ, ότι τα δύο κράτη ήταν συμβαλλόμενα κατά το χρόνο που εξετάζονταν η εφαρμογή της αρχής από το δικαστήριο της δεύτερης δίκης. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα το ΔΕΚ αποφαίνεται, ότι από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης αποκλείεται η προϋπόθεση της ταυτότητας της πράξης να ερμηνευθεί ως ταυτότητα εγκλήματος, «ο όρος τα ίδια πραγματικά περιστατικά αφορά τον παράνομο χαρακτήρα τους και όχι το νομικό τους χαρακτηρισμό». Το Δικαστήριο επισημαίνει, ότι για την εφαρμογή του 54 δεν είναι απαραίτητη η εναρμόνιση ή η προσαρμογή των ποινικών διατάξεων των εθνικών έννομων τάξεων, καθώς απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών στα οικεία συστήματα απονομής δικαιοσύνης. Επιπλέον, η αποδοχή ενός κριτηρίου που στηρίζεται στο νομικό χαρακτηρισμό ή στα προσβαλλόμενα έννομα αγαθά έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό της διάταξης που είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, καθώς εξαιτίας των διαφορών που παρατηρούνται μεταξύ των έννομων τάξεων είναι δυνατό να δημιουργηθούν εμπόδια κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού. Έτσι, μοναδικό ασφαλές κριτήριο για την κρίση του ζητήματος της ταυτότητας της δικονομικής πράξης θεωρείται από το ΔΕΚ η ταυτότητα πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια ενός συνόλου πραγματικών περιστατικών τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ωστόσο, η εκτίμηση για το κατά πόσο τα πραγματικά περιστατικά συνιστούν σύνολο άρρηκτα συνδεδεμένο κατά τόπο, χρόνο και αντικείμενο καταλείπεται στις εθνικές αρχές. Τέλος, διευκρινίζεται ότι η εξαγωγή και εισαγωγή των ίδιων ναρκωτικών ουσιών υπάγεται στην έννοια των ίδιων πραγματικών περιστατικών, ωστόσο και εδώ η τελική εκτίμηση αφήνεται στα εθνικά δικαστήρια.

    ii.α.2) Η υπόθεση Van Straaten

    Στην υπόθεση αυτή, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας έχουν εκτεθεί παραπάνω, το ΔΕΚ επαναλαμβάνει την επιχειρηματολογία που χρησιμοποίησε στην υπόθεση Van Esbroeck, για να θεμελιώσει τη θέση, ότι για την εφαρμογή του 54 απαιτείται ταυτότητα πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια του συνόλου πραγματικών περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων κατά τόπο, χρόνο και αντικείμενο. Σημειώνεται, ακόμα, από το Δικαστήριο, ότι η ύπαρξη ταυτότητας της πράξης δεν αναιρείται από το γεγονός της μεταβολής της ποσότητας των ναρκωτικών που εξάγονται από ένα κράτος και εισάγονται σε άλλο (με την προϋπόθεση ότι η εισαγόμενη ποσότητα προέρχεται από την εξαγόμενη), ούτε από το ότι τα άτομα που συμμετέχουν στην εξαγωγή είναι εν μέρει διαφορετικά από τα άτομα που συμμετέχουν στην εισαγωγή.

    ii.α.3) Η υπόθεση Gasparini

    Στο ερώτημα του Δικαστηρίου της Μάλαγα για το εάν εμπίπτουν στην έννοια των ίδιων πραγματικών περιστατικών η εισαγωγή λαθραίων προϊόντων στην αγορά του κράτους, που εν συνεχεία απάλλαξε τους κατηγορουμένους και η διάθεση των προϊόντων αυτών στην αγορά του δεύτερου κράτους, το ΔΕΚ απαντά καταφατικά χρησιμοποιώντας και πάλι το κριτήριο του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους κατά τόπο, χρόνο και αντικείμενο. 

    ii.α.4) Η υπόθεση Kretzinger

    O J. Kretzinger μετέφερε δύο φορές, το Μάιο του 1999 και τον Απρίλιο του 2000, φορτία αποτελούμενα από πακέτα τσιγάρα, τα οποία είχαν προέλευση από χώρες εκτός ΕΕ. Τα τσιγάρα είχαν εισαχθεί λαθραία από τρίτους στην Ελλάδα και ο Kretzinger τα μετέφερε από την Ελλάδα στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω Ιταλίας και Γερμανίας. Ο K. συνελήφθη και τις δύο φορές από τις ιταλικές αρχές. Στην πρώτη περίπτωση καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 20 μηνών, της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη, για τα αδικήματα της εισαγωγής και κατοχής λαθραίων τσιγάρων και για παράλειψη καταβολής φορών που οφείλονται κατά την εισαγωγή στην Ιταλία. Τη δεύτερη φορά ο Κ. καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, της οποίας η εκτέλεση δεν ανεστάλη, για τα ίδια αδικήματα. Ο Κ. παραπέμφθηκε σε δίκη και στη Γερμανία. Το Πρωτοδικείο του Augsburg τον καταδίκασε και για τις δύο υποθέσεις. Για την πρώτη υπόθεση του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 22 μηνών και για τη δεύτερη ενός έτους για την τέλεση του αδικήματος της αποδοχής λαθρεμπορευμάτων στην Ελλάδα. Ο ισχυρισμός του Κ. περί υπάρξεως δεδικασμένου απορρίφθηκε από το γερμανικό δικαστήριο με την αιτιολογία ότι δεν επληρούτο η προϋπόθεση του 54 περί έκτισης της επιβληθείσας ποινής. Ο Κ. άσκησε αναίρεση και το Γερμανικό Ακυρωτικό διατύπωσε ερώτημα προς το ΔΕΚ σχετικά με το εάν εμπίπτουν στην έννοια των ίδιων πραγματικών περιστατικών η αποδοχή λαθρεμπορευμάτων στην Ελλάδα και η εισαγωγή και κατοχή λαθρεμπορευμάτων στην Ιταλία, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος είχε σχεδιάσει εξαρχής την παραλαβή και μεταφορά τους στο Η. Βασίλειο. 

