loader image

Περιεχόμενα

Εισαγωγή………………………………………………………..………………………3

 Α) Η ιστορική εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης……………………………..4

 Β) Η ποινική αρμοδιότητα στην Ε.Ε. (lato sensu) πριν τη συνθήκη του Άμστερνταμ……………………………….………………………………………5

1) Γενεσιουργός αιτία της ανάγκης ύπαρξης κοινοτικών ποινικών κανόνων……………………………………………………………………………………5

2) Οι «οδοί» για την εύρεση αποτελεσματικής λύσης στο ζήτημα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης………………………6

2α) Η εξομοίωση……………………………………………………………………..……6

2β) Η συνεργασία……………………………………………………………………………….8

2γ) Η εναρμόνιση………………………………………………………………………….8

 Γ) Η ποινική αρμοδιότητα στην Ε.Ε. (lato sensu) μετά τη συνθήκη του Άμστερνταμ………………………………………………………………………10

1) Corpus Juris, Πράσινη Βίβλος, Πρόταση για Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου…………………………………………………..11

2) Οι νομικές βάσεις στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η κοινοτική ποινική δικαιοδοσία……………………………………………………………………13

i) Άρθρο 10 ΣυνθΕΚ…………………………………………………………………….13

ii) Άρθρα 94 και 95 ΣυνθΕΚ…………………………………………………………….14

iii) Άρθρο 308 ΣυνθΕΚ………………………………………………………………….15

iv) Άρθρο 280 ΣυνθΕΚ………………………………………………………………….16

3) Το ζήτημα του «δημοκρατικού ελλείμματος» της Κοινότητας……………….19

4) Οι απορρέουσες από τα εθνικά Συντάγματα αντιρρήσεις……………………21

5) Το ποινικό δίκαιο στο χώρο του τρίτου πυλώνα………………………………22

Δ) Οι εξελίξεις με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ………………………….25  

1) Υπόθεση Pupino……………………………………………………………………..26

i) Η κριτική της ελληνικής θεωρίας…………………………………………………..28

2) Υπόθεση C- 176/2003…………………………………………………………..……29

i) Η κριτική της ελληνικής θεωρίας…………………………………………………..30

3) Υπόθεση  C-440/2005………………………………………………………………..31

i) Συμπεράσματα της ελληνικής θεωρίας με βάση την απόφαση στην Υπόθεση C-440/05………………………………………………………………………32

4) Η υπόθεση C-301/06……………………………………………………………..….33

Ε) Το ενωσιακό ποινικό δίκαιο μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας………………………………………………………………………………34

   Εισαγωγή 

    Η εξουσία θέσπισης ποινικών κανόνων και επιβολής ποινικών κυρώσεων γίνονταν μέχρι πρότινος αποδεκτό ότι συνιστά αποκλειστικό προνόμιο των εθνικών έννομων τάξεων. Επιπλέον υποστηρίζονταν ότι το ποινικό δίκαιο, στο σύνολό του, αποτελεί έκφραση της εθνικής κυριαρχίας και εκδήλωση του κρατικού μονοπωλίου εξουσίας. Εξαιτίας αυτής της θεώρησης, το ποινικό δίκαιο χαρακτηρίζονταν ως δίκαιο δημόσιο, που αντλεί, δηλαδή, τη νομιμοποιητική του εξουσία από το κράτος. Ωστόσο, η δημιουργία υπερεθνικών μορφωμάτων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συμμετοχή κυρίαρχων κρατών-μελών, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, και η, απαραίτητη για την επιβίωση των μορφωμάτων αυτών, παραχώρηση εξουσιών εκ μέρους των κρατών-μελών είχε σαν αποτέλεσμα την αμφισβήτηση του κρατικού αυτού μονοπωλίου. 

    Παρά τις ανωτέρω εξελίξεις, η δυνατότητα πρόβλεψης ποινικών διατάξεων και της εφαρμογής τους, παραμένει ακόμα και σήμερα αναμφισβήτητη έκφανση της εθνικής κυριαρχίας, με την κατάσταση να διαφοροποιείται σχετικά με τη διεκδίκηση ανάλογης εξουσίας από τα όργανα των υπερεθνικών σχηματισμών, ειδικότερα αυτά της Ε.Ε., σε τομείς δράσεις που εκδηλώνεται η αρμοδιότητά τους. Ενόψει των νέων δεδομένων το κρατικό μονοπώλιο στην ποινική καταστολή φαίνεται να υφίσταται τα πρώτα του ρήγματα. Έτσι, εκτός από τα εθνικά ποινικά δίκαια κάνει πια την εμφάνισή του και το κοινοτικό ποινικό δίκαιο, που σαν όρος δεν ταυτίζεται με το ευρωπαϊκό ποινικό δίκαιο, διότι ο τελευταίος είναι ευρύτερος, καθώς περιλαμβάνει ακόμα τις δραστηριότητες του Συμβουλίου της Ευρώπης και του κεκτημένου του Σένγκεν, που εντάχθηκε στις ιδρυτικές συνθήκες της Ε.Ε..

    Σκοπός της εργασίας αυτής είναι η παρουσίαση της πορείας και των προσπαθειών προς τη δημιουργία ενός κοινοτικού ποινικού δικαίου, των ζητημάτων που προκύπτουν από την αναγνώριση ποινικών εξουσιών σε ενωσιακά όργανα καθώς και το ισχύον καθεστώς ιδίως μετά από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας ή αλλιώς Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης. 

    Α) Η ιστορική εξέλιξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

    Η οικονομική ενοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που πραγματοποιείται με την συγκρότηση των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) το 1951, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ) το 1957, αποτελεί τον προάγγελο της δημιουργίας ενός ενιαίου ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Παρά το ότι τα πρώτα βήματα για την οικονομική ενοποίηση πραγματοποιούνται τόσο νωρίς, το επιχείρημα της πολιτικής ενοποίησης λαμβάνει σάρκα και οστά μόλις το 1992, με την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ και τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εν ευρεία εννοία (lato sensu). Έτσι το μόρφωμα της Ε.Ε., μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ, αποτελείται από τις τρεις αυτοτελείς Κοινότητες (ΕΚΑΧ, ΕΚΑΕ, Ευρωπαϊκή Κοινότητα) και από την Ευρωπαϊκή Ένωση εν στενή εννοία (stricto sensu), οι αρμοδιότητες της οποίας προβλέπονται σε ιδιαίτερη ιδρυτική Συνθήκη (Συνθήκη Ε.Ε.). Με βάση αυτή τη διάρθρωση και σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία των πυλώνων η Ε.Ε. εν ευρεία εννοία αναλύεται στον πρώτο πυλώνα που περιλαμβάνει τη διαχείριση της οικονομίας, δηλαδή το αντικείμενο των τριών Κοινοτήτων (κοινοτικό δίκαιο), στο δεύτερο που έχει σαν αντικείμενο την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας και τον τρίτο που περιλαμβάνει τους τομείς της δικαιοσύνης και της εξωτερικής ασφάλειας. Οι δύο τελευταίοι πυλώνες συνιστούν το ενωτικό δίκαιο και αποτελούν την Ευρωπαϊκή Ένωση εν στενή εννοία. 

    Οι εξελίξεις στην Ε.Ε. συνεχίζονται, καθώς σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την υπογραφή της συνθήκης του Μάαστριχτ ακολουθεί η υπογραφή της συνθήκης του Άμστερνταμ το 1997. Με τη συνθήκη του Άμστερνταμ αφαιρούνται οι τομείς δράσεις του ασύλου, των θεωρήσεων, της μετανάστευσης, της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων που υπάγονται στον τρίτο πυλώνα και εντάσσονται στο ρυθμιστικό πλαίσιο του πρώτου, έτσι το αντικείμενο του τρίτου πυλώνα περιορίζεται στους τομείς της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις. Επιπλέον, με τη συνθήκη του Άμστερνταμ προβλέπεται, στο άρθρο 29 ΣυνθΕΕ,  ως στόχος της Ένωσης η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός του οποίου θα εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των πολιτών. Τη συνθήκη του Άμστερνταμ ακολουθεί η υπογραφή της συνθήκης της Νίκαιας το 2001, η οποία δεν επιφέρει καμία ουσιώδη αλλαγή στην κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των πυλώνων.

  Η διάκριση των πεδίων δραστηριοποίησης της Ε.Ε. δεν είναι σχηματική. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές στην οργάνωση και λειτουργία του κοινοτικού και του ενωτικού συστήματος. Έτσι το πρώτο «προσβλέπει σε ομοσπονδιακές δομές, επιτελώντας μια ενοποιητική λειτουργία στο πλαίσιο της αυτόνομης κοινοτικής έννομης τάξης, ενώ το δεύτερο παραμένει προσκολλημένο στο πλαίσιο μιας βελτιωμένης διακυβερνητικής συνεργασίας και δεν φτάνει μέχρι του σημείου δημιουργίας μιας ενωτικής έννομης τάξη». Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι στα πλαίσια του πρώτου πυλώνα οι αποφάσεις λαμβάνονται εφόσον επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, σε αντίθεση με τον τρίτο που είναι απαραίτητη η συνδρομή ομοφωνίας των κρατών-μελών για τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης.

    Β) Η ποινική αρμοδιότητα στην Ε.Ε. (lato sensu) πριν τη συνθήκη του Άμστερνταμ

    1) Γενεσιουργός αιτία της ανάγκης ύπαρξης κοινοτικών ποινικών κανόνων

    Η δημιουργία του υπερεθνικού νομικού μορφώματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την πρόβλεψη συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων και τομέων δράσης, έχει σαν αποτέλεσμα τη σύσταση μιας «ιδιαίτερης-αυτόνομης έννομης τάξης» που προκύπτει από τον περιορισμό των «κυριαρχικών δικαιωμάτων» των κρατών-μελών. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εξυπηρέτηση των σκοπών της έννομης αυτής τάξης είναι η εύρεση των αναγκαίων οικονομικών μέσων και η συνακόλουθη προστασία τους. Έτσι, αφετηρία της ανάγκης για τη θέσπιση κοινοτικών ποινικών διατάξεων αποτελεί η δημιουργία «υπερεθνικών, ευρωπαϊκών-κοινοτικών έννομων αγαθών» που συνίστανται, γενικά, στα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ειδικότερα, ξεχωριστή σημασία αποδίδεται από μέρους των Κοινοτήτων στην αποτροπή της εγκληματικότητας που προσβάλλει τον κοινοτικό προϋπολογισμό λόγω της κρισιμότητάς του σχετικά με την επιτέλεση των λειτουργιών τους. Επομένως, η ανάδειξη νέων υπερεθνικών έννομων αγαθών σε συνδυασμό με τη, σε μεγάλο βαθμό, αδυναμία των εθνικών έννομων τάξεων να τα προστατεύσουν, λόγω της ύπαρξης νομικού κενού στο εσωτερικό τους, καθώς είναι αδύνατη η υπαγωγή τους στο «πεδίο εφαρμογής κάποιου ποινικού κανόνα», καθιστούν απαραίτητη τη λήψη μέτρων εκ μέρους της Κοινότητας.

    Εξαιτίας της έλλειψης ρητών διατάξεων στις ιδρυτικές συνθήκες πουθα εξουσιοδοτούσαν τα κοινοτικά όργανα να υιοθετήσουν ποινικές διατάξεις, για την προστασία των ανωτέρω έννομων αγαθών καταβάλλονται από πολύ νωρίς προσπάθειες, ώστε να παρακαμφθούν τα όποια κωλύματα και να εξασφαλισθεί η  διαφύλαξή τους. Ήδη από το 1962 αναλαμβάνεται η πρωτοβουλία της σύστασης ομάδας εργασίας με σκοπό την εύρεση τρόπων εναρμόνισης των εθνικών ποινικών δικαίων με το κοινοτικό για την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος της Κοινότητας. Οι εργασίες της ομάδας καταλήγουν στη σύνταξη σχεδίου σύμβασης για την έρευνα και τη δίωξη εγκλημάτων κατά της Κοινότητας, το οποίο, όμως, δεν υιοθετείται μετά από τις έντονες αντιδράσεις της γαλλικής αντιπροσωπείας. Εν συνεχεία, το 1972 συστήνεται μια νέα ομάδα εργασίας, η οποία υποβάλλει το 1976 ένα σχέδιο συνθήκης «για την τροποποίηση των Ιδρυτικών Συνθηκών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προκειμένου να εγκριθεί κοινή ρύθμιση για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων καθώς και για την ποινική δίωξη των παραβάσεων των εν λόγω Συνθηκών». Ωστόσο, η τύχη του συγκεκριμένου σχεδίου δε διαφέρει από αυτή του προηγούμενου, καθώς απουσιάζει η πολιτική βούληση εκ μέρους των κρατών-μελών.

    2) Οι «οδοί» για την εύρεση αποτελεσματικής λύσης στο ζήτημα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης

    Στο διάστημα που ακολουθεί οι προσπάθειες για την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα της προστασίας των ενωσιακών έννομων αγαθών εντείνονται. Έτσι υιοθετούνται τρεις τρόποι-«οδοί» για την επίλυσή του: η εξομοίωση, η συνεργασία και η εναρμόνιση.