    Το Δικαστήριο, αφού επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα με βάση τα οποία καταλήγει στο ορθότερο κριτήριο για την έννοια των ίδιων πραγματικών περιστατικών, εισάγει ένα καινούριο στοιχείο στην κρίση του, στην προσπάθειά του να διακριβώσει εάν τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης αποτελούν σύνολο άρρηκτα συνδεδεμένων περιστατικών. Έτσι για να αποτελούν η κατοχή λαθρεμπορευμάτων στην Ελλάδα, η εισαγωγή και κατοχή λαθρεμπορευμάτων στην Ιταλία, στοιχεία ενός συνόλου περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων μεταξύ τους θα πρέπει ο δράστης να έχει εξαρχής την πρόθεση-σχέδιο να τα παραλάβει και να τα μεταφέρει διερχόμενος από ορισμένα συμβαλλόμενα κράτη προς ένα τελικό προορισμό. Με βάση αυτή τη σκέψη το ΔΕΚ απαντά καταφατικά στο Γερμανικό Ακυρωτικό.

    ii.α.5) Η υπόθεση Kraaijenbrink

    H N. Kraaijenbrink, υπήκοος των Κάτω Χωρών, καταδικάστηκε στις 11-12-1998 από το Ποινικό Δικαστήριο του Middelburg, στην Ολλανδία, σε ποινή φυλακίσεως έξι μηνών με αναστολή, για αποδοχή χρηματικών ποσών προερχόμενων από εμπόριο ναρκωτικών στο διάστημα από τον Οκτώβριο του 1995 μέχρι το Μάιο του 1996. Στις 20-4-2001 καταδικάστηκε από το Πρωτοδικείο του Gent, στο Βέλγιο, σε ποινή φυλάκισης δύο ετών για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα. Ο ισχυρισμός της Κ. ότι επρόκειτο για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και επομένως υφίστατο κώλυμα με βάση το 54 ΣΕΣΣ, απερρίφθη και στους δύο βαθμούς, παρά το ότι έγινε δεκτό ότι υπήρχε ενότητα εγκληματικής πρόθεσης, γεγονός που θα είχε σαν συνέπεια, εάν οι πράξεις είχαν τελεσθεί εξ ολοκλήρου στο Βέλγιο να τιμωρηθούν με μία ποινή. Το Βελγικό Ακυρωτικό διατύπωσε προς το ΔΕΚ το ερώτημα, κατά πόσο η αποδοχή προϊόντων εγκλήματος (κτήση, κατοχή και μεταβίβαση χρηματικών ποσών προερχόμενων από εμπορία ναρκωτικών ουσιών) και η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (πώληση σε ανταλλακτήρια συναλλάγματος χρηματικών ποσών κτηθέντων από εμπορία ναρκωτικών ουσιών στις Κάτω Χώρες) συνιστούν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι συνδέονται μεταξύ τους με ενότητα πρόθεσης, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 54 ΣΕΣΣ.

    Το Δικαστήριο στην απάντηση του επαναλαμβάνει, ότι το κριτήριο, προκειμένου να διακριβωθεί εάν πρόκειται για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, είναι οι πράξεις να αποτελούν ένα σύνολο άρρηκτα συνδεδεμένων περιστατικών. Στη συνέχεια, όμως, διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός σύνδεσμος μεταξύ των χρηματικών ποσών που αποκτήθηκαν από την παράνομη δραστηριότητα στις Κάτω Χώρες και εκείνων που πωλήθηκαν στο Βέλγιο, καθώς υπάρχει αμφιβολία αν υπάρχει υλική αντιστοιχία στα υπό εξέταση χρηματικά ποσά. Με βάση το γεγονός αυτό, καταλήγει ότι η ενιαία εγκληματική πρόθεση της κατηγορουμένης, ως υποκειμενικός σύνδεσμος ανάμεσα στα περιστατικά, δεν αρκεί, αλλά χρειάζεται και ένας αντικειμενικός σύνδεσμος για να καταφαθεί η ταυτότητα της πράξης, ο οποίος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει.

    ii.β) Με βάση ποιά έννομη τάξη θα κριθεί η ταυτότητα της πράξης;

    Με βάση όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω και λαμβάνοντας υπόψη τις αποφάσεις του ΔΕΚ, μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι η ταυτότητα της πράξης στη ΣΕΣΣ νοείται ως ταυτότητα πραγματικών περιστατικών, idem factum. Ζήτημα, ωστόσο, τίθεται εάν μπορεί να υιοθετηθεί ένας ενιαίος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ορισμός για την έννοια της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ενόψει του γεγονότος ότι ακόμα και κράτη που ασπάζονται την «οντολογική θεώρηση» της πράξης παρουσιάζουν αρκετές διαφοροποιήσεις ως προς το τι δέχονται τελικά ως δικονομική πράξη και κατ’ επέκταση ως ταυτότητα πράξης. Παρόλαυτά, υποστηρίζεται η άποψη, ότι η αντίληψη των πραγματικών περιστατικών ως ενιαίου ιστορικού γεγονότος (με βάση τον τόπο, το χρόνο, το αντικείμενο προστασίας και τη συνολική εικόνα της πράξης), αποτελεί τον αποτελεσματικότερο, λόγω της ευρύτητας του, ορισμό για το ευρωπαϊκό δεδικασμένο.  Άλλωστε, εκ πρώτης όψεως, το ΔΕΚ φαίνεται να ασπάζεται με την υιοθέτηση ως έννοιας των πραγματικών περιστατικών, του συνόλου περιστατικών άρρηκτα συνδεδεμένων κατά τόπο, χρόνο και αντικείμενο, ένα αντίστοιχα ευρύ ορισμό. Ωστόσο, μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων παραβλέπει το ενδεχόμενο, εάν γίνει αποδεκτός ένας  τόσο ευρύς ορισμός πράξης, το δεδικασμένο που παράγεται από μία αμετάκλητη απόφαση, σε διακρατικό επίπεδο να είναι ευρύτερο από το εθνικό δεδικασμένο. Όμως, το αποτέλεσμα αυτό δε γίνεται αποδεκτό, διότι «το υπερεθνικό δεδικασμένο αποτελεί προέκταση του  εθνικού και γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι ευρύτερο από το τελευταίο». Επομένως, για να επιτευχθεί η παραπάνω επιδίωξη η έννοια της δικονομικής πράξης σε διακρατικό επίπεδο θα πρέπει να είναι τόσο στενή, όσο στενή είναι και σε εθνικό. Ακόμα, το κριτήριο του ΔΕΚ για την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών δεν μπορεί να φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο, καθώς είναι «λιτό και ασαφές». Το ίδιο το Δικαστήριο φαίνεται να περιορίζει την ευρύτητα του, με την άρνηση του, στην υπόθεση Kraaijenbrink, να δεχτεί ότι υπάρχει ταυτότητα πράξης μεταξύ πραγματικά συρρεόντων αδικημάτων, παρά το γεγονός ότι η μέχρι τώρα επιχειρηματολογία στις αποφάσεις του θα του επέτρεπε έναν τέτοιο συλλογισμό. 

    Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό, ότι η αποδοχή ενός ενιαίου, ευρύ ορισμού για την ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών δεν είναι δυνατή. Έτσι, ως μοναδική λύση παρουσιάζεται η κρατούσα σε κάθε εθνική έννομη τάξη αντίληψη της δικονομικής πράξης. Οι επιλογές που παρουσιάζονται υπ’ αυτή την οπτική είναι τρεις: η έννοια της πράξης στο κράτος έκδοσης της απόφασης, στο κράτος που καλείται να εξακριβώσει την ύπαρξη ευρωπαϊκού δεδικασμένου και συνδυασμός των εννοιών στα δύο παραπάνω κράτη.

    Σύμφωνα με την πρώτη λύση, η οποία είναι κρατούσα, η ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών θα κριθεί με βάση την έννοια της πράξης στο κράτος που εξέδωσε την αμετάκλητη απόφαση. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών αποφάσεων των συμβαλλόμενων κρατών. Τα κράτη, δηλαδή, αποδέχονται την εξάλειψη της ποινικής τους αξίωσης με βάση τις παραδοχές για την έννοια της πράξης του κράτους που εξέδωσε την απόφαση. Τα πλεονεκτήματα αυτής της άποψης είναι, πρωτ’ απ’ όλα, η ταύτιση της έκτασης του δεδικασμένου σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο και η ομοιόμορφη ισχύς του εντός του χώρου Σένγκεν. Άμεσο επακόλουθο των συνεπειών αυτών είναι η καλλιέργεια «αισθήματος ασφάλειας» στον κατηγορούμενο, ο οποίος γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να διωχθεί, εκ νέου, σε συμβαλλόμενο κράτος, για πράξεις οι οποίες καλύπτονται από το δεδικασμένο της αμετάκλητης απόφασης που εκδόθηκε στο κράτος που τον δίκασε. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι με τη λύση αυτή επιτυγχάνεται «εξισορρόπηση της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της ουσιαστικής δικαιοσύνης», καθώς στις χώρες που υπάγονται στο ηπειρωτικό δικαιικό πρότυπο, το δεδικασμένο καταλαμβάνει όλες τις «πτυχές του αντικειμένου» τις οποίες το δικαστήριο όφειλε να εξετάσει. Επομένως, το υπερεθνικό δεδικασμένο εκτείνεται σε κάθε γεγονός, το οποίο εμπίπτει στο διερευνητικό καθήκον του εθνικού δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το εάν τελικά το τελευταίο αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης από του εθνικού δικαστή. Αντίθετα, ως μειονέκτημα της λύσης αυτής προβάλλεται η πιθανότητα, σε χώρες που η έννοια της πράξης είναι ιδιαίτερα στενή, όπως εκείνες που υπάγονται στο αγγλοσαξονικό σύστημα, να ματαιωθεί πλήρως η ποινική τους αξίωση κατά του κατηγορουμένου, γεγονός που έχει σαν επακόλουθο την προσβολή της αρχής της ουσιαστικής δικαιοσύνης στην έννομη τάξη τους. Ωστόσο, εντασσόμενο ένα κράτος σε ένα υπερεθνικό καθεστώς, όπως αυτό που δημιουργείται με τη ΣΕΣΣ, αναγνωρίζει ταυτόχρονα την εκχώρηση μέρους των εθνικών του αξιώσεων, όπως η ποινική στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον, παρουσιάζεται ο κίνδυνος, ο κατηγορούμενος να επιδιώκει να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους, όπου υιοθετείται η ευρύτερη έννοια της πράξης για να επιτύχει ένα όσο το δυνατό ευρύτερο υπερεθνικό δεδικασμένο (forum shopping). Το σημαντικότερο, όμως, από τα προβαλλόμενα μειονεκτήματα είναι η δυνατότητα να διωχθεί και να δικαστεί, εκ νέου, ο κατηγορούμενος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε συμβαλλόμενο κράτος, εφόσον η απόφαση εκδοθεί σε κράτος που η δικονομική πράξη γίνεται αντιληπτή σαν έγκλημα. Στην περίπτωση αυτή, δεν αποκλείεται η νέα δίωξη του για την αυτή πράξη υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ο άρθρο 54 ΣΕΣΣ  το οποίο αξιώνει ταυτότητα πραγματικών περιστατικών. Ακόμα, η παραπάνω παραδοχή έχει σα συνέπεια το υπερεθνικό δεδικασμένο να είναι ευρύτερο από το εθνικό, καθώς το πρώτο καταλαμβάνει όλα τα εγκλήματα που μπορούν να θεμελιωθούν στα υπό εξέταση πραγματικά περιστατικά, τα πρώτα, όμως, μπορούν να διωχθούν εκ νέου στην εθνική έννομη τάξη.

    Η δεύτερη λύση που προβάλλεται για τον ορισμό της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, είναι η λήψη υπόψη της έννοιας της πράξης, όπως αυτή γίνεται δεκτή στο κράτος που καλείται να αναγνωρίσει την ύπαρξη υπερεθνικού δεδικασμένου. Ένα απ’ τα πλεονεκτήματα της άποψης αυτής, είναι η διευκόλυνση των δικαστικών αρχών ως προς την εύρεση της έκτασης του δεδικασμένου με βάση το δίκαιο του κράτους, όπου διερευνάται η ύπαρξη δεδικασμένου. Επιπλέον, οι δικαστικές αρχές απαλλάσσονται από το δύσκολο έργο της αναζήτησης των ισχυόντων για το δεδικασμένο, σε αλλοδαπές έννομες τάξεις, ρυθμίσεων. Ωστόσο, πέρα από τα πρακτικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζει η συγκεκριμένη λύση, είναι γεγονός ότι η έκταση του υπερεθνικού δεδικασμένου σχετικοποιείται, καθώς εξαρτάται από τις παραδοχές, για την έννοια της δικονομικής πράξης, της έννομης τάξης που εξετάζει κάθε φορά την ύπαρξη του. Έτσι, προσβάλλεται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων, διότι αναγνωρίζονται ουσιαστικά οι αποφάσεις, οι οποίες βασίζονται σε παραδοχές που γίνονται αποδεκτές και στην έννομη τάξη του δεύτερου κράτους. Ένα, ακόμα, μειονέκτημα της θέσης αυτής, είναι το ενδεχόμενο το υπερεθνικό δεδικασμένο να καθίσταται ευρύτερο ή στενότερο από το δεδικασμένο του κράτους που εξέδωσε την αρχική απόφαση. Τέλος, «δεν εγγυάται την ομοιόμορφη ανάλωση της ποινικής αξίωσης στο χώρο Σένγκεν», καθώς η έκταση του δεδικασμένου θα μεταβάλλεται ανάλογα με τις παραδοχές για την έννοια της πράξης του δεύτερου κράτους.