    2α) Η εξομοίωση

    Η αρχή της εξομοίωσης καθιερώνεται με την, ιστορική πια, απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που έκρινε την υπόθεση του «γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού» (ΔΕΚ 21/9/1989, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, υπόθεση 68/88). Στη συγκεκριμένη υπόθεση η Ελλάδα καταδικάστηκε από το ΔΕΚ  διότι, παραβαίνοντας τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, παρέλειψε να εισπράξει και να αποδώσει τις οφειλόμενες αντισταθμιστικές εισφορές από την εισαγωγή καλαμποκιού από τη Γιουγκοσλαβία και την εν συνεχεία πώλησή του ως ελληνικού στο Βέλγιο, με αποτέλεσμα να επιτευχθεί με απάτη η μη συμπερίληψη ίδιων πόρων στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Στο συγκεκριμένο σημείο πρέπει να διευκρινισθεί ότι σε προϊόντα που προέρχονται εκτός Ευρωπαϊκής Κοινότητας και η τιμή τους είναι χαμηλότερη στην παγκόσμια αγορά από αυτή που ισχύει εντός της ενιαίας αγοράς, σε περίπτωση εισαγωγής και διάθεσης στην τελευταία, επιβάλλονται αντισταθμιστικές εισφορές στον εισαγωγέα. Με την απόφαση του το ΔΕΚ τόνισε ότι σε περίπτωση που η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει κυρώσεις σε περίπτωση παράβασής της ή παραπέμπει σε «εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις», επιβάλλεται από το άρθρο 5 της Συνθήκης (άρθρο 10 Συνθήκης ΕΚ, «καθήκον πίστης των κρατών-μελών») στα κράτη-μέλη να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Έτσι για τη επίτευξη του σκοπού αυτού τα κράτη-μέλη, έχοντας την ευχέρεια να επιλέξουν τις κυρώσεις, υποχρεούνται να επιβάλλουν «κυρώσεις υπό προϋποθέσεις, ουσιαστικές και διαδικαστικές, ανάλογες με τις ισχύουσες για τις παραβιάσεις του εθνικού δικαίου παρόμοιας φύσης και σημασίας και, εν πάση περιπτώσει, προσδίδουσες στην κύρωση αποτελεσματικό, ανάλογο και αποτρεπτικό χαρακτήρα». Τέλος, σημειώνεται η ανάγκη οι εθνικές αρχές να αντιμετωπίζουν τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου με επιμέλεια ανάλογη με αυτή που επιδεικνύουν για παραβάσεις εθνικών κανόνων. Εκδήλωση της αρχής της εξομοίωσης αποτελούν, επίσης, οι ποινικές διατάξεις που απαντώνται, σπάνια, στα πλαίσια του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, δηλαδή στις ιδρυτικές συνθήκες των ΕΚ. Συγκεκριμένα, γίνεται λόγος για το άρθρο 27 του Πρωτοκόλλου για τον Οργανισμό του ΔΕΚ, στο οποίο ορίζεται ότι κάθε παραβίαση του όρκου των μαρτύρων ή των πραγματογνωμόνων ενώπιον του, λογίζεται από τα κράτη-μέλη ως έγκλημα που τελείται ενώπιον εθνικού πολιτικού δικαστηρίου, με αποτέλεσμα οι δράστες των ανωτέρω αδικημάτων να διώκονται, μετά από καταγγελία του Δικαστηρίου, στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο. Ανάλογη είναι η περίπτωση του άρθρου 194 ΣυνθΕΚΑΕ, με βάση το οποίο η παραβίαση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου των κοινοτικών και εθνικών υπαλλήλων πρέπει να εξομοιώνεται με την προσβολή των διατάξεων των εθνικών έννομων τάξεων που προβλέπουν την προστασία του, ούτως ώστε ο δράστης του εγκλήματος να διώκεται βάσει των εθνικών διατάξεων. Έτσι, οι διατάξεις αυτές με την άμεση ισχύ (effet immediat) που διαθέτουν, διευρύνουν το αξιόποινο των άρθρων 224 επ. και 146 επ. ΠΚ. Η αρχή της εξομοίωσης ενσωματώνεται αργότερα στο άρθρο 209Α  εδάφιο 1 της ΣΕΚ, ωστόσο, δεν εφαρμόζεται καθώς τα περισσότερα κράτη δεν υιοθετούν ποινικούς κανόνες για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Έτσι, κρίνεται σκόπιμο να επιδιωχθεί η «προσέγγιση σε κοινοτικό επίπεδο των εθνικών πρακτικών» με την αποδοχή της συνεργασίας σε οριζόντιο επίπεδο.

    2β) Η συνεργασία

    Η συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών για την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας προβλέπεται στο άρθρο 209Α παρ. 2 (άρθρο 280 παρ. 3 συνθήκης του Άμστερνταμ). Αρχικά, παρουσιάζεται να διαθέτει αρκετά πλεονεκτήματα, καθώς θεωρείται ότι συμβάλλει αποτελεσματικά στην καταπολέμηση της διασυνοριακής απάτης και του οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος. Παρόλαυτά, γρήγορα διαπιστώνεται ότι τα συμβατικά κείμενα που υπογράφονται μεταξύ των κρατών-μελών, όπως η «Σύμβαση σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», που υπογράφεται το 1995 (γνωστή και ως σύμβαση PIF), με στόχο την προώθηση της μεταξύ τους συνεργασίας για τη βελτίωση της προστασίας των κοινοτικών έννομων αγαθών, δεν τίθενται σε ισχύ. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι τα ανωτέρω κείμενα στην πλειοψηφία τους προωθούνται με νομικά μέσα του τρίτου πυλώνα, κατά κύριο λόγο συμβάσεις, με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η κύρωσή τους από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη για να τεθούν σε ισχύ. Ένα ακόμα πρόσθετο μειονέκτημα στην περίπτωση των συμβάσεων είναι η δυνατότητα που διαθέτουν τα κράτη-μέλη να διατυπώνουν επιφυλάξεις σχετικά με ορισμένες προβλέψεις τους, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την ομοιόμορφη εφαρμογή τους. Επιπροσθέτως εμπόδιο για την ευδοκίμηση αυτής της «οδού» για τη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων αποτελεί η πολυπλοκότητα της διαδικασίας που προκύπτει από τη συνεργασία, εξαιτίας τόσο της περιπλοκότητας των συμβατικών κειμένων όσο και της θεμελίωσής τους. Τέλος, σημαντικά προβλήματα ανακύπτουν στη συνεργασία μεταξύ των κρατών-μελών εξαιτίας των διαφορών που σημειώνονται στα εθνικά ποινικά δίκαια σχετικά με τον ίδιο τον ορισμό του αδικήματος της απάτης, τις αρχές που διέπουν την ενοχή και την επιμέτρηση της ποινής ή ακόμα και λόγω της παροχής δυνατότητας πολλαπλών προσφυγών κατά της αίτησης δικαστικής συνδρομής, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται τόσο η διαδικασία, που να καθίσταται αδύνατη η συνδρομή. 

    2γ) Η εναρμόνιση

    Η εναρμόνιση επιδιώχθηκε μέσω των συστάσεων με σκοπό την ελάττωση των διαφορών μεταξύ των εθνικών έννομων τάξεων, χωρίς ωστόσο να φτάσει μέχρι την επιβολή όμοιων κανόνων. Από τη στιγμή, όμως, που δεν τέθηκαν σε ισχύ οι συμβάσεις που αναφέρθηκαν ανωτέρω είναι αδύνατη η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των συγκεκριμένων συστάσεων. Έτσι, η εναρμόνιση με την οποία επιδιώχθηκε η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος και η εξάλειψη των ανισοτήτων που συνεπαγόταν, για τους «οικονομικούς φορείς», οι διαφορές στην καταστολή σε κάθε έννομη τάξη, δεν είχε την προσδοκώμενη επιρροή. 

    Όπως γίνεται αντιληπτό, «η μεν εξομοίωση δεν μπορούσε να εγγυηθεί ούτε την αποτελεσματικότητα, ούτε την δικαιοσύνη που θα προϋπέθετε μια ποινική καταστολή ίση για όλους τους oικoνoμικoύς φορείς, η δε συνεργασία, ενώ σκοπό είχε την αύξηση της αποτελεσματικότητας, αύξανε αναπόφευκτα το πολύπλοκο της διαδικασίας. Το ίδιο και η εναρμόνιση, η οποία ενώ έπρεπε να συμβάλλει στην ενδυνάμωση της δικαιοσύνης και της αποτελεσματικότητας, συνέβαλλε με τη σειρά της στην συνθετότητα του συνόλου».

    Είναι ακόμα φανερό ότι όλες οι προσπάθειες που καταβάλλονται το διάστημα μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, για τη λήψη μέτρων που συμβάλλουν στη διαφύλαξη των κοινοτικών έννομων αγαθών, κατατάσσονται, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, στον τρίτο πυλώνα που χαρακτηρίζεται από τη διακυβερνητική συνεργασία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η «Σύμβαση σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» που υπογράφεται στις 26/7/1995 (γνωστή κι ως σύμβαση PIF) και των σχετικών με αυτή τριών Πρωτοκόλλων, η «Σύμβαση περί της καταπολεμήσεως της δωροδοκίας στην οποία ενέχονται υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που υπογράφεται στις 26/5/1997, η «Σύμβαση για την απλουστευμένη διαδικασία έκδοσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που υπογράφεται στις 10/3/1995 και η «Σύμβαση για την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που υπογράφεται στις 27/9/1996. Εξαίρεση σε αυτή την προσπάθεια συνιστούν οι οδηγίες για το ξέπλυμα και το insider trading. Οι συγκεκριμένες οδηγίες, προκειμένου να επιφέρουν τα αποτελέσματά τους, δεν αναφέρονται σε τυχόν υποχρέωση των κρατών-μελών να λάβουν μέτρα ποινικού χαρακτήρα, καθώς οι Κοινότητες δε διαθέτουν ποινική δικαιοδοσία. Εντούτοις, στην αιτιολογική τους έκθεση είναι εμφανής η ακριβώς αντίθετη επιδίωξη, γι’ αυτό η κριτική που διατυπώνεται είναι έντονη. Το συμπέρασμα, λοιπόν, στο οποίο οδηγεί η μέχρι τώρα ανάλυση, είναι η έλλειψη από μέρους των Κοινοτήτων της αρμοδιότητας να θεσπίζουν ποινικούς κανόνες για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων τους και η διατήρηση του κρατικού μονοπωλίου σχετικά με την παραγωγή ποινικού δικαίου. Ως μοναδικό μέσο άμεσης προστασίας των κοινοτικών έννομων αγαθών παρουσιάζεται η εισαγωγή από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κυρώσεων «μη ποινικού χαρακτήρα» και η εφαρμογή τους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η συνηθέστερη μορφή των κυρώσεων αυτών είναι τα πρόστιμα, των οποίων η νομική φύση ερίζεται, καθώς υποστηρίζεται, από τη μη κρατούσα πάντως άποψη, ότι αποτελούν γνήσιες ποινικές κυρώσεις.

     Το γεγονός, βέβαια, ότι οι Κοινότητες δε διαθέτουν ποινική δικαιοδοσία δε σημαίνει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν ασκεί επιρροή στο εθνικό ποινικό. Γίνεται, μάλιστα, αποδεκτό ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορεί να έχει είτε «αρνητικό αποτέλεσμα» ή «αρνητική- περιοριστική επίπτωση», είτε «θετικό αποτέλεσμα» ή «θετική- δημιουργική επίπτωση». Έτσι, αντίστοιχα, σε περίπτωση που εθνικός ποινικός κανόνας έρχεται σε σύγκρουση με το κοινοτικό δίκαιο είναι ανίσχυρος, λόγω της υπεροχής του τελευταίου έναντι των εθνικών δικαιικών κανόνων, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην «απεγκληματοποίηση» ποινικά κολάσιμων, μέχρι τότε, συμπεριφορών. Αντίθετα, η υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις επιταγές του κοινοτικού δικαίου είναι δυνατό να επιφέρει «εγκληματοποίηση» συμπεριφορών, δηλαδή πρόβλεψη νέων αδικημάτων ή νέων ποινών.    

    Γ) Η ποινική αρμοδιότητα στην Ε.Ε. (lato sensu) μετά τη συνθήκη του Άμστερνταμ

    Σε αντίθεση με το προηγούμενο διάστημα που αποκλείεται η ποινική δικαιοδοσία των Κοινοτήτων, οι αλλαγές που επέρχονται με την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, ουσιαστικότερη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία λήψης αποφάσεων με αποτέλεσμα την ενίσχυση του δημοκρατικού χαρακτήρα των διαδικασιών, οι ρυθμίσεις των άρθρων 29 και επόμενα ΣυνθΕΕ που «προβλέπουν τη δημιουργία ενός νομικού χώρου» μέσα στον οποίο επιδιώκεται η καταπολέμηση του εγκλήματος που σχετίζεται ιδίως με την τρομοκρατία, την εμπορία ανθρώπων, το παράνομο εμπόριο ναρκωτικών και όπλων, τη δωροδοκία, την απάτη και των εγκλημάτων σε βάρος παιδιών, επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της δυνατότητας επιβολής ποινικών κυρώσεων εκ μέρους των Κοινοτήτων.  Οι επιλογές που παρέχονται σχετικά με τον τρόπο της θέσης ποινικού δικαίου από τις Κοινότητες είναι είτε η θέσπιση άμεσα εφαρμοστέων ποινικών διατάξεων που δεσμεύουν τα κράτη-μέλη, είτε η δέσμευση των κρατών έναντι των Κοινοτήτων για την πρόβλεψη ανάλογων διατάξεων. Οι παραπάνω δυνατότητες συνιστούν την κοινοτική και τη μικτή μέθοδο αντίστοιχα, προβλέπεται, βέβαια, και η εθνική μέθοδος με βάση την οποία αρμόδιο για την επιβολή ποινικών κυρώσεων είναι μόνο το εθνικό δίκαιο, αλλά είναι προφανές ότι δε συμβαδίζει με τις επιδιώξεις των Κοινοτήτων. Ωστόσο, ανεξάρτητα από τη μέθοδο που θα υιοθετηθεί, είναι απαραίτητο πρώτα να διακριβωθεί κατά πόσον οι Κοινότητες διαθέτουν ποινική δικαιοδοσία. Όμως, πριν την εξέταση του θεμελιώδους αυτού ζητήματος θα γίνει μια σύντομη παρουσίαση των τελευταίων χρονικά προσπαθειών για την κατοχύρωση των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων.

    1) Corpus Juris, Πράσινη Βίβλος, Πρόταση για Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 

     Η αποτυχία των «οδών» που προαναφέρθηκαν, δηλαδή της εξομοίωσης, της συνεργασίας και της εναρμόνισης, να συμβάλλουν αποτελεσματικά στη διαφύλαξη των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων οδηγεί στην υιοθέτηση μιας νέας λύσης, της ενοποίησης. Έτσι, το 1996 συντάσσεται ένα σχέδιο ποινικών (ουσιαστικών και δικονομικών) διατάξεων, άμεσα εφαρμοστέων στις εθνικές έννομες τάξεις, το λεγόμενο «Corpus Juris ποινικών διατάξεων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» με αποκλειστικό προορισμό την προστασία αυτών των συμφερόντων. Στο Corpus Juris κατοχυρώνονται όσον αφορά το ουσιαστικό ποινικό δίκαιο τρεις βασικές αρχές η αρχή της νομιμότητας, της προσωπικής ενοχής και της αναλογικότητας. Η αρχή της νομιμότητας εκδηλώνεται με τη διατύπωση των ορισμών των ειδικών υποστάσεων των εγκλημάτων της απάτης σε βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού, της απάτης σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων, της διαφθοράς, της δωροδοκίας, της απιστίας σχετικά με την υπηρεσία, της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου, της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, της σύστασης και τιμωρίας για την τέλεση των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων. Σκοπός του Corpus Juris δεν είναι η εξαντλητική ρύθμιση των ρυθμιζόμενων ζητημάτων αλλά η θέση «κατευθυντήριων γραμμών», με την επιδίωξη οι λεπτομέρειες να καθοριστούν με «μελλοντικές κανονιστικές πράξεις» ή με βάση μέσα που διαθέτουν τα εθνικά δίκαια. Το πρώτο αυτό σχέδιο ακολουθεί δεύτερο βελτιωμένο το 1999 (γνωστό και ως σχέδιο της Φλωρεντίας). Ωστόσο, έντονη είναι η κριτική που ασκείται στο σχέδιο ακόμα και μετά την τροποποίησή του, καθώς υποστηρίζεται ότι θίγεται η αρχή της νομιμότητας, που προβλέπεται σε αυτό, από τη στιγμή που δεν είναι προσδιορισμένη η ιδιότητα του κειμένου, που θεμελιώνει το αξιόποινο, ως νόμου και η σύνδεσή του ως «κοινοτικής προέλευσης σώμα διατάξεων» με τη δημοκρατική αρχή. Επιπλέον, η αρχή της προσωπικής ενοχής δε συμβαδίζει με την προβλεπόμενη ποινική ευθύνη των νομικών προσώπων και τέλος η αρχή της αναλογικότητας προσβάλλεται από τα προβλεπόμενα στις διατάξεις για την επιμέτρηση και τη συρροή. 