    Η τρίτη προτεινομένη λύση αποτελεί συνδυασμό των κριτηρίων των δύο προηγούμενων. Η έκταση του δεδικασμένου εξαρτάται από τη συνεκτίμηση των παραδοχών των έννομων τάξεων του κράτους που εξέδωσε την απόφαση και του κράτους που εξετάζει την ύπαρξη του, άρα η έκτασή του παραμένει σχετική και εξαρτώμενη από το συνδυασμό των παραδοχών των ενδιαφερόμενων έννομων τάξεων. Έτσι «δεν εξασφαλίζεται η ενιαία και ομοιόμορφη ανάλωση της ποινικής αξίωσης στο χώρο Σένγκεν». 

    iii) Η έκτιση (εκτέλεση) της ποινής

    Σύμφωνα με το 54 ΣΕΣΣ, προϋπόθεση για να συντρέχει το κώλυμα, που προβλέπεται, για την εκ νέου δίωξη και καταδίκη του κατηγορουμένου σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος είναι να έχει εκτίσει ή να εκτίει την επιβληθείσα ποινή ή ακόμα η ποινή να μην μπορεί, πια, να εκτιθεί. Στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει εκτίσει την ποινή που του επιβλήθηκε, είτε παραμένοντας έγκλειστος για όλο το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα, είτε καταβάλλοντας το προβλεπόμενο χρηματικό ποσό, είτε προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε περίπτωση επιβολής παροχής κοινωφελούς εργασίας, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς την πλήρωση του απαιτούμενου από το 54 όρου. 

    Ζητήματα δημιουργούνται σε περίπτωση που, για την ποινή που επιβλήθηκε, χορηγείται αναστολή της εκτέλεσης υπό όρο, με αποτέλεσμα η ποινή να μην έχει εκτιθεί αλλά και να μην εκτίεται. Επομένως μια στενή ερμηνεία του 54 ΣΕΣΣ θα οδηγούσε στη μη εφαρμογή της αρχής ne bis in idem που κατοχυρώνεται σ’ αυτό.   Στη θεωρία, ωστόσο, υποστηρίζεται η άποψη ότι η προϋπόθεση της έκτισης της ποινής αποσκοπεί στην αποτροπή φαινομένων, κατά τα οποία ο καταδικασθείς κατηγορούμενος δεν υποβάλλεται στην εκτέλεση της ποινής στο κράτος της καταδίκης και παράλληλα προβάλλει τον ισχυρισμό του δεδικασμένου, για να αποφύγει τη νέα δίωξή του σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Σκοπός της πρόβλεψης αυτής είναι η αποτροπή ενός ιδιότυπου είδους ασυλίας του καταδικασθέντος στο χώρο του Σένγκεν. Έτσι, στην περίπτωση της αναστολής εκτέλεσης της ποινής ο κατηγορούμενος δεν επιδιώκει να αποφύγει την εκτέλεση της επιβληθείσας ποινής. Αντίθετα, συμμορφώνεται προς τις επιταγές της καταδικαστικής απόφασης, «εκτελεί την καταδικαστική απόφαση».

    Ανάλογα ζητήματα τίθενται με το θεσμό της απόλυσης υπό όρο. Ο καταδικασθείς κατηγορούμενος, αφού εκτίσει μέρος της στερητικής της ελευθερίας ποινής που του έχει επιβληθεί, αφήνεται ελεύθερος, υπό καθεστώς δοκιμασίας για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Τυπικά, η προϋπόθεση της έκτισης της ποινής δεν πληρούται. Ωστόσο και σ’ αυτή την περίπτωση ο κατηγορούμενος συμμορφώνεται προς τις αποφάσεις του οργάνου, που επιβλέπει την έκτιση της επιβληθείσας ποινής. Το άτοπο μιας, ενδεχομένως εκφραζόμενης, αντίθετης άποψης παρουσιάζεται με ευκρίνεια στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός. Όταν ο τελευταίος απολύεται υπό όρο, διατάσσεται η ταυτόχρονη απέλασή του με τον όρο να μην επιστρέψει στο κράτος της καταδίκης στο διάστημα της δοκιμασίας. Σε περίπτωση που επιστρέψει στο κράτος καταγωγής του, διατρέχει τον κίνδυνο να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο μιας νέας καταδίκης για τα αυτά πραγματικά περιστατικά, ενώ παράλληλα του είναι αδύνατο να παραμείνει στο κράτος της καταδίκης λόγω της διάταξης της απέλασης. Γίνεται αντιληπτό ότι και σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ερμηνευθεί το 54 ΣΕΣΣ με ευρύτητα και να θεωρηθεί ότι  το διάστημα της δοκιμασίας εξομοιώνεται με το χρόνο έκτισης της ποινής. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Εφετείου του Μονάχου στις 26-7-2001. Η κατηγορούμενη , γερμανίδα υπήκοος, καταδικάστηκε στην Ισπανία για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας της μητέρας της και της επιβλήθηκε φυλάκιση 5 ετών, λόγω του ότι θεωρήθηκε ότι είχε περιορισμένη ικανότητα για καταλογισμό και της αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμέλειας. Η καταδικασθείσα, αφού εξέτισε μέρος της ποινής στην Ισπανία, αφέθηκε ελεύθερη, το υπόλοιπο, όμως, της επιβληθείσας ποινής αντικαταστάθηκε με απέλαση από τη χώρα. Στη Γερμανία διώχθηκε εκ νέου για την ίδια πράξη, το Εφετείο όμως του Μονάχου απέρριψε την προσφυγή του Εισαγγελέα κατά της αθωωτικής απόφασης του Πρωτοδικείου, με την αιτιολογία ότι το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ θα πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτητα.