    Εν συνεχεία, υποβάλλεται από την Επιτροπή, στη Διακυβερνητική Διάσκεψη της Νίκαιας, εισήγηση με θέμα την «ποινική προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων». Με την εισήγηση αυτή προτείνεται η πρόβλεψη στη Συνθήκη μιας νομικής βάσης με την οποία θα γίνεται δυνατή η «θέσπιση ενός συστήματος κανόνων σχετικά με τις παραβάσεις και τις επιβαλλόμενες ποινές, τις αναγκαίες δικονομικές διατάξεις για τη δίωξη των παραβάσεων αυτών και τις διατάξεις σχετικά με τις αρμοδιότητες και την αποστολή μιας ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής, στην οποία θα ανατεθεί να πραγματοποιεί, σε όλο το έδαφος της Κοινότητας, έρευνες για τις πράξεις απάτης και να ασκεί διώξεις ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων». Η παραπάνω διεργασίες οδηγούν στη σύνταξη της «Πράσινης Βίβλου σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και τη δημιουργία της ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής» που υποβάλλεται από την Επιτροπή στις 11/12/2001 και προβλέπει τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εισαγγελικής Αρχής που θα διαθέτει την αρμοδιότητα της δίωξης εγκλημάτων, τα οποία στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης με βάση ενιαίους κανόνες τυποποίησης τους και  άλλες απαραίτητες διατάξεις του γενικού μέρους, όπως επίσης με νομική βάση ένα νέο άρθρο 280Α που θα ενσωματώνονταν στη ΣυνθΕΚ.   

    Τελευταία κοινοτική πρωτοβουλία που αναλαμβάνεται από την Επιτροπή αποτελεί η «Πρόταση για Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας», η οποία έχει νομική βάση το άρθρο 280 ΣυνθΕΚ και υποβάλλεται στις 23/5/2001. Με την πρόταση αυτή, με την οποία φαίνεται να αμφισβητείται η θέση που υποστηρίζει ότι οι Κοινότητες δε διαθέτουν ποινική δικαιοδοσία, τονίζεται η αρμοδιότητα των Κοινοτήτων να μεριμνούν για την αποτελεσματική και ισοδύναμη προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων, όπως επίσης η καθυστέρηση των κρατών να προβούν στην επικύρωση της σύμβασης και των πρωτοκόλλων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των ΕΚ. Γι’ αυτό το λόγο, συνιστάται η επανάληψη του περιεχομένου των ανωτέρω νομικών κειμένων στην Οδηγία, ώστε η προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων να αποτελέσει αντικείμενο ρύθμισης των νομικών μέσων του πρώτου πυλώνα.

    2) Οι νομικές βάσεις στις οποίες επιχειρείται να θεμελιωθεί η κοινοτική ποινική δικαιοδοσία

    Παρά το ότι οι ανωτέρω κοινοτικές πρωτοβουλίες που εκδηλώθηκαν δεν τελεσφόρησαν, έδωσαν το έναυσμα για ένα νέο κύκλο συζητήσεων σχετικά με την αρμοδιότητα των Κοινοτήτων να θεσπίζουν ποινικές διατάξεις για την προστασία των κοινοτικών έννομων αγαθών με τα νομικά εργαλεία του πρώτου πυλώνα, τους Κανονισμούς και τις Οδηγίες. Στον επιστημονικό διάλογο που ξεκινά, προβάλλονται τα άρθρα 10, 94, 95, 308 και 280 ΣυνθΕΚ, ως νομικές βάσεις, για τη θεμελίωση της ποινικής αρμοδιότητας των Κοινοτήτων, των οποίων η παρουσίαση ακολουθεί.

    i) Άρθρο 10 ΣυνθΕΚ

    Το άρθρο 10 ΣυνθΕΚ (πρώην άρθρο 5 ΣυνθΕΚ), όπως αναγνωρίστηκε και από το ΔΕΚ στην υπόθεση του γιουγκοσλαβικού καλαμποκιού, καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών-μελών, στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που αναλαμβάνουν απέναντι στην Κοινότητα, να θέσουν στην υπηρεσία της την «εθνική κυρωτική τους αρμοδιότητα». Έτσι, με βάση το 10 ΣυνθΕΚ, που συνιστά ρήτρα της κοινοτικής νομοθεσίας, τα κράτη οφείλουν να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές, προκειμένου να διαφυλαχθεί η εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Κατά ένα ιδεατό τρόπο σκέψης, τα κράτη μέλη καθίστανται παράγοντες εφαρμογής του κυρωτικού πεδίου του κοινοτικού δικαίου…Δεν θα ήταν υπερβολική, επομένως, η διαπίστωση ότι η κοινοτική αρμοδιότητα ασκείται έμμεσα, διαμέσου μεσολαβητή». Στο σημείο αυτό διατυπώνεται αντίλογος, καθώς υποστηρίζεται ότι πράγματι η Κοινότητα έχει την αρμοδιότητα, με βάση το 10 ΣυνθΕΚ, να επιβάλλει στα κράτη-μέλη την υποχρέωση να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας, ωστόσο, η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να ασκηθεί, αυστηρά, μέσα στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που έχει παραχωρηθεί ήδη στην Κοινότητα. Σε αντίθετη περίπτωση, σημειώνεται, θα αναγνωρίζονταν στην Κοινότητα αρμοδιότητες, που δεν της παραχωρήθηκαν από τις εθνικές έννομες τάξεις, θα της απονέμονταν, δηλαδή, με βάση το 10 ΣυνθΕΚ, η «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας», γεγονός που δε γίνεται δεκτό από κανένα θεωρητικό. Έτσι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, η εξουσία θέσπισης ποινικών διατάξεων στις επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις ανήκει αποκλειστικά στα εθνικά κοινοβούλια και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημοκρατική αρχή, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η αναγνώριση ανάλογης εξουσίας στην Κοινότητα, με τη διασταλτική ερμηνεία των Συνθηκών. Μια ερμηνεία που, όπως υποστηρίζεται, δεν είναι «πειστική τόσο ενόψει του γράμματος όσο και ενόψει του πνεύματος αυτών».  

    ii) Άρθρα 94 και 95 ΣυνθΕΚ 

    Το άρθρο 94 ΣυνθΕΚ (πρώην άρθρο 100) ορίζει τα εξής: «Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδει οδηγίες για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της κοινής αγοράς». Το άρθρο αυτό, παρά το ότι «έχει ευρύτατο πεδίο εφαρμογής», είναι απαραίτητο να συνδεθεί άμεσα με την κοινή αγορά προκειμένου να εφαρμοστεί.

    Το ίδιο ισχύει, όσον αφορά τη σύνδεση με την ενιαία εσωτερική αγορά, και για το άρθρο 95 (πρώην άρθρο 100Α) που αναφέρει ότι: «Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 94 και εκτός αν ορίζει άλλως η παρούσα συνθήκη, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 14. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εκδίδει τα μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Εν προκειμένω δεν τίθεται κανένας περιορισμός όσον αφορά τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών-μελών που χρειάζεται να εναρμονιστούν, ώστε να επιτευχθεί η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Επομένως, δεν αποκλείεται, εν πρώτοις, να εμπίπτουν σε αυτή τη ρύθμιση και κανόνες ποινικού δικαίου. Το ζήτημα που τίθεται με τη συγκεκριμένη διάταξη είναι, λόγω της ασάφειας της σχετικά με την έκταση της επιχειρούμενης εναρμόνισης, κατά πόσο χρήζουν εναρμόνισης οι κανόνες του εθνικού ποινικού δικαίου προκειμένου να θεμελιωθεί η κοινή αγορά. Οι απόψεις που εκφράζονται επί του θέματος είναι αντικρουόμενες, καθώς από τη μια υποστηρίζεται ότι ο κοινοτικός προϋπολογισμός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη συντήρηση και τη χρηματοδότηση της ενιαίας αγοράς, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η υπαγωγή και των εθνικών ποινικών διατάξεων στη συγκεκριμένη διάταξη, ενώ από την άλλη επισημαίνεται ο επικουρικός ρόλος που επιτελεί το ποινικό δίκαιο στην εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της αγοράς, γεγονός που δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου όσον αφορά τις εθνικές ποινικές διατάξεις. Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η συγκεκριμένη διάταξη μπορεί να τύχει εφαρμογής για την εναρμόνιση των εθνικών ποινικών διατάξεων, σύμφωνα με τους υπέρμαχους της άποψης, είναι η αυξημένη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη διαδικασία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 251 ΣυνθΕΚ (διαδικασία συναπόφασης), γεγονός που καλύπτει το πρόβλημα της δημοκρατικής νομιμοποίησης με το οποίο βαρύνονται οι συγκεκριμένες διαδικασίες. Στον αντίποδα, τονίζεται από την κρατούσα άποψη ότι η διαδικασία της συναπόφασης δεν αρκεί για να υιοθετηθεί η ανωτέρω ερμηνεία της διάταξης. 

    iii) Άρθρο 308 ΣυνθΕΚ

    Με τη συγκεκριμένη διάταξη (πρώην άρθρο 235), η οποία προβλέπει ότι: «Αν ενέργεια της Κοινότητας θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της στο πλαίσιο της λειτουργίας της κοινής αγοράς και δεν προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη οι προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενες εξουσίες, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως τις κατάλληλες διατάξεις», φαίνεται να παραμερίζεται η βασική αρχή του κοινοτικού δικαίου, με βάση την οποία οι Κοινότητες διαθέτουν τις αρμοδιότητες που ρητά τους απονέμονται από τα κράτη-μέλη μέσω των Συνθηκών, καθώς θεσπίζει τη δυνατότητα παροχής υπέρ τους αρμοδιοτήτων με επικουρικό χαρακτήρα, για τη ρύθμιση τομέων που εντάσσονται στο ενοποιητικό πεδίο των Συνθηκών, για τους οποίους είτε δεν παρέχεται, είτε παρέχεται ανεπαρκής εξουσιοδότηση από άλλες διατάξεις τους («αποθεματική κοινοτική αρμοδιότητα»). Έτσι, με βάση τη διάταξη αυτή αναγνωρίζεται η δυνατότητα στο Συμβούλιο να θεσπίζει μέτρα για την επίτευξη των στόχων της Κοινότητας που σχετίζονται με τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς, οι οποίοι προβλέπονται στις Συνθήκες, χωρίς, όμως, να απονέμεται η αρμοδιότητα, με βάση την οποία θα επιδιωχθεί η πραγμάτωσή τους. Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι η ομόφωνη λήψη της απόφασης από το Συμβούλιο, που συντίθεται από εκπροσώπους των κρατών-μελών, φαίνεται να καλύπτει το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης, το οποίο αποδίδεται, κατά την κρατούσα άποψη, στη διαδικασία της συναπόφασης. Ακόμα, υποστηρίζεται ότι προς αυτή την κατεύθυνση συμβάλλει ο διακυβερνητικός χαρακτήρας του Συμβουλίου, υπό την έννοια ότι έχει «τη νομιμοποίηση της εκπροσώπησης των κρατών-μελών». Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι η διάταξη μπορεί να τύχει εφαρμογής μόνο σε περίπτωση που δεν προβλέπεται από καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης η αρμοδιότητα για την έκδοση της επιδιωκόμενης πράξης, δεν μπορεί να λειτουργήσει, δηλαδή, παρά μόνο ως ultimum refugium. Επιπροσθέτως, τονίζεται ότι με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ είναι αδύνατη η χρησιμοποίηση του άρθρου κατά τρόπο τέτοιο που να διευρύνεται η αρμοδιότητα των Κοινοτήτων πέρα από τα προβλεπόμενα όρια των Συνθηκών ή να επέρχεται τροποποίησή τους. Ακόμα, σύμφωνα πάντα με το ΔΕΚ, δεν είναι δυνατό το άρθρο να ερμηνεύεται έτσι, ώστε να αποτελεί νομική βάση για την εναρμόνιση των εθνικών έννομων τάξεων σε τομείς που δεν παρέχεται ανάλογη αρμοδιότητα από τη Συνθήκη. Επομένως, το 308 ΣυνθΕΚ δεν παρέχει στα κοινοτικά όργανα την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας», δηλαδή, την αρμοδιότητα να θεμελιώνουν νέα αρμοδιότητα, καθώς για τις εξουσίες των Κοινοτήτων ισχύει η αρχή της «περιορισμένης εξουσιοδότησης», με βάση την οποία δεν υπάγονται στην αρμοδιότητά τους τομείς που δεν προβλέπονται ρητά από τη Συνθήκη. Στην περίπτωση αυτή, καθιερώνεται τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ των κρατών-μελών. Το εύρος, μάλιστα, της διατύπωσης τόσο του άρθρου 308 όσο και των 94, 95 ΣυνθΕΚ, αποτελούν αντικείμενο οξείας κριτικής διότι παρέχεται μέσω αυτών η δυνατότητα στις Κοινότητες υπερβαίνοντας τις αρμοδιότητες που τους παρέχονται από τις Συνθήκες να ασκούν αρμοδιότητες των κρατών-μελών. Τέλος, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, παρέχεται, με την πρόβλεψη του άρθρου 42 ΣυνθΕΕ, στο Συμβούλιο η δυνατότητα, εφόσον τα κράτη-μέλη το αποδέχονται, να κοινοτικοποιηθούν τομείς του τρίτου πυλώνα. Με τη διάταξη αυτή γίνεται φανερό ότι η παραχώρηση ποινικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, πλέον, σιωπηρά, όπως επίσης δεν είναι δυνατή η «θέσπιση σχετικών κυρωτικών κανόνων για την προάσπιση των οικονομικών της συμφερόντων ως αναγκαία συμπληρωματική δράση της Κοινότητας, την οποία αυτή θα μπορούσε να προβλέψει και να αναλάβει αυτοδύναμα με βάση το άρθρ. 308 ΣυνθΕΚ». Ωστόσο, επισημαίνεται ότι, πέρα από το «λειτουργικής φύσεως χαρακτήρα» των συγκεκριμένων διατάξεων, πρέπει να αναγνωριστεί η συμβολή τους στη «δυναμική ανάπτυξη» των Κοινοτήτων και στην πραγμάτωση καίριων πολιτικών τους, όπως είναι η δημιουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.

    iv) Άρθρο 280 ΣυνθΕΚ

    Στο άρθρο 280 ΣυνθΕΚ (πρώην άρθρο 209 Α) προβλέπεται η δυνατότητα των κρατών-μελών να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης και την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, συγκεκριμένα ορίζεται: 

    «1.Η Κοινότητα και τα κράτη μέλη καταπολεμούν την απάτη ή οιαδήποτε άλλη παράνομη δραστηριότητα κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, λαμβάνοντας σύμφωνα με το παρόν άρθρο μέτρα τα οποία θα έχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα και θα προσφέρουν αποτελεσματική προστασία στα κράτη μέλη.

      2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα ίδια μέτρα καταπολέμησης της απάτης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας με εκείνα που λαμβάνουν για την καταπολέμηση της απάτης κατά των ιδίων οικονομικών συμφερόντων.

      4. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251, και μετά από διαβούλευση με το Ελεγκτικό Συνέδριο, λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα στους τομείς της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας με σκοπό την παροχή αποτελεσματικής και ισοδύναμης προστασίας στα κράτη μέλη. Τα μέτρα αυτά δεν αφορούν την εφαρμογή του εθνικού ποινικού δικαίου ούτε την απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη».