    Διαφορετική φαίνεται να είναι η περίπτωση κατά την οποία ο κατηγορούμενος έχει υποβάλλει, αρχικά, τον εαυτό του στην εκτέλεση της ποινής και αφού εκτίσει μέρος της, καθίσταται φυγόποινος. Η διαφορά της συγκεκριμένης περίπτωσης από τις προηγούμενες έγκειται, στο ότι ο κατηγορούμενος ενώ, αρχικά, εκτελεί την ποινή που του έχει επιβληθεί με τη σε βάρος του εκδοθείσα απόφαση, στη συνέχεια επιδεικνύει ανυπακοή προς την καταδικαστική απόφαση, δεν υπάρχει, δηλαδή, εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης από ένα χρονικό σημείο και μετά. Η συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 54 και 56 της ΣΕΣΣ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, εφόσον ο κατηγορούμενος έχει εκτίσει μερικά την ποινή του, η καταδίκη του στο πρώτο συμβαλλόμενο κράτος δεν εμποδίζει την εκ νέου δίωξή του σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, με την προϋπόθεση του συνυπολογισμού της εκτιθείσας στο πρώτο κράτος ποινής στην ποινή που τυχόν θα επιβληθεί. Αντίθετα, η  αντιμετώπιση δε θα μπορούσε να είναι η ίδια, κατά τη θεωρία, στις περιπτώσεις που ο μετέπειτα κατηγορούμενος στερήθηκε την ελευθερία του στο στάδιο της προδικασίας (σύλληψη, προσωρινή κράτηση) σε κάποιο συμβαλλόμενο κράτος και στη συνέχεια κατέστη φυγόποινος ή φυγόδικος. Δε θα μπορούσαν, δηλαδή, οι μορφές αυτές στέρησης της ελευθερίας να εκληφθούν ως «οιονεί μερική εκτέλεση» της μετέπειτα επιβληθείσας ποινής, καθώς δεν υπάρχει έκτιση ποινής. Ωστόσο, μετά την εισαγωγή του θεσμού του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης το άρθρο 54 ΣΕΣΣ θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό μία διαφορετική οπτική. Με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, οι πιθανότητες να μείνει ο φυγόποινος ατιμώρητος περιορίζονται αισθητά, καθώς σε περίπτωση σύλληψης του, σε οποιοδήποτε κράτος υποδοχής, παραδίδεται στο κράτος καταδίκης για να εκτελέσει την εκκρεμούσα σε βάρος του ποινή, διαφορετικά η ποινή εκτελείται στο κράτος υποδοχής. Με αυτή την εξέλιξη, η προϋπόθεση της έκτισης της ποινής, που τίθεται από το άρθρο 54 προκειμένου να διασφαλιστεί η τιμώρηση του δράστη, καθίσταται περιττή, εφόσον η εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης είναι δυνατή. Επομένως, σύμφωνα με αυτή την άποψη, το κώλυμα που καθιερώνεται με το άρθρο 54 για την εκ νέου δίωξη του κατηγορουμένου, μετά την εισαγωγή του θεσμού του ΕΕΣ, θα πρέπει να διατηρείται και για τους φυγόποινους εφόσον είναι δυνατή η εκτέλεση της ποινής είτε στο κράτος της καταδίκης, είτε στο κράτος της υποδοχής. Αντίθετα το κώλυμα αυτό πρέπει να υποχωρεί μόνο στις περιπτώσεις που η εκτέλεση δεν είναι δυνατή.

    iii.α) Οι αποφάσεις του ΔΕΚ

    iii.α.1) Η υπόθεση Kretzinger

    Το δεύτερο ερώτημα το οποίο απηύθυνε, στην υπόθεση Kretzinger, το Γερμανικό Ακυρωτικό στο ΔΕΚ, αφορούσε την έννοια της έκτισης της επιβληθείσας ποινής στην περίπτωση που χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσής της και στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει κρατηθεί προσωρινά, εάν η προσωρινή κράτηση συνυπολογίζεται στην τελικώς επιβληθείσα ποινή σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους της καταδίκης. Ακόμα το ΔΕΚ ερωτάται, εάν επηρεάζει την ερμηνεία του 54 ΣΕΣΣ το γεγονός, ότι μετά την εισαγωγή του θεσμού του ΕΕΣ το κράτος καταδίκης έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει οποτεδήποτε την καταδίκη.

    Στο πρώτο σκέλος του δεύτερου ερωτήματος το ΔΕΚ απαντά, ότι η επιβολή της ποινής με  αναστολή της εκτέλεσής της είναι ένας θεσμός διαδεδομένος στα ποινικά συστήματα των συμβαλλόμενων κρατών, επομένως αναγνωρίζεται ως  ποινή, η οποία εκτίεται καθ’ όλη τη διάρκεια της δοκιμασίας και έχει εκτιθεί με την επιτυχή παρέλευση του διαστήματος αυτού. Στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος το Δικαστήριο απάντησε, ότι το άρθρο 54 δεν μπορεί να έχει εφαρμογή σε μορφές στέρησης της ελευθερίας, οι οποίες λαμβάνουν χώρα κατά την προδικασία, διότι το γράμμα της διάταξης απαιτεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση. Σημειώνεται, ακόμα, ότι ο σκοπός της προσωρινής κράτησης είναι περισσότερο προληπτικός σε αντίθεση με αυτόν της προϋπόθεσης της έκτισης ποινής του 54 που είναι η αποτροπή της ατιμωρησίας των φυγόποινων. Στο τρίτο ερώτημα το ΔΕΚ υποστηρίζει, ότι δεν είναι σύμφωνη με το γράμμα του 54 η ερμηνεία, με βάση την οποία το κώλυμα, που καθιερώνεται από το άρθρο για την εκ νέου δίωξη σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, υφίσταται οσάκις είναι δυνατή η εκτέλεση της καταδικαστικής απόφασης, καθώς το άρθρο απαιτεί εκτός από αμετάκλητη απόφαση και έκτιση της ποινής. Το επιχείρημα αυτό ενδυναμώνεται από το άρθρο 3(2) της απόφασης-πλαίσιο, με βάση το οποίο απαγορεύεται η εκτέλεση του εντάλματος σε περίπτωση που ο καταζητούμενος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα από συμβαλλόμενο κράτος για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και πληρούται η προϋπόθεση της έκτισης της επιβληθείσας ποινής.

    iii.α.2) Η υπόθεση Bourqain

    Στην υπόθεση Bourqain, παρά το ότι το δικαστήριο του Regensburg δε διατύπωσε αντίστοιχο ερώτημα, το ΔΕΚ θεώρησε σκόπιμο να διευκρινίσει το χρόνο κατά τον οποίο εξετάζεται η προϋπόθεση του 54 ΣΕΣΣ που αφορά την αδυναμία έκτισης της ποινής. Κατά το Δικαστήριο δεν έχει σημασία το εάν μπορούσε να εκτιθεί άμεσα μετά, την επιβολή της, η καταγνωσθείσα ποινή. Αντίθετα καίριας σημασίας είναι στη συγκεκριμένη υπόθεση το γεγονός ότι κατά το χρόνο δεύτερης δίωξης του κατηγορουμένου δεν μπορούσε, πια, να εκτιθεί η επιβληθείσα ποινή. Επομένως, η συνδρομή της προϋπόθεσης του 54 εξετάζεται κατά το χρόνο άσκησης της νέας δίωξης. Αυτή η παραδοχή ενισχύεται από το σκοπό του άρθρου 54 ΣΕΣΣ που είναι η αποτροπή των πολλαπλών διώξεων, για τα ίδια περιστατικά, κατά ατόμου που ασκεί το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας εντός του χώρου Σένγκεν.

    iv) Οι επιφυλάξεις του 55 ΣΕΣΣ και η δήλωση της Ελλάδας

    Το άρθρο 55 παρ.1 της ΣΕΣΣ παρέχει τη δυνατότητα σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος να διατυπώσει επιφυλάξεις σχετικά με συγκεκριμένες κατηγορίες αδικημάτων για τα οποία δε δεσμεύεται από τη διάταξη του 54 ΣΕΣΣ. Οι προβλεπόμενες περιπτώσεις είναι:

    α. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβε υπόψη της η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, έλαβαν χώρα είτε εν όλω, είτε εν μέρει στο έδαφός του. Στην τελευταία όμως αυτή περίπτωση, η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται αν τα πραγματικά περιστατικά τελέσθηκαν εν μέρει στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους, όπου εκδόθηκε η δικαστική απόφαση.

      β. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβε υπόψη η αλλοδαπή δικαστική απόφαση, συνιστούν αξιόποινη πράξη κατά της ασφαλείας του κράτους ή εναντίον άλλων εξίσου ουσιαστικών συμφερόντων αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους.

      γ. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έλαβε υπόψη αλλοδαπή δικαστική απόφαση, διαπράχθηκαν από δημόσιο υπάλληλο αυτού του Συμβαλλόμενου Μέρους κατά παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων.

    Με βάση τη διάταξη αυτή, η Ελλάδα εισήγαγε με το τρίτο άρθρο του κυρωτικού, της ΣΕΣΣ, Ν. 2514/1997 μία σειρά εξαιρέσεων από το πεδίο εφαρμογής του 54 ΣΕΣΣ. Μεταξύ των εξαιρέσεων αυτών συμπεριλαμβάνονται τα αδικήματα της πειρατείας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Όπως προκύπτει από την ανάγνωση των κατηγοριών των αδικημάτων που προβλέπονται στο 55 ΣΕΣΣ τα δύο παραπάνω αδικήματα δεν είναι δυνατό να υπαχθούν σε καμία από αυτές. Μ’ αυτό τον τρόπο η Ελλάδα φαίνεται, να μην αναγνωρίζει τη διακρατική ισχύ της αρχής ne bis in idem και να προσβάλλει την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των έννομων τάξεων των, υπαγόμενων στο χώρο του Σένγκεν, κρατών που αξιώνει το ΔΕΚ. Ακόμα, η εξαίρεση αυτή έρχεται σε αντίθεση με την «αναγνώριση της ισχύος της αρχής ne bis in idem σε σχέση με τις αποφάσεις των δικαστηρίων των κρατών-μερών της Ενιαίας Σύμβασης για τα Ναρκωτικά του 1961 και της Σύμβασης για τις Ψυχοτρόπες Ουσίες του 1971 των Ηνωμένων Εθνών (άρθρα 36 παρ. 2 α ι και 22 α Ι) αντίστοιχα».

    Πέρα από το ζήτημα των επιφυλάξεων που έχουν διατυπωθεί από την Ελλάδα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο τίθεται σε αμφισβήτηση η ίδια η ισχύς του άρθρου 55 ΣΕΣΣ μετά την ένταξη του κεκτημένου του Σένγκεν στη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Έτσι υποστηρίζεται ότι η Συμφωνία του Σένγκεν ως διεθνής σύμβαση παρείχε τη δυνατότητα στα κράτη-μέρη να διατυπώσουν τις επιφυλάξεις τους κατά την κύρωσή της. Η εξακολούθηση της ισχύος των επιφυλάξεων αυτών, μετά την ένταξη της στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, με την οποία επιδιώκεται η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον παραπάνω σκοπό. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στα ευρωπαϊκά κείμενα που έχει ενσωματωθεί το κεκτημένο Σένγκεν δε γίνεται καμία αναφορά στις επιφυλάξεις των κρατών-μερών. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Πρωτοκόλλου Σένγκεν, τα κράτη που προσχωρούν στη ΣΕΣΣ, μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, δεν έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν επιφυλάξεις για το περιεχόμενό του κεκτημένου Σένγκεν. Με βάση τα παραπάνω, υποστηρίζεται στην ελληνική θεωρία η άποψη, ότι οι επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί από την Ελλάδα με το τρίτο άρθρο του κυρωτικού Ν. 2514/1997 δεν είναι πλέον ισχυρές, γι’ αυτό το λόγο το άρθρο 54 ΣΕΣΣ θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς περιορισμούς.

    2) Η Συνθήκη της Λισαβόνας και ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων

    Η ματαίωση της κύρωσης της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης, μετά τα αρνητικά αποτελέσματα των εθνικών δημοψηφισμάτων στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, είχε σαν αποτέλεσμα να αναζητηθεί η επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω άλλων μετριοπαθέστερων συμβατικών κειμένων. Έτσι στις 13-12-2007 υπογράφηκε η συνθήκη της Λισαβόνας ή Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, στην οποία ενσωματώθηκαν καίρια στοιχεία της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, μετά την κύρωσή της από την Ιρλανδία με τη διεξαγωγή δεύτερου, θετικού αυτή τη φορά, δημοψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ την 1-12-2009, επιφέροντας καίριες αλλαγές στη δομή και την οργάνωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.      

    Στο άρθρο 6 παρ. 1 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, προβλέπεται ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Δεκεμβρίου 2000, όπως προσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων δεν περιελήφθη στο κείμενο της Συνθήκης της Λισαβόνας, αλλά εγκρίθηκε ως αυτοτελές κείμενο και τέθηκε σε ισχύ ταυτόχρονα με τη Συνθήκη. Στο άρθρο 50 του Χάρτη κατοχυρώνεται η διακρατική ισχύς της αρχής ne bis in idem μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Συγκεκριμένα η διάταξη φέρει τον τίτλο «Δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη» και έχει το εξής περιεχόμενο: «Κανείς δε διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της ζώνης της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με το νόμο». Η ερμηνεία της διάταξης με άξονα τη νομολογία του ΔΕΚ αναλύεται ως ακολούθως:

α) Ως αδίκημα του οποίου κωλύεται η νέα δίωξη νοείται η ίδια πράξη θεωρούμενη ως ιστορικό γεγονός (idem factum). 

β) Στον όρο οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου συμπεριλαμβάνονται, εκτός από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, οι «εν ευρεία εννοία αποφάσεις» που λαμβάνονται στα πλαίσια δικαστικών και εναλλακτικών διαδικασιών.

γ) Η εξεταζόμενη διάταξη δεν περιλαμβάνει την προϋπόθεση της έκτισης της ποινής που θέτει το άρθρο 54 ΣΕΣΣ. Έτσι, η απόφαση του εθνικού δικαστηρίου είναι δεσμευτική για τα δικαστήρια των λοιπών συμβαλλόμενων κρατών, ανεξάρτητα από το αν ο καταδικασθείς έχει εκτίσει την επιβληθείσα ποινή. Η εκτέλεση των αποφάσεων εξασφαλίζεται μέσω άλλων θεσμών, όπως το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. 