     Όπως γίνεται αντιληπτό από το περιεχόμενο της διάταξης, το συγκεκριμένο άρθρο μπορεί, σύμφωνα με μία μερίδα θεωρητικών, με την κατάλληλη «συστηματική-τελεολογική» ερμηνεία να αποτελέσει τη βάση για την αναγνώριση της ποινικής αρμοδιότητας των Κοινοτήτων, όσον αφορά πάντα τη διαφύλαξη των οικονομικών της συμφερόντων. Έτσι, ο όρος «μέτρα» που χρησιμοποιείται στο 280 παρ. 2 περιλαμβάνει και μέτρα ποινικού χαρακτήρα, ισχυρισμός που ενισχύεται από τη χρήση του όρου «καταπολέμηση», ο οποίος συνδέεται άμεσα με το ποινικό δίκαιο. Επομένως, από τη στιγμή που ο όρος «μέτρα» στην παράγραφο 2 περιλαμβάνει και τα ποινικά, δεν είναι δυνατό να έχει διαφορετικό περιεχόμενο στην παράγραφο 4. Ακόμα, σημειώνεται ότι οι όροι «πρόληψη» και «καταπολέμηση» απαντώνται στο άρθρο 29 ΣυνθΕΕ, όπου αναφέρεται και ο όρος «προσέγγιση των κανόνων σε ποινικές υποθέσεις στα κράτη μέλη». Σχετικά με την εξαίρεση που εισάγεται με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 280, σημειώνεται ότι με τη χρησιμοποίηση της λέξης «εφαρμογή» και όχι «ύπαρξη» του εθνικού ποινικού δικαίου παρέχεται στο Συμβούλιο η αρμοδιότητα να λαμβάνει μέτρα, με «κοινοτικές κανονιστικές πράξεις»-Κανονισμούς, που θα συμπληρώνουν τις εθνικές ποινικές διατάξεις σε περίπτωση που δεν εξασφαλίζεται με τις τελευταίες η αποτελεσματική προστασία των κοινοτικών συμφερόντων («συμπληρωματικό και επικουρικό μοντέλο του ποινικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας»). Έτσι, οι κοινοτικοί αυτοί ποινικοί κανόνες, που είναι δυνατό να εντάσσονται ακόμα και στο γενικό μέρος, θα τυγχάνουν εφαρμογής στα κράτη που δεν προβλέπονται μέτρα αποτελεσματικά για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Επιπροσθέτως, υποστηρίζεται ότι με βάση τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης που κάνει λόγο για εθνικό ποινικό δίκαιο είναι δυνατή η ύπαρξη και «ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου». Ακόμα, σημειώνεται ότι τα μοναδικά μέτρα που μπορούν να επηρεάσουν την εφαρμογή του εθνικού ποινικού δικαίου είναι μέτρα ποινικού χαρακτήρα, όπως επίσης στη διάταξη εννοείται η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, καθώς μόνο αυτή μπορεί να επηρεαστεί από μέτρα ποινικού χαρακτήρα. Σχετικά με την ερμηνεία της διάταξης εκφράζονται όμως και πιο μετριοπαθείς απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες η ιστορική βούληση των κρατών-μελών δεν ήταν να παραχωρήσουν ποινική αρμοδιότητα στην Κοινότητα, ωστόσο, το γράμμα της διάταξης επιτρέπει την αναγνώριση μιας τέτοιας αρμοδιότητας στα κοινοτικά όργανα, με τη διασταλτική της ερμηνεία. Τέλος, εξαίρεται η σημασία της διάταξης του άρθρου 280 ΣυνθΕΚ, καθώς με όσα προβλέπονται σε αυτή η Κοινότητα, μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, καθίσταται συναρμόδια με τα κράτη-μέλη για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι η φύση των προβλεπόμενων μέτρων δε σχετίζεται τόσο με την ερμηνεία του άρθρου όσο, κυρίως, με την πολιτική βούληση των κρατών να αναγνωρίσουν ποινική αρμοδιότητα στην Κοινότητα. 

    Οι παραπάνω θέσεις αντικρούονται από την κρατούσα άποψη, η οποία δε δέχεται ότι το άρθρο 280 ΣυνθΕΚ παρέχει ποινική αρμοδιότητα στην Κοινότητα για την προστασία των οικονομικών της συμφερόντων. Αντίθετα, επαναλαμβάνεται η θέση ότι η εξουσία πρόβλεψης ποινικών κανόνων αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των εθνικών έννομων τάξεων και η ποινική καταστολή μπορεί να αποτελέσει «αντικείμενο μόνο του τρίτου πυλώνα, μέσα στο πλαίσιο μιας διακυβερνητικής συνεργασίας». Σημαντικότερο επιχείρημα γι’ αυτή τη θέση αποτελεί το δεύτερο εδάφιο της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 280 ΣυνθΕΚ, σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η λήψη μέτρων που επηρεάζουν την εφαρμογή του εθνικού ποινικού δικαίου και την απονομή της δικαιοσύνης. Σε αντίθεση με τους υπέρμαχους της παραπάνω εκτιθέμενης άποψης, οι εκφραστές της εδώ παρουσιαζόμενης θέσης θεωρούν ότι το εδάφιο αυτό (280 παρ. 4 εδαφ. β΄) τίθεται ακριβώς για να αποκλείσει τη λήψη μέτρων ποινικού χαρακτήρα από τα κοινοτικά όργανα. Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα υποστηρίζεται ότι οι Κοινότητες μπορούν να επιδιώκουν την προστασία των οικονομικών τους συμφερόντων με την επιβολή «κατασταλτικών μέτρων μη ποινικής φύσης», κυρίως δηλαδή διοικητικού χαρακτήρα. Ο περιορισμός αυτός οφείλεται στην επενέργεια που θα είχε στο εθνικό ποινικό δίκαιο η δυνατότητα θέσπισης άμεσα εφαρμοστέων κοινοτικών ποινικών διατάξεων, ουσιαστικά θα το εκτόπιζαν. Επιπλέον, η επιβολή, από την Κοινότητα, υποχρέωσης ποινικοποίησης συμπεριφορών που εκδηλώνονται στις εθνικές έννομες τάξεις θα είχε άμεση επίδραση στην απονομή της δικαιοσύνης. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι ο όρος «μέτρα» δε συμπεριλαμβάνει και τα ποινικά, απαραίτητη προϋπόθεση για να ισχύει αυτή άποψη θα ήταν η σαφής διάκριση και αναφορά τους. Άλλωστε, τονίζεται ότι τόσο λόγω της αρχής της «δοτής αρμοδιότητας της Κοινότητας», σύμφωνα με την οποία η τελευταία θα πρέπει να απονέμεται ρητά, ιδίως σε σχέση με την παροχή ποινικής αρμοδιότητας, όσο και εξαιτίας της αρχής nullum crimen nulla poena sine lege, η οποία «επιβάλλει η κοινοτική (τυπική) διάταξη, που περιέχει τις πραγματικές ποινικές προβλέψεις, αλλά και ο νόμος που παρέχει την εξουσιοδότηση (διάταξη του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου), να είναι επαρκώς ορισμένος και να παρέχει τις ελάχιστες απαιτήσεις σαφήνειας, ώστε ο πολίτης να είναι σε θέση να γνωρίζει από το νόμο που παρέχει την εξουσιοδότηση ήδη τα βασικά γνωρίσματα της αξιόποινης συμπεριφοράς, αλλά και το είδος της επιβλητέας ποινής (επέκταση της αρχής nullum crimen, nulla poena sine lege στον υποκείμενο εξουσιοδοτικό νόμο)», δεν είναι δυνατή η έμμεση συναγωγή της κοινοτικής ποινικής αρμοδιότητας. Επιπροσθέτως, σχετικά με το επιχείρημα της τροποποίησης και αντικατάστασής του 209Α από το 280 ΣυνθΕΚ και τις νέες αρμοδιότητες που απονέμονται στην Κοινότητα, υποστηρίζεται ότι η έκδοση του Κανονισμού 2988/95, βάσει του 209Α, αποδεικνύει το καθήκον της Κοινότητας για την καταπολέμηση της απάτης πριν την εισαγωγή του 280 ΣυνθΕΚ. Τέλος, σημειώνεται ότι η ιστορική βούληση των κρατών-μελών δεν ήταν να παραχωρηθεί με τη διάταξη του 280 ΣυνθΕΚ ποινική αρμοδιότητα στην Κοινότητα, διαφορετικά το κείμενό της θα είχε διατυπωθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια.  

    3) Το ζήτημα του «δημοκρατικού ελλείμματος» της Κοινότητας

    Το σημαντικότερο ζήτημα που αναφύεται από μία ενδεχόμενη παροχή ποινικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα είναι η έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης των οργάνων της και η συνακόλουθη προσβολή, στα πλαίσια της ελληνικής έννομης τάξης, της αρχής τη νομιμότητας (nullum crimen nulla poena sine lege) που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο νόμος, με βάση την αρχή την αρχή της νομιμότητας, πρέπει να προκύπτει από μια διαδικασία που αποτελεί αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, να αποτελεί προϊόν ενός, άμεσα εκλεγμένου από το λαό, κοινοβουλίου, η αρχή, δηλαδή, διαμορφώνεται ως εξής: nullum crimen nulla poena sine lege parlamentaria. Αντίθετα, όσον αφορά τα κοινοτικά όργανα, τα μέλη της Επιτροπής δεν εκλέγονται αλλά διορίζονται και το Συμβούλιο, που αποτελεί το νομοθετούν όργανο σε κοινοτικό επίπεδο, συντίθεται από αντιπροσώπους των εθνικών κυβερνήσεων, άρα διαθέτει μια έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση, καθώς τα μέλη του αναδεικνύονται με εθνικές εκλογές επί τη βάσει άλλου σκοπού. Τέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι το μοναδικό κοινοτικό όργανο που αναδεικνύεται άμεσα από το λαό, η συμμετοχή του, ωστόσο, στη νομοπαρασκευαστική διαδικασία είναι περιορισμένη ακόμα και μετά την αύξηση των αρμοδιοτήτων του, που ακολουθεί την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Έτσι, όπως δηλώνεται χαρακτηριστικά «η άσκηση νομοθετικού έργου από τη διοίκηση εγείρει την απειλή μιας μη ελεγχόμενης δημοκρατικά ευρωπαϊκής τεχνοκρατίας». Επιπροσθέτως, επισημαίνεται ότι το έλλειμμα της δημοκρατικής αρχής «επιτείνεται από την απουσία θεσμικής κατοχύρωσης» των ατομικών δικαιωμάτων στην υπερεθνική έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρατηρείται, τέλος, ότι η εξουσία επιβολής ποινικών κυρώσεων ανήκει αποκλειστικά σε κρατικά μορφώματα που διέπονται από τις αρχές ενός κράτους δικαίου, γεγονός που δε συνάδει με τη δομή και τη φύση της Ένωσης, που δεν αποτελεί κρατική οντότητα.

    Ο αντίλογος στις παραπάνω θέσεις εστιάζεται στο γεγονός ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση της δράσης της Κοινότητας δεν αντλείται μόνο από τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά επιτυγχάνεται, επίσης,  με την ευθύνη των μελών του Συμβουλίου απέναντι στους πολίτες των κρατών-μελών και τη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στην «επεξεργασία της κοινοτικής πολιτικής και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου». Ακόμα, το Συμβούλιο Υπουργών συγκροτείται έτσι, ώστε να συνδυάζει το διοικητικό με το νομοθετικό χαρακτήρα. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, κατά την κρατούσα άποψη, στο άρθρο 7 παρ. 1 Σ ο νόμος νοείται υπό ουσιαστική έννοια, δηλαδή συμπεριλαμβάνει και πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που εκδίδονται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης. Σημειώνεται, επίσης η ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, με την επέκταση της εφαρμογής της διαδικασίας της συναπόφασης (251 ΣυνθΕΚ), την πρόβλεψη υποχρέωσης διαβούλευσης κατά τη διαδικασία λήψης απόφασης από την εκτελεστική εξουσία ή ακόμα και την επίτευξη της συναίνεσής του σε ορισμένες περιπτώσεις. Όμως, οι παραπάνω εξελίξεις δεν αναιρούν το γεγονός ότι το έμμεσα δημοκρατικά νομιμοποιούμενο Συμβούλιο εξακολουθεί να αποτελεί το κύριο νομοθετικό όργανο. Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση της τάσης, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, να μετατίθεται η νομοθετική εξουσία από τα εθνικά κοινοβούλια στις κυβερνήσεις με αποτέλεσμα να επέρχεται νόθευση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, όπως αυτή παρουσιάζεται με την παραδοσιακή της μορφή. Εάν αναγνωρίζονται οι εξελίξεις αυτές στο χώρο του δημοσίου δικαίου, θα πρέπει να αναθεωρηθεί η επίκληση παραδοσιακών-ξεπερασμένων αρχών που στοχεύει στην απόρριψη πρωτοβουλιών, που συμβάλλουν στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Τέλος, ένα ακόμα επιχείρημα ενισχυτικό της άποψης αυτής αποτελεί η σκέψη που εκφράζεται σε μια απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία: «σε μια κοινότητα δημοκρατικών κρατών η δημοκρατική νομιμότητα δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί με τον ίδιο τρόπο όπως στο πλαίσιο ενός κράτους, το οποίο διέπετε από ένα Σύνταγμα. Εάν παραχωρηθούν σε υπερεθνικούς οργανισμούς κυριαρχικά δικαιώματα το εκλεγμένο από το Λαό όργανο αντιπροσώπευσης (το Κοινοβούλιο) και μαζί μ’ αυτό ο εκλογέας χάνουν κατ’ ανάγκην επιρροή στην πολιτική διαδικασία σχηματισμού βούλησης και απόφασης». Για τη συμμετοχή, πάντως, της Γερμανίας σε μια τέτοια ομοσπονδία κρατών το Δικαστήριο κρίνει, στην ίδια απόφαση, ότι θα πρέπει πρώτα να έχει εξασφαλισθεί μία «νομιμοποίηση και άσκηση επιρροής από το Λαό».

    4) Οι απορρέουσες από τα εθνικά Συντάγματα αντιρρήσεις

    Ένα, ακόμα, ζήτημα που ανακύπτει σχετικά με την παραχώρηση ποινικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα, είναι το κατά πόσο κρίνεται απαραίτητη η συμφωνία των κοινοτικών διατάξεων με τις αρχές που προβλέπονται στα εθνικά Συντάγματα. Κατά μία άποψη, η παραχώρηση της δυνατότητας θέσπισης αξιοποίνου ή η αναγνώριση αρμοδιοτήτων εθνικής κυριαρχίας σε κοινοτικά όργανα συνιστούν περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών. Επιπλέον, η παραχώρηση αυτή είναι δυνατό να οδηγήσει στην αναθεώρηση των ισχυουσών, στην εθνική έννομη τάξη, αντιλήψεων ακόμη και για δογματικά ζητήματα του ποινικού δικαίου. Υπό το φως αυτών των εξελίξεων κρίνεται αναγκαίο, για τη διαφύλαξη της ισχύος θεμελιωδών συνταγματικών αρχών που συνδέονται κυρίως με τις ατομικές ελευθερίες, η παραχώρηση να πραγματοποιείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 28 παρ. 1, 2 Σ. Ακόμα, υποστηρίζεται ότι ο έλληνας δικαστής έχει το δικαίωμα, με βάση το άρθρο 28 παρ. 3 Σ, να αρνηθεί την εφαρμογή κοινοτικού Κανονισμού που εισάγει ποινικές διατάξεις στην ελληνική έννομη τάξη, καθώς η ποινική καταστολή αποτελεί ένα χώρο που ανήκει αποκλειστικά στο κρατικό μονοπώλιο και για τον οποίο δεν έχει τεθεί κανένας περιορισμός ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας.

    Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της αντίθετης άποψης, η εσφαλμένη αυτή αντίληψη οφείλεται στη προσπάθεια να θεμελιωθεί η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού σε εθνικές συνταγματικές διατάξεις (στην ελληνική έννομη τάξη στο άρθρο 28 Σ), «υπό την έννοια ότι απώτατη θεμελίωση της κοινοτικής έννομης τάξης αποτελεί η ίδια η βούληση των κρατών-μελών». Ωστόσο, παραβλέπεται από τους υποστηρικτές αυτής της άποψης ότι η υπεροχή του κοινοτικού δικαίου οφείλεται στην ίδια τη φύση της κοινοτικής έννομης τάξης, η οποία πηγάζει από τον περιορισμό της κυριαρχίας στον οποίο υποβλήθηκαν τα κράτη προκειμένου να ενταχθούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έτσι οι εθνικές συνταγματικές διατάξεις τις οποίες θεσπίζουν τα κράτη για να «νομιμοποιήσουν πολιτικά» και να «θεμελιώσουν νομικά» την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στην εθνική έννομη τάξη, δικαιολογούν την ένταξη του κοινοτικού δικαίου σ’ αυτή χωρίς, όμως, να θεμελιώνουν την υπεροχή του έναντι του εθνικού. Επομένως, η συνταγματικότητα του κοινοτικού δίκαιου κρίνεται κατά την προσχώρηση του κράτους στην Κοινότητα, έκτοτε το κοινοτικό δίκαιο, πρωτογενές και παράγωγο, αποκτά την ισχύ της αρχής της υπεροχής. Τέλος, υποστηρίζεται ότι η συνδυασμένη εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 28 του Συντάγματος, παρέχει τη δυνατότητα της άμεσης ισχύος και εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη κοινοτικών κανόνων, χωρίς να προηγηθεί έλεγχος συνταγματικότητας τους, καθώς πρόκειται για ένα «μηχανισμό παραμερισμού συνταγματικών κανόνων».

    5) Το ποινικό δίκαιο στο πεδίο του τρίτου πυλώνα 

    Ο τρίτος πυλώνας, λόγω του ρυθμιστικού του πεδίου, που συνιστάται στην αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, είναι εκείνος στον οποίο το ποινικό δίκαιο διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Ο στόχος που υπηρετείται και επιδιώκεται στον πυλώνα αυτό, είναι η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, γεγονός που θα έχει σαν αποτέλεσμα τη σύσταση ενός «ενιαίου δικαστικού χώρου», ανάλογου με εκείνο των εθνικών έννομων τάξεων, ώστε να καταστεί δυνατή η παροχή υψηλού επιπέδου ασφάλειας προς τον ευρωπαίο πολίτη. Γίνεται, έτσι, αντιληπτό ότι για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων απαραίτητη προϋπόθεση είναι η προσέγγιση των εθνικών ποινικών δικαίων, η οποία προβλέπεται ρητά στο άρθρο 29 ΣυνθΕΕ, που έχει ως εξής: «Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, στόχος της Ένωσης είναι να παρέχει στους πολίτες υψηλό επίπεδο προστασίας εντός ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, με την ανάπτυξη από κοινού δράσης μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της αστυνομικής και δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, και με την πρόληψη και την καταπολέμηση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, οργανωμένης ή μη, ιδίως της τρομοκρατίας, της εμπορίας ανθρώπων και των εγκλημάτων κατά παιδιών, της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών και όπλων, της δωροδοκίας και της απάτης, μέσω:…προσέγγισης, όπου είναι αναγκαίο, των κανόνων σε ποινικές υποθέσεις στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 στοιχείο ε)». Με την ανωτέρω διάταξη τίθεται ως όριο της εναρμόνισης των εθνικών ποινικών δικαίων εκτός από το κριτήριο της αναγκαιότητας, η αρχή της επικουρικότητας. Συνέπεια της καθιέρωσης της αρχής αυτής είναι, η εξουσία της Ένωσης να επιδιώκει την εναρμόνιση εθνικών ποινικών διατάξεων, να ασκείται μόνο στις περιπτώσεις που οι επιδιωκόμενοι σκοποί δεν μπορούν να επιτευχθούν αποτελεσματικά σε εθνικό επίπεδο. Η επιδιωκόμενη εναρμόνιση καθίσταται δυνατό να πραγματωθεί, όπως ορίζει το άρθρο 31 στοιχείο ε ΣυνθΕΕ στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 29, με την «προοδευτική θέσπιση μέτρων για τον καθορισμό ελάχιστων κανόνων ως προς τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως των αξιόποινων πράξεων και τις ποινές στους τομείς της οργανωμένης εγκληματικότητας, της τρομοκρατίας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών». Επομένως, η συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 29 και 31 στοιχ. ε ΣυνθΕΕ παρέχει στην Ένωση (stricto sensu) την εξουσία να θεσπίζει κανόνες ποινικής φύσης. Στο σημείο, όμως, αυτό εκφράζεται στη θεωρία μια διάσταση απόψεων, που σχετίζεται με τα όρια της ποινικής αρμοδιότητας της Ένωσης και οφείλεται στην αντικρουόμενη διατύπωση των διατάξεων που αναφέρθηκαν. Έτσι, ενώ στο άρθρο 29 ΣυνθΕΕ τίθεται ως στόχος της Ένωσης η πρόληψη και η καταστολή του εγκλήματος, οργανωμένου ή μη, που σχετίζεται ιδίως με την τρομοκρατία, την εμπορία ανθρώπων, τη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, τη δωροδοκία, την απάτη και των εγκλημάτων που τελούνται σε βάρος παιδιών, στο άρθρο 31 ΣυνθΕΕ ορίζεται ότι είναι δυνατό να θεσπισθούν, από τα όργανα της Ένωσης, μέτρα ποινικής φύσης για την εναρμονισμένη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, της τρομοκρατίας και της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών. Η ευρωπαϊκή πρακτική δεν περιορίζεται στη θέση κανόνων στους οποίους περιέχονται τα ελάχιστα στοιχεία της ειδικής υπόστασης και των ποινών των εγκλημάτων που περιλαμβάνονται στο 31 στοιχ. ε ΣυνθΕΕ, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λήψη μέτρων για την εναρμόνιση των εγκληματικών μορφών συμπεριφοράς που σχετίζονται με το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, τη δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, την παιδική πορνογραφία, τα ηλεκτρονικά εγκλήματα και το ρατσισμό. Η πρακτική αυτή βασίζεται στην άποψη που υποστηρίζεται στη θεωρία, με βάση την οποία η διάταξη του 31 στοιχ. ε ΣυνθΕΕ είναι «ατυχής και υπερβολικά στενή». Ακόμα, επισημαίνεται, χαρακτηριστικά, ότι η στενή ερμηνεία της διάταξης συνιστά μια «μη επιδιωχθείσα οπισθοδρόμηση του κοινοτικού κεκτημένου του Μάαστριχτ» και έρχεται σε αντίθεση με τη διακήρυξη στόχων του άρθρου 29 ΣυνθΕΕ. Ωστόσο, σημειώνεται τελικά ότι η διατύπωση στην εισαγωγή του άρθρου 31 ΣυνθΕΕ, «Η κοινή δράση στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις περιλαμβάνει…», επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ορίζονται στο άρθρο 29, αλλά ότι τα όσα προβλέπονται στα δύο άρθρα συμβαδίζουν. Τέλος, τονίζεται ότι η ευρεία αυτή ερμηνεία της διάταξης συμβαδίζει με τις παραδοχές του Συμβουλίου του Τάμπερε, το οποίο αναγνωρίζει στην Κοινότητα ποινική αρμοδιότητα για τα εγκλήματα που σχετίζονται με τη γενετήσια εκμετάλλευση παιδιών, τις προσβολές του περιβάλλοντος και για την ηλεκτρονική εγκληματικότητα. Όμως, σχετικά με την παραπάνω άποψη διατυπώνεται αντίλογος, καθώς σημειώνεται ότι ο σκοπός του νομοθέτη δεν αρκεί για να ερμηνευθεί η διάταξη καθ’ υπέρβαση των απώτατων γλωσσικών ορίων της, διαφορετικά λαμβάνει χώρα μια «τελεολογική διαστολή», η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τη «διάπλαση δικαίου» που είναι ανεπίτρεπτη με βάση τις αρχές του ποινικού δικαίου.

    Τα νομικά μέσα που παρέχονται στα όργανα της Ένωσης προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της προσέγγισης του ποινικού δικαίου των κρατών-μελών, είναι κυρίως οι Αποφάσεις-Πλαίσιο, που προστίθενται, μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Άμστερνταμ, στις Κοινές θέσεις, τις Αποφάσεις και τις Συμβάσεις, που αποτελούν τα υπόλοιπα νομικά εργαλεία του τρίτου πυλώνα. Οι Αποφάσεις-Πλαίσιο συνιστούν νομικά κείμενα που υιοθετούνται από το Συμβούλιο στη βάση της αρχής της ομοφωνίας, στο πλαίσιο της διακυβερνητικής συνεργασίας που διέπει τον τρίτο πυλώνα. Όπως ορίζεται στο άρθρο 34 παρ. 2β ΣυνθΕΕ το νομικό αυτό μέσο επίτευξης των στόχων της Ένωσης δεσμεύει τα κράτη-μέλη μόνο ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αντίθετα ο τύπος και τα μέσα με τα οποία θα επέλθει το αποτέλεσμα αυτό επιλέγονται ελεύθερα από τα κράτη-μέλη, τέλος δεν παράγει άμεσα αποτελέσματα στις εθνικές έννομες τάξεις, εάν δεν προηγηθεί η ενσωμάτωσή της σ’ αυτές. Άμεσο επακόλουθο της συγκεκριμένης ρύθμισης είναι, ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως εγκληματικής, η διαμόρφωση της ειδικής της υπόστασης, η επιλογή του είδους και της βαρύτητας της ποινής, να εναπόκειται στα κράτη-μέλη. Η ρύθμιση αυτή φαίνεται να εναρμονίζεται πλήρως προς τις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, γεγονός που ενισχύεται τόσο από την πρόβλεψη του άρθρου 34 παρ. 2δ ΣυνθΕΕ, που αξιώνει τη συμφωνία των Συμβάσεων, οι οποίες συνιστώνται από το Συμβούλιο στα κράτη-μέλη, με τους συνταγματικούς τους κανόνες, όσο και από την ανάλογη αξίωση του άρθρου 42 ΣυνθΕΕ σχετικά με υιοθέτηση αποφάσεων του Συμβουλίου από τα κράτη-μέλη. Ωστόσο, εν τοις πράγμασι η διάταξη αυτή παραμένει ανεφάρμοστη, καθώς οι Αποφάσεις-Πλαίσιο προβαίνουν σε χαρακτηρισμό των πράξεων ως εγκλημάτων, σε λεπτομερή περιγραφή των ειδικών υποστάσεων, σε καθιέρωση υποχρέωσης απειλής ποινών ακόμα και σε «διαβάθμιση των εγκλημάτων σε βασικά και διακεκριμένα». Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Απόφαση-Πλαίσιο για την παιδική πορνογραφία (2004/68/ΔΕΥ), στην οποία ορίζεται για ποιες πράξεις είναι υποχρεωμένα τα κράτη να απειλήσουν ποινές κατά της ελευθερίας, όπως επίσης και τα ελάχιστα ανώτατα όριά τους. Αποτέλεσμα της εξαντλητικής ρύθμισης των υπό εναρμόνιση πράξεων είναι η δημιουργία μίας «συνείδησης υποχρεωτικότητας» για τις εθνικές έννομες τάξεις, οι οποίες ενσωματώνουν στις νομοθεσίες τους διατάξεις που, νομοτεχνικά, χαρακτηρίζονται πολλές φορές από «νομοθετικό πρωτογονισμό» αλλά και από ουσιαστική άποψη προσβάλλουν θεμελιώδεις αρχές που διέπουν τη λειτουργία ενός κράτους δικαίου. Επομένως, παρατηρείται το φαινόμενο οι ιδρυτικές συνθήκες να σέβονται τις συνταγματικές αρχές των κρατών-μελών, χωρίς, ωστόσο, να συμβαίνει το ίδιο με τις Αποφάσεις-Πλαίσιο.

    Ένα ακόμα ζήτημα που προβάλλεται, σχετικά με τις Αποφάσεις-Πλαίσιο, είναι το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης των οργάνων της Ένωσης. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αρχή της νομιμότητας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 παρ. 1 Σ, αξιώνει ο νόμος, που θέτει νέο ή διευρύνει ήδη υπάρχον αξιόποινο, να αποτελεί προϊόν έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας, όμως οι Αποφάσεις-Πλαίσιο συνιστούν το αποτέλεσμα της εργασίας τεχνοκρατών που καλύπτεται και νομιμοποιείται, αρχικά, από την πολιτική απόφαση των εκπροσώπων των κρατών-μελών. Στο σημείο αυτό μπορεί να υπάρξει αντίλογος, καθώς η ενσωμάτωση του ενωσιακού νομικού εργαλείου και η, σύμφωνη με τις επιταγές τις Ένωσης, εναρμόνιση της εθνικής έννομης τάξης πραγματοποιείται, ελλείψει άμεσου αποτελέσματος των Αποφάσεων-Πλαίσιο, με την ψήφιση νόμου από τα εθνικά κοινοβούλια. Εντούτοις, η πρακτική της λεπτομερούς ρύθμισης των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής των εγκλημάτων που ακολουθείται με τις Αποφάσεις-Πλαίσιο, δεν αφήνει στον εθνικό νομοθέτη το περιθώριο να χρησιμοποιήσει τους τύπους και τα μέσα της επιλογής του, για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

    Δ) Οι ανατροπές που επέφερε η νομολογία του ΔΕΚ

    Με βάση όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, η ποινική αρμοδιότητα της Ένωσης (lato sensu) περιορίζεται στο ρυθμιστικό πεδίο του τρίτου πυλώνα, στα πλαίσια του οποίου εφαρμόζεται το σύστημα της διακυβερνητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών-μελών, έκφραση του οποίου αποτελεί η ομόφωνη λήψη των αποφάσεων από τα όργανά της. Επιπλέον, διευκρινίστηκε ότι οι Αποφάσεις-Πλαίσιο ως νομικά μέσα που προβλέπονται από τη Συνθήκη της ΕΕ και τάσσονται στη διάθεση των ενωσιακών οργάνων για την επίτευξη των στόχων του τρίτου πυλώνα, δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα (άρθρο 34 παρ. 2β εδ. τελευταίο ΣυνθΕΕ), αλλά η εισδοχή τους στις εθνικές έννομες τάξεις πραγματώνεται με την ψήφιση νόμων από τα εθνικά κοινοβούλια. Ωστόσο, η αρνητική τροπή που λαμβάνει η προσπάθεια θέσεως σε ισχύ  του Ευρωπαϊκού Συντάγματος, σε συνδυασμό με την ολιγωρία των κρατών-μελών σχετικά με την ενσωμάτωση των Αποφάσεων-Πλαίσιο ή την ενσωμάτωσή τους κατά τρόπο που δε συμβαδίζει με τις επιταγές της Ένωσης φαίνεται να επηρεάζει το ΔΕΚ, το οποίο, ερμηνεύοντας σε μία σειρά αποφάσεων του τις Συνθήκες, ανατρέπει τα μέχρι τότε ισχύοντα.