δ) Όπως γίνεται επίσης αντιληπτό στο άρθρο 50 του Χάρτη δεν προβλέπεται η δυνατότητα διαμόρφωσης εξαιρέσεων από τη διακρατική ισχύ της αρχής ne bis in idem. Επομένως, οι επιφυλάξεις που είχαν διατυπώσει τα συμβαλλόμενα κράτη, με βάση το 55 ΣΕΣΣ, αναφορικά με την εφαρμογή του 54 ΣΕΣΣ, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα, εάν θεωρηθεί ότι δεν είχαν χάσει την ισχύ τους μετά την ένταξη του κεκτημένου στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, με την ταυτόχρονη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων πρέπει να θεωρηθεί, ότι είναι πλέον ανίσχυρες.

    Συμπέρασμα

    Γίνεται αντιληπτό ότι η αναγνώριση και η έκταση της ισχύος της αρχής ne bis in idem, δεν είναι η ίδια σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο. Σύμφωνα με τη μάλλον ορθή κρατούσα άποψη, όχι μόνο στην Ελλάδα, δεν είναι δυνατή η θεμελίωση της διακρατικής ισχύος της αρχής ne bis in idem σε κάποιο διεθνές συμβατικό κείμενο. Οι διαφορές μεταξύ των εθνικών έννομων τάξεων είναι τόσο μεγάλες, που φαίνεται αδιανόητο να υπάρξει η, απαραίτητη για μια τέτοια εξέλιξη, αμοιβαία εμπιστοσύνη. Έτσι, η, ομολογουμένως, άδικη πολλαπλή δίωξη ενός ατόμου για την ίδια συμπεριφορά δεν μπορεί να αποτραπεί. Σ’ αυτή την περίπτωση, το μοναδικό ευεργέτημα προς τον κατηγορούμενο για την ανελαστική μεταχείρισή του είναι ο προβλεπόμενος συνυπολογισμός της επιβληθείσας, στο πρώτο κράτος, ποινής. Αντίθετα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ειδικά μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας και του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η διακρατική ισχύς της αρχής κατοχυρώνεται στην ευρύτερη δυνατή της μορφή. Οι κοινές νομικές παραδόσεις και αρχές σε συνδυασμό με την ύπαρξη υπερεθνικών οργάνων, όπως το ΔΕΚ, που συμβάλλει, έμμεσα, με τη νομολογία του στην εναρμόνιση των ευρωπαϊκών εθνικών έννομων τάξεων, έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή. Έτσι, αρχές, όπως η αμοιβαία εμπιστοσύνη στα ποινικά συστήματα των εθνικών έννομων τάξεων και συνακόλουθα η αναγνώριση των αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, βρίσκουν ευκολότερα έδαφος αποδοχής. Ωστόσο, δε θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το Δικαστήριο παρά τον καθοριστικό του ρόλο στη μέχρι τώρα πορεία της εναρμόνισης, θα πρέπει να συμβάλλει ακόμα περισσότερο σ’ αυτή τη διαδικασία, με την έκδοση αποφάσεων που θα δίνουν λύσεις σε κρίσιμα νομικά ζητήματα με σαφή και συγκεκριμένα νομικά κριτήρια. Στην κατεύθυνση αυτή μπορεί να συμβάλλει και η θέσπιση αρτιότερων νομοθετικών διατάξεων. 

    Βιβλιογραφία

Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Ne bis in idem, Ευρωπαϊκές και Διεθνείς Όψεις, Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2008

Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Η «έκτιση» της ποινής στο άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν, ΠοινΧρ ΝΗ΄/2008

 Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Από το εθνικό ποινικό δίκαιο στο ποινικό δίκαιο των εθνών, ΠοινΧρ Ν΄/2000

Βασιλακάκης Ευάγγελος Ν., Το αλλοδαπό δίκαιο στην ποινική δίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1999

Γάφος Ηλίας Γ., Ποινικόν Δίκαιον, γενικόν μέρος, Αθήναι, 1973

Ζημιανίτης Δημήτριος, Νέες τάσεις της εντατικής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις στον ευρωπαϊκό χώρο Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας, υπό το πρίσμα της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Αναζητώντας μια νέα συνισταμένη; ΠοινΧρ Ξ΄/2010

Ζησιάδης Ιωάννης Βασ., Ποινική Δικονομία, Εκδοτικός Οίκος Αφοι Π. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη-Αθήναι, 1976

Ζύγουρας Ανδρέας, Το Διεθνές Σύμφωνον δια τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και η αρχή του δεδικασμένου, Αρχείο Νομολογίας 1999 

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, παρατηρήσεις στις υποθέσεις C-187/2001 και C-385/2001, απόφαση της 11.2.2003, ΠοινΔικ 3/2003

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, παρατηρήσεις στην ΑΠ 86/2001, ΠοινΔικ 7/2001

Καμπέρου-Ντάλτα Ελένη, Εγκλήματα Ελλήνων πολιτών στην αλλοδαπή, άρθρο 6 ΠΚ, η σύγχρονη διάσταση της αρχής της ενεργητικής προσωπικότητας, Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2005 

Καρράς Αργύριος, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, τρίτη έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2007

Καρράς Αργύρης, Κριτική Επισκόπηση της Ποινικής Δικονομικής Νομολογίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου των ετών 2001 και 2002, Ποινικός Λόγος 1/2003

Καρράς Αργύριος, Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, Έκδοση Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1990

Κιούπης Δημήτρης, Το ευρωπαϊκό δεδικασμένο κατά το άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σένγκεν, (οι περιπέτειες της ποινικής δικονομικής σκέψης στον δρόμο για την κατοχύρωση ενός ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης), Ποινικός Λόγος 3/2003  

Κιούπης Δημήτρης, Παρατηρήσεις στην ΟλΑΠ 7/2002, Ποινικός Λόγος 2/2002

Κιούπης Δημήτρης, H διεθνής ποινική έννομη τάξη στο προσκήνιο, (Mε αφορμή την σύμβαση για την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου), ΠοινΧρ Ν΄/2000

Κοκκινάκης Κρίτων, παρατηρήσεις στην ΑΠ 86/2001, ΠοινΔικ 7/2001

Λίβος Νικόλαος, παρατηρήσεις στο βούλευμα ΣυμβΕφΠειρ 286/1999, ΠοινΧρ ΜΘ΄/1999

Μεταξάς Αλ., Η αντιμετώπισις του ποινικού δεδικασμένου υπό της επιστήμης και της νομολογίας, ΠοινΧρ ΚΑ΄/1971