    1) Υπόθεση C-105/2003 (υπόθεση Pupino)

    Στα πλαίσια της προδικασίας που διενεργούνταν από τις ιταλικές εισαγγελικές αρχές, για την εύρεση αποδεικτικών στοιχείων σε βάρος μιας δασκάλας (Μ. Pupino), που κατηγορούνταν ότι προέβη επανειλημμένα σε καταχρηστική χρήση σωφρονιστικών μέσων και σε πρόκληση βαριών σωματικών βλαβών σε βάρος μαθητών της, οι οποίοι δεν είχαν συμπληρώσει το 5ο έτος της ηλικίας τους, ζητήθηκε από τον εισαγγελέα να εξεταστούν τα ανήλικα θύματα, πριν την ακροαματική διαδικασία. Στο ιταλικό ποινικό δικονομικό δίκαιο τα αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται από τους διαδίκους στο ακροατήριο, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις (392 παρ. 1 bis ΚΠΔ, εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα με γενετήσια κίνητρα) που προβλέπεται η δυνατότητα της συλλογής αποδεικτικών μέσων ήδη από το στάδιο της προδικασίας κατ’ εφαρμογή διαδικασίας συντηρητικής απόδειξης. Επιπλέον, σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρέχεται η δυνατότητα εφόσον τα θύματα δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους να διεξαχθεί η αποδεικτική διαδικασία υπό ειδικές συνθήκες προκειμένου να διαφυλαχθεί η προστασία της αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής των ανηλίκων(398 παρ. 5 bis ΚΠΔ). Στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν παρέχονταν η δυνατότητα αυτή, με βάση το γράμμα των διατάξεων, ωστόσο ο εισαγγελέας διατύπωσε το συγκεκριμένο αίτημα, καθώς λόγω της πολύ μικρής ηλικίας των θυμάτων-μαρτύρων, των οφειλόμενων στην ηλικία ψυχολογικών μεταβολών και μιας πιθανής διαδικασίας ψυχολογικής απώθησης, ήταν αδύνατη η καθυστέρηση της αποδεικτικής διαδικασίας μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Η κατηγορούμενη ζήτησε να μη γίνει δεκτό το αίτημα του εισαγγελέα. Το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το αίτημα της εισαγγελικής αρχής, με βάση τις εθνικές διατάξεις. Επειδή, ωστόσο, θεώρησε ότι οι τελευταίες δεν ήταν σύμφωνες με τα άρθρα 2, 3, 8 της Απόφασης-Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ, που ρυθμίζει το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες, έκρινε σκόπιμο να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 35 ΣυνθΕΕ. Με το εν λόγω άρθρο, απονέμεται στο ΔΕΚ αρμοδιότητα να αποφαίνεται, επί προδικαστικού ερωτήματος των εθνικών δικαστηρίων, σχετικά με το κύρος και την ερμηνεία των Αποφάσεων-Πλαίσιο. Απαραίτητη προϋπόθεση, για την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής είναι, το κράτος-μέλος, το δικαστήριο του οποίου διατυπώνει το προδικαστικό ερώτημα, να έχει δηλώσει ότι την αποδέχεται. Έτσι, το ιταλικό δικαστήριο διατύπωσε προδικαστικό ερώτημα, προς το ΔΕΚ, αναφορικά με το περιεχόμενο των άρθρων της Απόφασης-Πλαίσιο, η οποία δεν είχε ενσωματωθεί στην ιταλική έννομη τάξη μέσα στην οριζόμενη προθεσμία.

    Το Δικαστήριο στην απόφασή του αναγνωρίζει το δεσμευτικό χαρακτήρα των Αποφάσεων-Πλαίσιο που προβλέπονται στο άρθρο 34 παρ. 2β ΣυνθΕΕ, επί τη βάσει του γεγονότος ότι για τη διατύπωση του τελευταίου αποτέλεσε πρότυπο το άρθρο 249 ΣυνθΕΚ εδ. γ΄ που αφορά τις οδηγίες. Έτσι, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, οφείλει να προβαίνει σε μία σύμφωνη με το κείμενο και το σκοπό της Απόφασης-Πλαίσιο ερμηνεία του, ώστε να επέρχονται τα αποτελέσματα που επιδιώκονται με τη θέσπισή της και να συμμορφώνεται με τις επιταγές του άρθρου 34 παρ. 2β  ΣυνθΕΕ. Ωστόσο, το Δικαστήριο θέτει ορισμένους περιορισμούς ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου, υπό το πρίσμα των οριζόμενων στην Απόφαση-Πλαίσιο. Πρόκειται για τις γενικές αρχές του δικαίου και κυρίως την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και την αρχή της μη αναδρομικότητας. Αναγνωρίζει, δηλαδή, το Δικαστήριο ότι δεν είναι δυνατό να θεμελιωθεί ή να επιταθεί η ευθύνη προσώπου που παραβαίνει τις επιταγές της Απόφασης-Πλαίσιο, ανεξάρτητα από το νόμο που έχει, ενδεχομένως, ψηφιστεί για την ενσωμάτωσή της στην εθνική έννομη τάξη. Επιπλέον, γίνεται δεκτό στην απόφαση ότι η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να λάβει υπόψη του το περιεχόμενο του ενωσιακού νομικού κειμένου, εξαντλείται στην περίπτωση που είναι αδύνατο να εφαρμοστεί το εθνικό δίκαιο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το αποτέλεσμα που θα προκύψει να είναι συμβατό με το επιδιωκόμενο από την Απόφαση-Πλαίσιο. Επομένως αποκλείεται η contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου που έχει ως βάση το κείμενο και το σκοπό της Απόφασης-Πλαίσιο, αρκεί να έχει ληφθεί υπόψη το εθνικό δίκαιο στο σύνολό του, για το κατά πόσο είναι δυνατή η εφαρμογή του με τρόπο, ώστε τα αποτελέσματα που θα επιφέρει να είναι σύμφωνα με το περιεχόμενο της Απόφασης. Τέλος, κρίνεται απαραίτητη η ερμηνεία της Απόφασης-Πλαίσιο, που πραγματοποιείται με σεβασμό προς τα θεμελιώδη δικαιώματα, ιδίως το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, και τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών-μελών, που αναγνωρίζονται ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε εν προκειμένω ότι «τα άρθρα 2, 3 και 8 παρ. 4 της Απόφασης-Πλαίσιο έχουν την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιτρέπει στα παιδιά μικρής ηλικίας που, όπως στη συγκεκριμένη υπόθεση, ισχυρίζονται ότι κακοποιήθηκαν, να καταθέτουν υπό συνθήκες που τους εξασφαλίζουν επαρκή βαθμό προστασίας, π.χ. εκτός διαδικασίας στο ακροατήριο, και μάλιστα πριν από την έναρξή της». Ακόμα, τόνισε ότι κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου, το ιταλικό δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του το κείμενο και το σκοπό της Απόφασης-Πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ.

    i) Η κριτική της ελληνικής θεωρίας 

    Η υπόθεση Pupino προσελκύει το ενδιαφέρον της ελληνικής θεωρίας και γίνεται αντικείμενο έντονης κριτικής. Αρχικά, τονίζεται ότι η απόφαση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το γράμμα της διάταξης του άρθρου 34 παρ. 2β ΣυνθΕΕ, που προβλέπει ότι οι Αποφάσεις-Πλαίσιο δεν παράγουν άμεσο αποτέλεσμα στις εθνικές έννομες τάξεις, αλλά και με την ιστορική βούληση των κρατών-μελών, τα οποία με τη διατύπωση αυτή επιδίωξαν να αποτρέψουν το αποτέλεσμα που αναγνωρίζει το Δικαστήριο στις Αποφάσεις-Πλαίσιο. Το αντεπιχείρημα περί αναγνώρισης με την απόφαση έμμεσου, καθώς αξιώνεται η σύμφωνη με το κείμενο και το σκοπό των Αποφάσεων-Πλαίσιο ερμηνεία του εθνικού δικαίου, και όχι άμεσου αποτελέσματος, που θα παρήγαγε, δηλαδή, συνέπειες στις εθνικές έννομες τάξεις, χωρίς να είναι απαραίτητη η ενσωμάτωση της Απόφασης-Πλαίσιο σ’ αυτές, δε γίνεται αποδεκτό. Η απόρριψη της άποψης αυτής, εδράζεται στην, υποστηριζόμενη, έλλειψη διαφοράς μεταξύ των συνεπειών που προκαλεί η αναγνώριση άμεσου αποτελέσματος και της «αναλογικής εφαρμογής» εθνικής διάταξης που δεν έχει πεδίο εφαρμογής, στη συγκεκριμένη περίπτωση (όπως στην υπόθεση Pupino), με βάση το εθνικό δίκαιο. Άλλωστε, βούληση των κρατών-μελών όταν θέσπισαν τη διάταξη του 34 παρ. 2β ΣυνθΕΕ, ήταν να αποτρέψουν την ισχύ και συνακόλουθα την επίδραση των Αποφάσεων-Πλαίσιο στην εθνική νομοθεσία, πριν από την ενσωμάτωσή τους στις εθνικές έννομες τάξεις. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η αναγνώριση στα νομοθετήματα, που υιοθετούνται στο πλαίσιο του τρίτου πυλώνα, συνεπειών ανάλογων με αυτές που διαθέτουν τα αντίστοιχα του πρώτου, έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς «η νομοθετική δραστηριότητα του Συμβουλίου που υλοποιείται με τα μέσα του άρθρου 34 παρ. 2 ΣυνθΕΕ, δεν πλαισιώνεται από το πλέγμα των μηχανισμών που η Συνθήκη προβλέπει αντίστοιχα για τα νομικά μέσα υλοποίησης των κοινών πολιτικών της Κοινότητας, ιδίως δε των μηχανισμών α) του ελέγχου της ορθής μεταφοράς των μέσων αυτών στην εθνική νομοθεσία και β) της δικαστικής προστασίας των πολιτών». Τονίζεται, ακόμα, ότι με την απόφαση του ΔΕΚ καθίσταται δυνατή η «ερμηνευτική τροποποίηση» των εθνικών ποινικών κανόνων με αποφάσεις των δικαστηρίων που βασίζονται σε νομικά κείμενα, τα οποία αποτελούν προϊόν διαδικασιών και οργάνων που παρουσιάζουν έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Άμεσο επακόλουθο, όμως, της δυνατότητας, που παρέχεται, εν τοις πράγμασι, στα δικαστήρια, να τροποποιούν ερμηνευτικά την εθνική ποινική νομοθεσία με τις αποφάσεις τους, είναι η προσβολή της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Παράλληλα, η συγκεκριμένη πρακτική συμβάλλει στην επιδείνωση της ανασφάλειας δικαίου για τους πολίτες, γεγονός που δε συμβαδίζει με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου. Παρόλαυτά, θετικά κρίνεται η  απόφανση του δικαστηρίου που απαγορεύει την ερμηνεία των εθνικών ποινικών διατάξεων κατά τρόπο, ώστε να θεμελιώνεται ή να επαυξάνεται το αξιόποινο των πολιτών, που παραβιάζουν τις επιταγές των Αποφάσεων-Πλαίσιο, είτε έχουν μεταφερθεί οι τελευταίες κατά τρόπο διαφορετικό, με αποτέλεσμα να μη ρυθμίζεται η υπό δίωξη συμπεριφορά, είτε δεν έχουν ενσωματωθεί στην εθνική έννομη τάξη. Μοναδική επιφύλαξη εκφράζεται, στο σημείο αυτό, προκειμένου οι Αποφάσεις-Πλαίσιο να μη γίνουν αντιληπτές ως «ελάχιστοι κανόνες», με αποτέλεσμα τα κράτη-μέλη να επεκτείνουν την ποινικοποίηση και σε συμπεριφορές που δεν περιλαμβάνονται στα ενωσιακά νομικά κείμενα. Τέλος, επιδοκιμάζεται η αναφορά του Δικαστηρίου στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από την ΕΣΔΑ, ως μέτρου για την ερμηνεία των Αποφάσεων-Πλαίσιο.

    2) Η υπόθεση C-176/2003

    Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο κλήθηκε να κρίνει την προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Συμβουλίου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της Απόφασης-Πλαίσιο 2003/80/ΔΕΥ, που προέβλεπε τη λήψη μέτρων ποινικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση προσβολών που στρέφονταν κατά του περιβάλλοντος. Αιτία της διαφοράς αποτέλεσε η θέση της Επιτροπής ότι, παρά το γεγονός της έλλειψης ίδιας γενικής ποινικής αρμοδιότητας, έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει στα κράτη-μέλη την υποχρέωση να προβλέπουν ποινικές κυρώσεις στις περιπτώσεις που σημειώνονται παραβάσεις των κοινοτικών ρυθμίσεων για την προστασία του περιβάλλοντος και η αντίθεση του Συμβουλίου, που αρνήθηκε την ύπαρξη κοινοτικής αρμοδιότητας για επιβολή υποχρεώσεων στα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα ποινικού χαρακτήρα με σκοπό  την προστασία του περιβάλλοντος.  

    Στην απόφασή του το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Απόφαση-Πλαίσιο θέτει μέτρα ποινικού χαρακτήρα προς εναρμόνιση των ποινικών νομοθεσιών των κρατών-μελων και αναγνωρίζει την αρμοδιότητα της Ένωσης (stricto sensu) σχετικά με τη θέσπιση ποινικών κανόνων, σε αντίθεση με την Κοινότητα που αποφαίνεται ότι δε διαθέτει ανάλογη αρμοδιότητα. Ωστόσο, συμπληρώνει ότι το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει τον κοινοτικό νομοθέτη, προκειμένου να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα των διατάξεων που θεσπίζει στο πεδίο της προστασίας του περιβάλλοντος, να λαμβάνει μέτρα που θα υποχρεώνουν τα κράτη-μέλη να προβλέψουν στις έννομες τάξεις τους αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις για τις προσβολές που τελούνται σε βάρος του περιβάλλοντος. Νομική βάση για τη θέσπιση των μέτρων αυτών μπορεί, κατά το Δικαστήριο, να αποτελέσει το άρθρο 175 ΣυνθΕΚ. Συμπληρώνει, ακόμα, ότι οι διατάξεις των άρθρων 135 και 280 παρ. 4 ΣυνθΕΚ, που δεν επιτρέπουν τη λήψη μέτρων ποινικού χαρακτήρα από την Κοινότητα στους τομείς της τελωνειακής συνεργασίας και της καταπολέμησης των προσβολών των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, δεν μπορούν να αποτρέψουν την κοινοτική δράση στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, που στοχεύει στην εναρμόνιση των εθνικών ποινικών νομοθεσιών και συνακόλουθα στην αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου. Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η Απόφαση-Πλαίσιο «υπεισέρχεται στο πεδίο των αρμοδιοτήτων που απονέμει το άρθρο 175 ΕΚ στην Κοινότητα» παραβαίνοντάς το στο σύνολό του («νόσφιση εκ μέρους της Ένωσης των ποινικών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας»), για το λόγο αυτό έκρινε ότι το ενωσιακό νομικό κείμενο έπρεπε να ακυρωθεί.

    i) Η κριτική της ελληνικής θεωρίας

    H ελληνική θεωρία παρουσιάζεται διχασμένη σχετικά με τη συγκεκριμένη απόφαση. Έτσι, κατά μία άποψη, η παραδοχή του Δικαστηρίου ότι είναι δυνατή η επιβολή υποχρέωσης στα κράτη-μέλη, από μέρους της Κοινότητας, με σκοπό να επιτευχθεί η συμμόρφωση των εθνικών έννομων τάξεων με το Κοινοτικό δίκαιο, είναι ορθή. Διαφορετικά, θα ήταν «λογικά και συστηματικά ανακόλουθο», να γίνεται δεκτό από τη μία ότι σε περίπτωση σύγκρουσης κοινοτικού με εθνικό ποινικό κανόνα, ο τελευταίος καθίσταται ανίσχυρος και από την άλλη να μην είναι δυνατό να επιβάλλει τη θέσπισή του. Ωστόσο, η άποψη αυτή επικρίνεται, καθώς σημειώνεται ότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις κατάργησης, από αυτές της θέσης αξιοποίνου. Πέρα, όμως, από τις θετικές απόψεις έντονη ήταν η κριτική που ασκήθηκε στην απόφαση, εξαιτίας των παραδοχών της. Έτσι, επαναλαμβάνονται, ουσιαστικά, τα επιχειρήματα που προβάλλονται από τους εκπροσώπους της θεωρίας, οι οποίοι τάσσονται υπέρ της έλλειψης κοινοτικής ποινικής αρμοδιότητας. Υποστηρίζεται, δηλαδή, ότι για να είναι δυνατή η επίκληση της υπεροχής των κοινοτικών αρμοδιοτήτων με βάση τα άρθρα 29 και 47 ΣυνθΕΕ, είναι απαραίτητη η ύπαρξη ανάλογης αρμοδιότητας. Η αναγνώριση, όμως, ποινικής αρμοδιότητας δεν προκύπτει ούτε από τα άρθρα 135 και 280 παρ. 4, ούτε από τα άρθρα της ΣυνθΕΚ (άρθρο 175) που καθιερώνουν «γενικές ρήτρες για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ή την απόφαση δράσεων», από μέρους των κοινοτικών οργάνων, με σκοπό την επίτευξη των κοινοτικών στόχων, καθώς ως προς τα τελευταία δε συνεπάγεται ότι παραχωρούν αυτή την αρμοδιότητα. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 10 ΣυνθΕΚ, το οποίο λειτουργεί μόνο μέσα στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας που έχει παραχωρηθεί στην Κοινότητα. Επιπλέον, τονίζεται ότι η αναγωγή, από το ΔΕΚ, σε κριτήριο, για την αναγνώριση κοινοτικής ποινικής αρμοδιότητας, της «αναγκαιότητας της αποτελεσματικότητας», έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το «δοτό, ειδικό και περιορισμένο» χαρακτήρα των εξουσιών της Κοινότητας και δημιουργεί τον κίνδυνο η αναγνώριση αυτή να συνδεθεί με την ανάγκη  επίτευξης κάθε κοινοτικού στόχου, αφού δεν αναζητείται, πια, μια αυτοτελής νομική βάση. Τέλος, η ύπαρξη του άρθρου 42 ΣυνθΕΕ, με βάση το οποίο απαιτείται ειδική διαδικασία για την κοινοτικοποίηση δράσης που ανήκει στον τρίτο πυλώνα, αποκλείει όχι μόνο τη σιωπηρή αναγνώριση ποινικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα αλλά και τη θεώρησή της ως συμπληρωματικής της δράσης. 

    Με βάση την απόφαση του ΔΕΚ, καθίσταται δυνατή η ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εναρμόνιση του ουσιαστικού ποινικού δικαίου των κρατών-μελών που σχετίζεται με την προσβολή τομέων, οι οποίοι ανήκουν στο κοινοτικό πεδίο δράσης, καθώς αυτή μπορεί να επιδιωχθεί με δραστικότερα νομικά μέσα, όπως είναι οι οδηγίες. Στο σημείο αυτό, επαναλαμβάνεται για ακόμα μία φορά το ζήτημα της παραβίασης της αρχής της νομιμότητας, λόγω του δημοκρατικού ελλείμματος της Κοινότητας, που δεν επιλύεται, όσον αφορά τις οδηγίες, με την παρέμβαση του εθνικού νομοθέτη, διότι από τη στιγμή που η Κοινότητα δε διαθέτει ποινική αρμοδιότητα, δε δύναται να δεσμεύσει τα κράτη-μέλη να θέσουν ή να τροποποιήσουν αξιόποινο, μέσω οδηγιών. Επιπλέον, συμπληρώνεται ότι η δέσμευση των εθνικών κοινοβουλίων, κατά τη θέση ή την επαύξηση του αξιοποίνου, ως προς τα στοιχεία των ειδικών υποστάσεων των τυποποιούμενων εγκλημάτων και το είδος των προβλεπόμενων ποινών, δε συμβαδίζει με τη έννοια της δημοκρατικής αρχής. Επιπροσθέτως, επισημαίνεται η δυνατότητα εισδοχής στις εθνικές έννομες τάξεις μέτρων που δε συμβαδίζουν με συνταγματικές διατάξεις (ποινική ευθύνη νομικών προσώπων), οι οποίες, ωστόσο, θα διεκδικήσουν, με βάση τη νομολογία του ΔΕΚ (υπόθεση Costa/ENEL), ισχύ υπέρτερη αυτών του Συντάγματος. Τέλος, απαραίτητη κρίνεται για την αναγνώριση ποινικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα η «θεσμική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και η προσχώρησή της στην ΕΣΔΑ. 

    3) Η υπόθεση C-440/05

    Το Δικαστήριο, στον απόηχο της υπόθεσης C- 176/2003, κλήθηκε να κρίνει μια νέα προσφυγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Συμβουλίου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της Απόφασης-Πλαίσιο 2005/667/ΔΕΥ, με θέμα την ενίσχυση του ποινικού πλαισίου καταστολής της ρύπανσης από πλοία, η οποία σημειωτέον είχε εκδοθεί μετά από σημαντικές πολιτικές πιέσεις, εξαιτίας της σημαντικής θαλάσσιας ρύπανσης που είχε προκληθεί από το ναυάγιο των πλοίων «Erika» και «Prestige». Αιτιολογική βάση της προσφυγής συνιστούσε η υφαρπαγή από την Ένωση ποινικών αρμοδιοτήτων που ανήκουν στην Κοινότητα. 

    Το ΔΕΚ στην απόφασή του επαναλαμβάνει την υπεροχή των κοινοτικών αρμοδιοτήτων έναντι των ενωσιακών, με βάση τα άρθρα 29 και 47 ΣυνθΕΕ. Επίσης, αναγνωρίζει ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 2 ΣυνθΕΚ, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 71 παρ. 1 ΣυνθΕΚ, ο κοινοτικός νομοθέτης διαθέτει την εξουσία να λαμβάνει «μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας των μεταφορών» αλλά και «κάθε άλλη χρήσιμη διάταξη» στο πεδίο των θαλάσσιων μεταφορών. Επιπλέον, θεωρώντας το Δικαστήριο ότι η προστασία του περιβάλλοντος συνιστά μέρος της κοινής πολιτικής μεταφορών, αναγνωρίζει τη δυνατότητα του κοινοτικού νομοθέτη να επιδιώκει την επίτευξη του στόχου της προστασίας του περιβάλλοντος, με βάση τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 2 ΣυνθΕΚ. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Απόφαση-Πλαίσιο αποσκοπεί στη βελτίωση της ασφάλειας των θαλάσσιων μεταφορών σε συνδυασμό με την αποτελεσματικότερη προστασία του περιβάλλοντος. Στο σημείο αυτό, επαναλαμβάνεται η διατύπωση της απόφασης στην υπόθεση C-176/2003, σύμφωνα με την οποία η Κοινότητα δε διαθέτει γενική ποινική αρμοδιότητα, εντούτοις, παρέχεται η εξουσία στα κοινοτικά όργανα να επιβάλλουν στα κράτη-μέλη την υποχρέωση, να θεσπίσουν αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τελεσφόρα εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος. Έτσι, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα, που προβλέφθηκαν στην Απόφαση-Πλαίσιο, θα μπορούσαν να θεσπιστούν με βάση το άρθρο 80 παρ. 2 ΣυνθΕΚ στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα. Παρόλαυτά, η απόφαση διαφοροποιήθηκε σημαντικά σχετικά με την προηγούμενη, καθώς διευκρίνισε ότι στην κοινοτική αρμοδιότητα δεν εμπίπτει ο προσδιορισμός του είδους και του ύψους των επιβλητέων ποινικών κυρώσεων. Με βάση τον ανωτέρω συλλογισμό, το ΔΕΚ έκρινε ότι η Απόφαση-Πλαίσιο παραβίαζε το άρθρο 47 ΣυνθΕΕ και έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της. 

    i) Συμπεράσματα της ελληνικής θεωρίας με βάση την απόφαση στην Υπόθεση C-440/05 

    Η απόφαση του ΔΕΚ κινεί το ενδιαφέρον της ελληνικής θεωρίας, καθώς φαίνεται να μετατοπίζεται ελαφρώς σε σχέση με τις παραδοχές της απόφασης, που είχε προηγηθεί, και να διευκρινίζει ζητήματα, που είχαν μείνει αναπάντητα. Έτσι, υποστηρίζεται ότι, βάσει της απόφασης, δεν είναι δυνατή η συναγωγή του συμπεράσματος ότι η Κοινότητα διαθέτει ποινική αρμοδιότητα σε όλους τους τομείς της κοινοτικής πολιτικής ή τουλάχιστον στους σπουδαιότερους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην απόφαση αναγνωρίζεται η ύπαρξη ποινικών εξουσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών σε συνδυασμό, όμως, με την προστασία του περιβάλλοντος, σε ορισμένα, μάλιστα, σημεία γίνεται αναφορά, αποκλειστικά, στον τομέα του περιβάλλοντος. Ακόμα, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο φαίνεται να δίνει, και στις δύο αποφάσεις, ιδιαίτερη βαρύτητα στην αυξημένη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη νομοθετική διαδικασία (άρθρο 71 ΣυνθΕΚ). Επιπλέον, σημειώνεται ότι με την παρούσα απόφαση εξειδικεύονται τα ποινικά μέτρα που μπορεί να λάβει η Κοινότητα καθώς αναφέρεται ρητά ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει στα κράτη-μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις. Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν την εξουσία να θεσπίζουν κυρωτικούς κανόνες που θα παράγουν άμεσο αποτέλεσμα στις εθνικές έννομες τάξεις. Τέλος, το σημαντικότερο στοιχείο που προκύπτει από την απόφαση είναι η αδυναμία της Κοινότητας να προσδιορίζει το είδος και το ύψος των επιβαλλόμενων κυρώσεων, καθώς αυτή η αρμοδιότητα ανήκει στους εθνικούς νομοθέτες αρκεί οι κυρώσεις που θεσπίζουν οι τελευταίοι να είναι αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές. Η αρμοδιότητα της Κοινότητας περιορίζεται, έτσι, στην υπόδειξη της ποινικοποίησης συγκεκριμένων συμπεριφορών. Ωστόσο, αδιευκρίνιστο παραμένει το ζήτημα, κατά πόσο η ποινική αρμοδιότητα της Κοινότητας περιορίζεται στην προστασία του περιβάλλοντος ή επεκτείνεται και σε άλλους τομείς της δραστηριότητάς της, χωρίς να αποκλείεται από το ΔΕΚ το τελευταίο ενδεχόμενο.   

    4) Η υπόθεση C-301/06

    Στην εν λόγω υπόθεση, η Ιρλανδία ασκεί προσφυγή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αίτημα την ακύρωση της οδηγίας 2006/24, που ρυθμίζει τη διατήρηση δεδομένων τα οποία υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή δημόσιων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξαιτίας της έκδοσής της δυνάμει εσφαλμένης νομικής βάσης (άρθρο 95 ΣυνθΕΚ). Είναι γεγονός ότι προηγείται, χρονικά, σχέδιο Απόφασης-Πλαίσιο, με το οποίο επιχειρείται να ρυθμιστεί το ίδιο ζήτημα, προκειμένου να επιτευχθεί η πρόληψη και να διευκολυνθούν η έρευνα, η εξιχνίαση, η δίωξη εγκλημάτων και παραβάσεων του ποινικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας. Ωστόσο, η αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που οφείλεται στην πεποίθηση ότι με την προωθούμενη Απόφαση-Πλαίσιο υφαρπάσσεται κοινοτική εξουσία, οδηγεί στην έκδοση της ανωτέρω οδηγίας. 

    Το προσφεύγον κράτος τονίζει ότι σκοπός της εκδοθείσας οδηγίας είναι, κυρίως, η διευκόλυνση της έρευνας, της εξιχνίασης και της δίωξης ποινικών αδικημάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η τρομοκρατία, γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη λήψη των επιδιωκόμενων μέτρων με βάση τις διατάξεις των άρθρων 30, 31 παρ. 1 στοιχ. γ΄ και 34 παρ. 2 στοιχ. β΄ ΣυνθΕΕ.  Αντίθετα, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι βασικός στόχος του νομικού κειμένου είναι η άρση των εμποδίων της εσωτερικής αγοράς και συγκεκριμένα η εναρμόνιση των προδιαγραφών που τίθενται όσον αφορά τη διατήρηση δεδομένων από τους φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ώστε να διαφυλάσσεται ο υγιής ανταγωνισμός στην εσωτερική αγορά. Το Δικαστήριο στην απόφασή του αναφέρει, ότι το άρθρο 95 ΣυνθΕΚ παρέχει τη δυνατότητα στην Κοινότητα να επιδιώκει την προσέγγιση των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, που ρυθμίζουν την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, διαπιστώνει ότι, μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα στη Νέα Υόρκη και στη Μαδρίτη, τα κράτη-μέλη έλαβαν μέτρα, με βάση την οδηγία 2002/58, τα οποία επιβάλλουν στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να διατηρούν τα δεδομένα των επικοινωνιών αυτών, καθώς η επεξεργασία τους καθιστά ευχερέστερη και αποτελεσματικότερη την αντιμετώπιση του εγκλήματος. Η διατήρηση, όμως, αυτών των δεδομένων, δέχεται ότι συνιστά μια ιδιαίτερα επαχθή, από οικονομικής άποψης, υποχρέωση για τους φορείς των υπηρεσιών. Εν συνεχεία, αφού επαναλαμβάνει το προβάδισμα των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας έναντι των εξουσιών της Ένωσης (stricto sensu), (άρθρο 47, 29 ΣυνθΕΕ), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κρινόμενη οδηγία δε ρυθμίζει ζητήματα που σχετίζονται με τη συνεργασία των αστυνομικών και δικαστικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις, καθώς «Δεν εναρμονίζει ούτε το ζήτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από τις αρμόδιες για την επιβολή του νόμου εθνικές αρχές, ούτε το ζήτημα της χρήσης και ανταλλαγής των δεδομένων αυτών μεταξύ των εν λόγω αρχών», αλλά επιχειρεί την προσέγγιση των εθνικών διατάξεων που αφορούν τη διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, τα οποία συνδέονται στενά με την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας των φορέων παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επομένως, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι ορθά βασίστηκε η έκδοση της οδηγίας 2006/24 στο άρθρο 95 ΣυνθΕΚ.           