Μιρασγέζης Δημοσθ. Π., Η αλλοδαπή ποινική απόφασις κατά την ελληνικήν νομοθεσίαν, τιμητικός τόμος υπέρ Ηλία Γ. Κυριακόπουλου, Επιστημονική Επετηρίς εκδιδομένη υπό της σχολής ΝΟΕ του ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 1966-1969

Μπακόπουλος Ιωάννης Α., Ζητήματα ατομικών δικαιωμάτων και συνεργασίας των κρατών μελών στον τρίτο πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελληνική Δικαιοσύνη 45(2004)

Μπουρόπουλος Άγγελος Ν., Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικος (κατ’ άρθρον), Εκδοτικός Οίκος Αφοι Π. Σάκκουλα, Αθήναι, Θεσ/νικη, 1959

Μπουρόπουλος Άγγελος Ν., Ερμηνεία του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας κατ’ άρθρον, Βιβλιοπωλείον Ν. Παν. Σάκκουλα, Αθήναι, 1957

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Συστηματική Ερμηνεία Π.Κ., Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005 

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Η αρχή ne bis in idem και το αρθρ. 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα, Ποινικός Λόγος 3/2001

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Αλλοδαπή ποινική απόφαση και ‘ne bis in idem’, ΠοινΧρ ΜΣΤ΄/1996

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, τα τοπικά όρια των ποινικών νόμων, εισαγωγή-θεμελιώδεις έννοιες ερμηνεία άρθρων 5-11 ΠΚ, Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1993

Παπαχαραλάμπους Χαράλαμπος, Η αρχή «ne bis in idem», η συμφωνία Schengen και τα άρθρα 8 και 9 ΠΚ

Σπινέλλης Διονύσιος, Υπερεθνική ισχύς της αρχής ne bis in idem (προστασία του ατόμου από πολλαπλές διώξεις σε διάφορες χώρες), ΠοινΧρ ΝΔ΄/2004

Συλίκος Γεώργιος Ι., Η αντίθεση του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΚ προς την «αρχή του δεδικασμένου» ως «γενική αρχή του Δικαίου διεθνώς παραδεδεγμένη», παρατηρήσεις στις αποφάσεις ΠεντΕφΑθ 634-635-636/1998, ΠοινΔικ 5/1998

Συλίκος Γεώργιος Ι., Συμβολές στην εφαρμογή του ποινικού δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη-Χάρης Καρατζάς, Αθήνα, 1997

Συλίκος Γεώργιος Ι., Δεδικασμένο από αλλοδαπή ποινική απόφαση για τις πράξεις που περιλαμβάνονται στις περιπτώσεις στ΄, η΄, θ΄ και ι΄ του άρθρου 8 ΠΚ, (Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 9 παρ. 1, εδ. α΄ και παρ. 2 ΠΚ), ΠοινΧρ ΜΣΤ΄/1996

Συλίκος Γεώργιος Ι., Δεδικασμένο από αλλοδαπή ποινική απόφασης σε περίπτωση υπό όρο απόλυσης του κατηγορουμένου, (με αφορμή την 58-59/1990 απόφαση του Μ.Ο.Ε. Αθηνών), Υπεράσπιση 1992

Τζαννετής Αριστομένης, Η ταυτότητα της πράξης στο άρθρο 54 της Σύμβασης Εφαρμογής της Συμφωνίας Σενγκεν. Ένα πρόβλημα χωρίς ιδανική λύση; ΠοινΧρ ΝΗ΄/2008

Τζαννετής Αριστομένης, Ζητήματα εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας σε διεθνή κείμενα. Το παράδειγμα της ΕΣΔΑ και του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, ΠοινΧρ ΝΣΤ΄/2006

Τούσης Ανδρ. Χ.-Γεωργίου Αθαν. Αν., Ποινικός Κώδιξ, (ερμηνεία κατ’ άρθρον), Εκδοτικός Οίκος Αδελφοί Δ. Τζάκα, Αθήναι, 1967

Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, Ερμηνεία Ποινικής Δικονομίας, Εκδοτικός Οίκος Ι. & Π. Ζαχαρόπουλου, Αθήναι, 1943

Φαρσεδάκης Ι. Ιακ., Η σχέση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου με τα εθνικά δικαστήρια, ΠοινΔικ 7/2002 

    Ελληνική Νομολογία

ΣυμβΠλημΠειρ 3169/1979, ΠοινΧρ Λ΄/1980

ΜΟΔ Αθ 367-368/1980, ΠοινΧρ ΛΑ΄/1981

ΠλημΠειρ 694/1980, ΠοινΧρ ΛΑ΄/1981

ΠεντΕφΑθ 226/1982, ΠοινΧρ ΛΒ΄/1982

ΜΟΕ Αθ 58-59/1990, Υπεράσπιση 1992

ΠεντΕφΑθ 634-635-636/1998, ΠοινΔικ 5/1998

ΜΟΔ Αθ 38, 39, 46, 47, 50, 51/1998, Ποινικός Λόγος 3/2001

ΣυμβΕφΠειρ 286/1999, ΠοινΧρ ΜΘ΄/1999

ΑΠ 1426/1998, ΠοινΧρ ΜΘ΄/1999

Πλημμ. Δράμας 3/1999, Ποινικός Λόγος 3/2001

ΠεντΕφΠειρ 27/1999, ΠοινΔικ 1999

ΠεντΕφΑθ 1574/1999, ΠοινΔικ 3/2000

ΑΠ 86/2001, ΠοινΔικ 7/2001, ΠοινΧρ ΝΑ΄/2001

ΑΠ 887/2001, ΠοινΧρ ΝΑ΄/2001

ΟλΑΠ 7/2002, Ποινικός Λόγος 2/2002

    Νομολογία ΔΕΚ

Απόφαση 11.2.2003, υποθέσεις Gozutok C-187/01 και Brugge C-385/01, ΠοινΔικ 3/2003, www.curia.europa.eu

Απόφαση 10.3.2005, υπόθεση Miraglia C-469/03, www.curia.europa.eu

Απόφαση 9.3.2006, υπόθεση van Esbroeck C-436/04, www.curia.europa.eu

Απόφαση 28.9.2006, υπόθεση Gasparini C-467/04, www.curia.europa.eu

Απόφαση 28.9.2006, υπόθεση Van Straaten C-150/05, www.curia.europa.eu

Απόφαση 18.7.2007, υπόθεση Kretzinger C-288/05, www.curia.europa.eu

Απόφαση 18.7.2007, υπόθεση Kraaijenbrink C-367/05, www.curia.europa.eu

Απόφαση 11.12.2008, υπόθεση Bourqain C-297/07, www.curia.europa.eu

Απόφαση 22.12.2008, υπόθεση Turansky C-491/07, www.curia.europa.eu

.