    Ε) Το ενωσιακό ποινικό δίκαιο μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας

    Η ματαίωση της κύρωσης της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης, μετά τα αρνητικά αποτελέσματα των εθνικών δημοψηφισμάτων στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, είχε σαν αποτέλεσμα να αναζητηθεί η επίτευξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης μέσω άλλων μετριοπαθέστερων συμβατικών κειμένων. Έτσι στις 13-12-2007 υπογράφηκε η συνθήκη της Λισαβόνας ή Μεταρρυθμιστική Συνθήκη, στην οποία ενσωματώθηκαν καίρια στοιχεία της Ευρωπαϊκής Συνταγματικής Συνθήκης. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, μετά την κύρωσή της από την Ιρλανδία με τη διεξαγωγή δεύτερου, θετικού αυτή τη φορά, δημοψηφίσματος, τέθηκε σε ισχύ την 1-12-2009, επιφέροντας καίριες αλλαγές στη δομή και την οργάνωση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης, το σύστημα των πυλώνων αποτελεί παρελθόν και οι ιδρυτικές συνθήκες συνιστούν ένα ενιαίο σώμα. Έτσι, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ως έχει, σε αντίθεση με τη Συνθήκη για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΣυνθΕΚ) που μετονομάζεται σε Συνθήκη για τη λειτουργία της Ένωσης (ΣΛΕΕ). Ουσιαστικά, δηλαδή, η Ευρωπαϊκή Ένωση «διαδέχεται και αντικαθιστά» την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Όλες οι διατάξεις που ρυθμίζουν ζητήματα, τα οποία σχετίζονται με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης στο χώρο Ελευθερίας Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, υπάγονται στον Τίτλο V της ΣΛΕΕ και περιέχονται στα άρθρα 67-89. Αποτέλεσμα της παραπάνω διαδοχής είναι η καθιέρωση της «κοινοτικής μεθόδου» στη νομοθετική διαδικασία. Επομένως, στο, μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, νομοθετικό καθεστώς γενικεύεται η αποδοχή της διαδικασίας της συναπόφασης (άρθρο 251 ΣυνθΕΚ). Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαθέτει τη νομοθετική πρωτοβουλία και το Συμβούλιο αποφασίζει με αυξημένη-ειδική πλειοψηφία, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποκτά δραστικότερο ρόλο μέσα από τη συμμετοχή του στη διαδικασία της συναπόφασης. Επιπλέον, τα νομικά μέσα που έχει στη διάθεσή της η Ένωση, προκειμένου να πετύχει τους στόχους της, είναι εκείνα του πρώτου πυλώνα (Κανονισμοί, Οδηγίες, Αποφάσεις), καθώς τα νομικά εργαλεία του τρίτου (Αποφάσεις-Πλαίσιο, Κοινές Θέσεις, Συμβάσεις) εγκαταλείπονται. Σημαντικές, ακόμα, εξελίξεις αποτελούν το γεγονός ότι η Ένωση αποκτά νομική προσωπικότητα, με αποτέλεσμα να έχει την ευχέρεια να συνάψει διεθνείς συμφωνίες, όπως επίσης ότι παράλληλα με τη Συνθήκης της Λισαβόνας, τίθεται σε ισχύ και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκή Ένωσης, που αποτελεί αυτοτελές κείμενο, καθώς δεν ενσωματώθηκε στη Συνθήκη. Επιπροσθέτως, προβλέπεται η αναγνώριση πλήρους δικαιοδοσίας στο ΔΕΚ σχετικά με τις ρυθμίσεις του χώρου Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης. Τέλος, αναβαθμίζεται ο ρόλος των Εθνικών Κοινοβουλίων με τη συμμετοχή τους στο «μηχανισμό αξιολόγησης της εφαρμογής των πολιτικών της Ένωσης στον τομέα ΔΕΑ».   

    Όπως γίνεται αντιληπτό, οι μεταβολές που επέρχονται από τη θέση σε ισχύ της Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης, σχετικά με την οργάνωση της Ένωσης, τη νομοπαραγωγική διαδικασία που υιοθετείται στους τομείς αρμοδιότητάς της και την αποδοχή κειμένων που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών της, φαίνεται να εξαλείφουν τα «τυπικά προβλήματα» που δεν επέτρεπαν, μέχρι σήμερα, την ομόφωνη αναγνώριση ποινικής αρμοδιότητας στην Κοινότητα. Παρόλαυτά, υποστηρίζεται ότι η αντιμετώπιση των ζητημάτων που σχετίζονται με την τυπική νομιμοποίηση των οργάνων της Ένωσης, αναφορικά με τη θέσπιση ποινικών κανόνων, δεν ικανοποιεί την ουσιωδέστερη ανάγκη της τήρησης των αρχών του κράτους δικαίου, όχι μόνο από τον εθνικό αλλά και από τον κοινοτικό νομοθέτη. Στα πλαίσια αυτής της συλλογιστικής, μία κοινοτική διάταξη ποινικού χαρακτήρα που παραβιάζει, για παράδειγμα, την αρχή της νομιμότητας, δεν έχει σημασία αν εισάγεται στις εθνικές έννομες τάξεις με Οδηγία ή Κανονισμό και σύμπραξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή Απόφαση-Πλαίσιο (στο προϋφιστάμενο νομικό καθεστώς), καθώς στερείται, ούτως ή άλλως ουσιαστικής νομιμοποίησης. Το θεμελιώδες πρόβλημα, όπως αναδεικνύεται, της ουσιαστικής νομιμοποίησης του ενωσιακού, πια, ποινικού δικαίου, μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με τη θέση συγκεκριμένων κριτηρίων που εξασφαλίζουν τη «δικαιοκρατική νομοθέτηση» εκ μέρους της Ένωσης. Έτσι, κριτήριο για τη θέσπιση ποινικών διατάξεων, σύμφωνων προς το νομικό της πολιτισμό, πρέπει να αποτελέσουν οι κανόνες που έχουν διαμορφωθεί από την ποινική δογματική των κρατών-μελών και συστήνουν μια ποινική θεωρία, καθώς οι κανόνες αυτοί αποτελούν έκφραση κι εξειδίκευση των συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών, οι οποίες, στο βαθμό που απαντώνται σε κάθε κράτος-μέλος, συγκαταλέγονται από το ΔΕΚ, σταθερά, στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Οι τελευταίες, όμως, αποτελούν τα θεμέλια του κοινοτικού δικαίου, όπως διακηρύσσεται από το Δικαστήριο. Επομένως, η λήψη υπόψη από τα ενωσιακά όργανα, κατά τη νομοθετική διαδικασία, αρχών, όπως αυτή της νομιμότητας, της ισότητας, της αναλογικότητας, της απαγόρευσης της διπλής απαξιολόγησης, της διάκρισης των λειτουργιών, κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς δεν αρκεί η απλή επίκληση των κοινών συνταγματικών παραδόσεων των κρατών-μελών για να επέλθει η αναζητούμενη ουσιαστική νομιμοποίηση. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Το γεγονός ότι μια ποινική διάταξη έχει κοινοτική (ενωσιακή, ήδη) προέλευση δεν την τοποθετεί σε ένα χώρο ελεύθερο δικαίου». Διαφορετικά, σημειώνεται, ο παραγκωνισμός των ανωτέρω αρχών οδηγεί σε «οπισθοδρόμηση» και στην υποβάθμιση της «φυσιογνωμίας του ποινικού δικαίου», όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά από μακροχρόνιους αγώνες και επίπονη εργασία. Τέλος, επισημαίνεται ότι το φαινόμενο αυτό επιδεινώνεται με την «αυτούσια μεταφορά» των ενωσιακών διατάξεων στις εθνικές έννομες τάξεις.

    Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, η νέα πρόκληση, που παρουσιάζεται για την Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισαβόνας, που θα την οδηγήσει ακόμα πιο κοντά στην ολοκλήρωση, όχι μόνο σε νομικό επίπεδο αλλά και στις συνειδήσεις των πολιτών της, είναι η πραγματική υιοθέτηση των κοινών θεμελιωδών αρχών που διέπουν τη θέσπιση και την εφαρμογή των ποινικών κανόνων στις επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις. Μια τέτοια εξέλιξη, θα ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας δικαίου των ευρωπαίων πολιτών, θα ενδυναμώσει την εμπιστοσύνη τους στο «ποινικό σύστημα» και θα συμβάλλει στον αποτελεσματικό έλεγχο των ποινικών αποφάσεων. Το ΔΕΚ, που φέρει το ρόλο της «ατμομηχανής» της ενοποίησης, έχει τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση, ως το όργανο που διαθέτει την αρμοδιότητα του αυθεντικού ερμηνευτή των Συνθηκών, να συμβάλλει στην επίτευξη αυτού του εγχειρήματος, με την αποτελεσματική του παρέμβαση και την επίλυση καίριων ζητημάτων, όπως αυτά των «κρυπτοποινών» και των «στοχευμένων κυρώσεων», κάνοντας χρήση των ανωτέρω αρχών. Σε κάθε περίπτωση, η αποδοχή των αρχών αυτών προοικονομεί, για την Ένωση, ένα νομικό μέλλον αντάξιο του, μέχρι τώρα, νομικού της πολιτισμού, αντίθετα, η παράβλεψή τους ανοίγει την πόρτα στην αυθαιρεσία και την αβεβαιότητα. 

    Βιβλιογραφία-Αρθρογραφία

Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Ne bis in idem, Ευρωπαϊκές και Διεθνείς όψεις, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2008 

Αναγνωστόπουλος Ηλίας, Από το εθνικό ποινικό δίκαιο στο ποινικό δίκαιο των εθνών, ΠοινΧρ Ν΄/2000

Ζημιανίτης Δημήτριος, Νέες τάσεις της εντατικής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις στον ευρωπαϊκό, χώρο Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας υπό το πρίσμα της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ΠοινΧρ Ξ΄/2010

Ζημιανίτης Δημήτριος, Παρατηρήσεις στην υπόθεση C-440/05, ΠοινΔικ 10/2007

Ζημιανίτης Δημήτριος, Παρατηρήσεις στην υπόθεση C-105/2003, ΠοινΔικ 1/2006

Ζημιανίτης Δημήτριος, Παρατηρήσεις στην υπόθεση C-176/2003, ΠοινΔικ 11/2005

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Νεότερες εξελίξεις του ποινικού δικαίου στην Ε.Ε. και δικαιοκρατικά ελλείμματα, ΠοινΧρ ΝΣΤ΄/2006

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Νομολογία του ΔΕΚ και νέες δυνατότητες παρέμβασης της Ε.Ε. στο ποινικό δίκαιο των κρατών μελών, ΠοινΔικ 4/2006 

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Αναζητώντας κοινοτική αρμοδιότητα για την ποινική καταστολή-Μια κρίσιμη καμπή των εξελίξεων για το ποινικό δίκαιο στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΕΕΕυρΔ 1:2004

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Ευρωπαϊκή σύγκλιση και ποινικό δίκαιο-Σύγχρονες εξελίξεις, ΠοινΔικ 12/2001

Καϊάφα-Γκμπάντι Μαρία, Το ευρωπαϊκό εγχείρημα διαμόρφωσης κοινών ποινικών κανόνων, ΠοινΧρ ΝΑ΄/2001 

Καϊάφα-Γκμπάντι Μ., Corpus Juris και τυποποίηση του Ποινικού φαινομένου στο χώρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπεράσπιση/1999

Μουζάκης Διονύσιος, Επί της ποινικής αρμοδιότητας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΠοινΧρ ΝΔ΄/2004

Μπενάκη-Ψαρούδα Άννα, Προς ένα “Ευρωπαϊκό” Ποινικό Δίκαιο; ΠοινΧρ ΝΓ΄/2003

Μυλωνόπουλος Χρίστος, Κοινοτικό Ποινικό Δίκαιο και Γενικές Αρχές του Κοινοτικού Δικαίου, ΠοινΧρ Ξ΄/2010

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος I, Δίκαιο & Οικονομία, Π. Ν. Σάκκουλας, Αθήνα, 2007

Μυλωνόπουλος Χρίστος, Ο εφαρμοστής του ποινικού δικαίου μπροστά στη σύγχρονη νομική πραγματικότητα, Ποινικός Λόγος 3/2001

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Διεθνές Ποινικό Δίκαιο, τα τοπικά όρια των ποινικών νόμων, Β΄ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, 1993

Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ., Η επίδραση του κοινοτικού δικαίου στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, Υπεράσπιση/1991

Παύλου Στέφανος, Το Ποινικό Δίκαιο και οι “Αποφάσεις-Πλαίσιο” της Ε.Ε., ΠοινΧρ ΝΔ΄/2004

Σκανδάμης Ν., Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι, Θεσμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003

Σκανδάμης Ν., Ευρωπαϊκό Δίκαιο Ι, Θεσμοί και έννομες τάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 3η έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 1997

Σπινέλλης Διονύσιος Δ., Το Corpus iuris για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Υπεράσπιση/1999  

Συκιώτου-Ανδρουλάκη Αθανασία, Νέες εξελίξεις στην ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: τα δύο σχέδια του Corpus Juris και η προοπτική μετά τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, ΠοινΧρ Ν΄/2000 

Συμεωνίδου-Καστανίδου Ελισάβετ, Θαλάσσια ρύπανση από τα πλοία: Οι αποφάσεις του ΔΕΚ και η σημασία τους για το ποινικό δίκαιο,  ΠοινΔικ 2/2009 εναρμόνιση των εθνικών ποινικών δικαίων, Με αφορμή την απόφαση του ΔΕΚ της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 στην υπόθεση C-176/2003, Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΠοινΔικ 5/2006

Φιλόπουλος Παναγιώτης, Κοινοτικό Δίκαιο και εθνικό Ποινικό Δίκαιο, ΠοινΧρ ΝΓ΄/2003

Jescheck Hans-Heinrich, Δυνατότητες και όρια ενός ποινικού δικαίου για την προστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ΠοινΧρ ΜΖ΄/1997

Labayle Henri, Μύθοι και πραγματικότητα: Ποιά η οδός προς μία ποινική καταστολήτων παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου; ΕΕΕυρΔ 1:2004

Pradel Jean, Γνωμοδότηση σχετικά με την επιβολή κυρώσεων ποινικού χαρακτήρα για παραβίαση διατάξεων κοινοτικού δικαίου (διαμορφωμένη κατόπιν αιτήσεως της επιτροπής νομικών υποθέσεων και εσωτερικής αγοράς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), ΕΕΕυρΔ 1:2004

Satzger Helmut, Τάσεις και Προοπτικές μιας ευρωπαϊκής πολιτικής στο χώρο του ποινικού δικαίου, Ποινικός Λόγος 3/2008

    Νομολογία ΔΕΚ

Απόφαση 21.9.1989, Υπόθεση 68/88, http://eur-lex.europa.eu

Απόφαση 16.6.2005, Υπόθεση C-105/2003, ΠοινΔικ 1/2006

Απόφαση 13.9.2005, Υπόθεση C-176/2003, ΠοινΔικ 11/2005

Απόφαση 23.10.2007, Υπόθεση C-440/2005, ΠοινΔικ 10/2007

Απόφαση 10.2.2009, Υπόθεση C-301/06, http://curia.europa.eu